Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Miguel de Cervantes. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Miguel de Cervantes. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571)






Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου (ιταλ. Battaglia di Lepanto) είναι μια από τις σημαντικότερες ναυμαχίες στην παγκόσμια ιστορία. Αποτελεί δε ακόμη και ιστορικό σταθμό στη ναυτική τακτική καθώς και στη ναυπηγική.

Με την ονομασία Ναυμαχία της Ναυπάκτου παρέμεινε στην ιστορία η ναυμαχία που έγινε στις 7 Οκτωβρίου του 1571 μεταξύ των ενωμένων στόλων της Ισπανίας, της Βενετίας, της Γένουας, των Ιπποτών της Μάλτας, του δουκάτου της Σαβοΐας, του δουκάτου του Ουρμπίνο, του μεγάλου δουκάτου της Τοσκάνης και του Πάπα υπό την ονομασία Lega Santa (Ιερή Ένωση) αφενός και του ενιαίου στόλου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αφετέρου παρά την είσοδο του Κορινθιακού Κόλπου κοντά στις νήσους νότιες Εχινάδες παρά το Ακρωτήριο Σκρόφα. Η δε ονομασία της προήλθε όχι από την πόλη της Ναυπάκτου αλλά από την ονομασία (θέση) του Κόλπου που έγινε η ναυμαχία, επειδή τότε ολόκληρος ο Κόλπος λεγόταν από τους Ενετούς "Κόλπος της Ναυπάκτου".

Ιστορικό

Μετά τη κατάληψη της Κύπρου από τον Σουλτάνο Σελήμ Β΄, τον Αύγουστο του 1570, και τις επακόλουθες από τους Τούρκους σφαγές των παραδοθέντων Ενετών αλλά και μετά την ιταμή και προκλητική στάση των οθωμανών έναντι των χριστιανικών κρατών, άρχισαν τότε με την πρωτοβουλία του, μετέπειτα Αγίου, Πάπα Πίου του Ε΄ τα χριστιανικά κράτη και μάλιστα η Ισπανία και η Βενετία να συνάπτουν συμμαχίες για κοινές κατά των Οθωμανών πολεμικές ενέργειες που απέβλεπαν κυρίως στη διάλυση του οθωμανικού στόλου και την απελευθέρωση των κατεχομένων εδαφών.

H Μάχη του Λεπάντο, αναπαράσταση αγνώστου δημιουργού
Battle of Lepanto 1571,ArtistUnknown


Συγκρότηση στόλων

Έτσι οι πλείστες δυνάμεις του συγκροτηθέντος συμμαχικού υπερ-στόλου των δυτικών χριστιανικών κρατών διατέθηκαν από την Βενετία που ήταν η περισσότερο πληγείσα στις κτήσεις της, ενώ στο στόλο της Ισπανίας συνενώθηκαν οι στόλοι της Νεάπολης και Σικελίας, που υπάγονταν σ΄ αυτήν και ο στόλος της Γένουας με τα σκάφη του Πάπα. Τον ενετικό στόλο που ήταν διαιρεμένος σε δύο μοίρες ηγούνταν οι ναύαρχοι Σεμπαστιάνο Βενιέρ, ο Μάρκο Kουερίνι και ο Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγκο, του Παπικού στόλου ο ναύαρχος Μαρκαντόνιο Κολλόνα, του Γενουατικού ο ναύαρχος Τζαναντρέα Ντόρια και τέλος του ισπανικού ο αδελφός του Βασιλέως της Ισπανίας Δον Ιωάννης ο Αυστριακός (Don Juan d' Austria), υπό την αρχηγία του οποίου τέθηκε όλος ο στόλος. Έτσι στα μέσα του 1571 ο στόλος αυτός, συγκεντρώθηκε στη σικελική Μεσσήνη.



https://nobility.org/wp-content/uploads/2010/10/Don-Juan-de-Austria.jpg



Στις 17 Σεπτεμβρίου ο συμμαχικός στόλος που αριθμούσε 6 Γαλεάσσες, 209 Γαλέρες και 70 Φρεγάτες, (σύνολο 285 πλοία), και μεταφέροντας δύναμη πεζικού 28.000 ανδρών εκ των οποίων 8.000 ήταν Έλληνες, απέπλευσε από Μεσσήνη για τα ελλαδικά ύδατα προς συνάντηση του οθωμανικού στόλου. Στις 26 Σεπτεμβρίου ο συμμαχικός στόλος καταπλέει στη Κέρκυρα όπου μετά από μικρή ανάπαυση απέπλευσε προς Νότο όπου και παραπλέοντας την ηπειρωτική ακτή και φθάνοντας στις Εχινάδες νήσους του Κόλπου της Ναυπάκτου έγινε αντιληπτός ο οθωμανικός στόλος.

Ο Τουρκικός στόλος κυρίως αιγυπτιακός, ενισχυμένος και από τον Αλγερινό στόλο έπλεε κι΄ εκείνος προς συνάντηση του χριστιανικού. Αποτελείτο από 210 πλοία μεγέθους γαλέρας και 63 τύπου γαλιότας, (σύνολο 273 πλοία). Αρχιναύαρχος του οθωμανικού στόλου ήταν ο Καπουδάν πασάς Αλή Ζαζέ μουεζίν έχοντας υπ΄ αυτόν τον αρνησίθρησκο Ναπολιτάνο Μπέη του Αλγερίου Ουλούτς Αλή και τον Μπέη της Αλεξανδρείας Μεχμέτ Σιρρόκο.


Έργο του Andrea Vicentino, «Η Μάχη της Ναυπάκτου', 1595-1605»

Ναυμαχία

Οι δύο στόλοι βρέθηκαν "εν αλλήλοις" (συναντήθηκαν) στις 7 Οκτωβρίου οπότε και έλαβαν αμφότεροι παράταξη μάχης (τάξη μάχης). Το κέντρο του συμμαχικού στόλου κατείχε ο Δον Ιωάννης, την διοίκηση της αριστερής πτέρυγας της παράταξης ανέλαβε ο Ενετός ναύαρχος Βαρβαρίγος, της δε δεξιάς ο Γενουάτης ναύαρχος Ντόρια, ενώ όπισθεν του κέντρου είχε παραταχθεί εφεδρική δύναμη. Αντίθετα ο οθωμανικός στόλος απέβλεψε εξ αρχής στην κύκλωση των χριστιανικών πλοίων. Και πράγματι, ενώ φαινόταν πως είχε παρακάμψει την αριστερή πτέρυγα του συμμαχικού στόλου, επιτέθηκαν οι Ενετοί οι οποίοι και διασπούν την αιγυπτιακή γραμμή επιφέροντας την τέλεια καταστροφή της. Στην αρχική αυτή μάχη φονεύθηκαν ο Ενετός αλλά και Αιγύπτιος ναύαρχος, ενώ διακρίθηκαν ιδιαίτερα τα επτανησιακά των Ενετών. Στον ίδιο χρόνο στο κέντρο των παρατάξεων η μάχη ήταν σφοδρότερη, έφθασε μάλιστα να γίνεται "εκ του συστάδην" όταν τα πλοία άρχισαν να πλευρίζουν. Οι δε δύο ναυαρχίδες, του Δον Ιωάννη και του Καπουδάν Πασά, έφθασαν πολύ κοντά βάλλοντας με τα τηλεβόλα τους, υπερτερούσε όμως η ισπανική, από το πυρ της οποίας φονεύθηκε ο Καπουδάν Πασάς και η ναυαρχίδα του τελικά κατελήφθη. Στη δεξιά όμως πτέρυγα υπερτερούσαν τα αλγερινά πλοία και, προσπαθώντας να τα περικυκλώσουν, τα πλοία του Ντόρια αναγκάσθηκαν ν΄ ανοιχθούν με τα ιστία (πανιά) γρήγορα στο πέλαγος, απομονώθηκαν όμως και κινδύνεψαν. Τότε έσπευσαν προς βοήθειά του τα εφεδρικά πλοία της δεύτερης γραμμής που ανέκοψαν τα αλγερινά και τα έτρεψαν σε υποχώρηση.

Έτσι η ναυμαχία αυτή έληξε με πλήρη νίκη των συμμαχικών πλοίων εκ των οποίων μόνο 15 βυθίστηκαν και φονεύθηκαν περί τους 8.000 εκ των πληρωμάτων τους. Οι απώλειες του οθωμανικού στόλου ήταν τεράστιες, μόλις 40 πλοία εκ των 273 διέφυγαν την καταστροφή ή την αιχμαλωσία, υπό τον Ουλούτς Αλή ή Κιλίτζ Αλή Πασά, (όπως ήταν το μετέπειτα όνομά του), στο δε έμψυχο οι απώλειες υπολογίσθηκαν σε 30.000 νεκρούς, και 15.000 αιχμαλώτους εκ των οποίων 1.500 ήταν Έλληνες των ελλαδικών και τουρκικών παραλίων που υπηρετούσαν στον οθωμανικό στόλο και απελευθερώθηκαν.


Την καταστροφή του τουρκικού στόλου συμπλήρωσε νυκτερινή καταιγίδα με μεγάλη τρικυμία στη θαλάσσια περιοχή, η οποία έπληξε τα τουρκικά πλοία που είχαν διαφύγει στα ανοικτά, εκ των οποίων σώθηκε μόνο η αλγερινή ναυαρχίδα.













Λαογραφία

    Όταν απαντηθήκανε
    οι δυο χοντρές αρμάδες
    βροντοκοπούν οι κανονιές
    γίνεται η μέρα νύχτα
    πλώρη με πλώρη σμίγουνε
    κατάρτι με κατάρτι
    λαμποκοπάνε τα λαμιά (=τα σπαθιά)
    βροντάνε τα τρομπόνια (= τα κανόνια)
    ποδάρια χέρια και κορμιά
    γιομίζουν τα καράβια
    σκοτώθη κι ο Αλή Πασάς (= ο ναύαρχος)
    το άξιο παλικάρι
    κι ο Ρήγας τη γαλεότα του (του Αλή)
    τη σέρνει από τη πρύμνη.

Απόσπασμα από δημοτικό τραγούδι της Πάργας 

 

Σημείωση

Στη Ναυμαχία αυτή έλαβε μέρος ως υπαξιωματικός της γαλέρας Μαρκέσα (Marquesa), ο μετέπειτα διάσημος Ισπανός συγγραφέας Μιγκέλ ντε Θερβάντες. Αν και άρρωστος με πυρετό την ημέρα εκείνη, ο Θερβάντες πολέμησε και πληγώθηκε τρεις φορές από σφαίρα, δύο στο στήθος και μία που του άφησε μόνιμη αναπηρία στο αριστερό του χέρι. Στο «Ταξίδι στον Παρνασσό» (1614) αναφέρει ότι στη Ναύπακτο αχρηστεύτηκε το αριστερό του χέρι "προς δόξαν του δεξιού" (υπαινισσόμενος την κατοπινή επιτυχία του πρώτου μέρους του Δον Κιχώτη). Ο Θερβάντες πάντα ένοιωθε υπερήφανος για τη συμμετοχή του στη Ναυμαχία, και πίστευε ότι είχε λάβει μέρος στην πιο ένδοξη μάχη που είδαν ή θα δουν οι αιώνες,[1] (που όπως αποδείχθηκε ιστορικά δεν είχε άδικο), ενώ συμπλήρωνε σε κείμενό του γι΄ αυτήν: "την ημέρα εκείνη διαλύθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο η μέχρι τότε υφιστάμενη πεποίθηση, ότι οι Τούρκοι ήταν στη θάλασσα αήττητοι".[2] Δυστυχώς όμως οι τότε Ηγεμόνες άργησαν πολύ να επωφεληθούν των νέων αυτών δυναμικών που παρουσίασε εκείνη η ναυμαχία σε αντίθεση με τη ναυτική τέχνη και βεβαίως τη ναυπηγική που έσπευσαν αμέσως να προσαρμοστούν επ΄ αυτών.





CoronelliLepanto
Coronelli Lepanto

_
.


Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα



Cervates jauregui
Προσωπογραφία Miguel de Cervantes y Saavedra (1547-1615)
Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα[i] (Don Miguel de Cervantes y Saavedra, 29 Σεπτεμβρίου 1547 – 22 Απριλίου 1616)[ii] ήταν Ισπανός λογοτέχνης, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Το έργο του ανήκει χρονικά στη «χρυσή εποχή» (περ. 1492-1648) της Ισπανίας, κατά την οποία παρατηρήθηκε μία εξαιρετική άνθιση στις τέχνες, ενώ ο ίδιος αποτελεί έναν από τους μείζονες λογοτέχνες παγκοσμίως. Το διασημότερο μυθιστόρημά του, ο Δον Κιχώτης, συγκαταλέγεται στα κλασικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, μεταφρασμένο σε περισσότερες από εξήντα γλώσσες και έχοντας υποβληθεί σε συστηματική ανάλυση και κριτικό σχολιασμό από το 18ο αιώνα.

Ο Θερβάντες γεννήθηκε στο Αλκαλά ντε Ενάρες, περίπου 30 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Μαδρίτης, τέταρτος από τα συνολικά επτά παιδιά της οικογένειάς του. Τα νεανικά του χρόνια, για τα οποία διαθέτουμε ελάχιστες πληροφορίες, χαρακτηρίστηκαν από τις πολυάριθμες μετακινήσεις της οικογένειας σε διαφορετικές ισπανικές πόλεις. Τα παλαιότερα λογοτεχνικά έργα του χρονολογούνται το 1568, ενώ το πρώτο μυθιστόρημα του, Γαλάτεια, εκδόθηκε το 1585. Από το 1570, και για αρκετά χρόνια, πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως επαγγελματίας στρατιώτης, λαμβάνοντας μέρος στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου ως υπαξιωματικός του πολεμικού πλοίου Μαρκέσα (Marquesa), στην πολιορκία της Κέρκυρας (1571), καθώς και στην εκστρατεία της Τύνιδας. Κατά την επιστροφή του στην Ισπανία, εργάστηκε στην Αυλή του Φιλίππου Β' ως φοροεισπράκτορας, ενώ λίγα χρόνια αργότερα εκδόθηκε ο πρώτος τόμος του Δον Κιχώτη (1605), έργο που τον καθιέρωσε στο λογοτεχνικό κόσμο. Το 1607 εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη, όπου ολοκλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος του λογοτεχνικού έργου του και έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του.
 


Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα προσέφερε τις υπηρεσίες του ως αυλάρχης στον οίκο του Τζούλιο Ακουαβίβα, μετέπειτα καρδινάλιου, στη Ρώμη, όπου είχε τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή με την πλούσια πολιτιστική παράδοση της πόλης, την αναγεννησιακή τέχνη, αλλά και με την ιταλική λογοτεχνία. Εκτιμάται ότι η θέση του θα μπορούσε να τού εξασφαλίσει την ανέλιξή του στην παπική Αυλή, ωστόσο την εγκατέλειψε έπειτα από περίπου δεκαπέντε μήνες και το 1570 ξεκίνησε να υπηρετεί στο πεζικό σώμα του ισπανικού στρατού στη Νάπολι, έδαφος που τότε βρισκόταν υπό ισπανική κατοχή.

Το Σεπτέμβριο του 1571 υπηρέτησε ως υπαξιωματικός με το πολεμικό πλοίο Μαρκέσα που αποτελούσε τμήμα του μεγάλου στόλου υπό τις διαταγές του Δον Χουάν της Αυστρίας και πολέμησε νικηφόρα στη ναυμαχία της Ναυπάκτου (ή Λεπάντο) στις 7 Οκτωβρίου, εναντίον του οθωμανικού στόλου, αμφισβητώντας για πρώτη φορά την κυριαρχία του στη Μεσόγειο.
Ο ίδιος, στον πρόλογο του δεύτερου μέρους του Δον Κιχώτη (1615) περιγράφει με υπερηφάνεια τη συμμετοχή του στη μάχη, την οποία χαρακτήρισε ως την πλέον ένδοξη των όσων είδαν ή θα δουν οι αιώνες.
Το 1572 επανήλθε στην υπηρεσία του ισπανικού στρατού στη Νάπολη και τα επόμενα τρία χρόνια συμμετείχε στις εκστρατείες της Κέρκυρας, του Ναυαρίνου και της Τύνιδας.Το Σεπτέμβριο του 1575, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής του στην Ισπανία, η γαλέρα με την οποία έπλεε δέχθηκε επίθεση από πειρατές και ο Θερβάντες συνελήφθη μαζί με τον αδελφό του Ροδρίγο και μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στο Αλγέρι, όπου παρέμεινε για πέντε χρόνια ως δούλος. 

Στη διάρκεια των πέντε ετών της αιχμαλωσίας του, επιχείρησε ανεπιτυχώς να δραπετεύσει τέσσερις φορές. Ανέκτησε τελικά την ελευθερία του, το Σεπτέμβριο του 1580, χάρη στη συνδρομή Τριαδιστών καλόγερων και της οικογένειάς του που κατάφεραν να συγκεντρώσουν το οικονομικό ποσό που απαιτούνταν. Αυτή η περιπετειώδης περίοδος της ζωής του αποτυπώθηκε μεταγενέστερα στο λογοτεχνικό έργο του, ειδικότερα στα θεατρικά έργα Τα κάτεργα του Αλγερίου (Los baños de Argel) και H ζωή στο Αλγέρι (El trato de Argel).

Επιστρέφοντας στην Ισπανία, ο Θερβάντες έζησε μία ζωή αρκετά διαφορετική από αυτή της προηγούμενης δεκαετίας, αντιμετωπίζοντας συχνά οικονομικά προβλήματα, πριν καθιερωθεί στο χώρο της λογοτεχνίας. Στα τέλη του 1584 παντρεύτηκε την Καταλίνα ντε Σαλαθάρ ι Παλάθιος, ενώ νωρίτερα είχε ήδη αποκτήσει μία κόρη, την Ισαμπέλ ντε Σααβέδρα, καρπό της σχέσης του με την Άνα ντε Βιγιαφράνκα (ή Άνα Φράνκα ντε Ρότχας).


 
Catalina de Salazar Vozmediano


Στη συνέχεια επιδόδηκε σε ιδιαίτερη λογοτεχνική δραστηριότητα από το 1585 με το πρώτο του έργο Γαλάτεια (La Galatea) μέχρι το 1615 . Η σύγχυση (La Confusa) αποτελούσε κατά τον Θερβάντες το κορυφαίο έργο που έγραψε για το θέατρο.

Τον Ιανουάριο του 1605 εκδόθηκε το σημαντικότερο ίσως έργο του Θερβάντες, 0 ευφάνταστος ευπατρίδης Δον Κιχώτης της Μάντσα, γνωστό περισσότερο ως Δον Κιχώτης. Το μυθιστόρημα είχε αξιοσημείωτη επιτυχία και μέχρι το καλοκαίρι του ίδιου έτους είχαν τυπωθεί δύο εκδόσεις του στη Μαδρίτη και τη Λισαβόνα, καθώς και μία έκδοση στη Βαλένθια.

Gustave Doré
Miguel de Cervantes-Don Quixote Part 1-Chapter1-Plate1
"A world of disorderly notions, picked out of his books, crowded into his imagination"





 Σημειώσεις

i.Το επώνυμο Σααβέδρα δε σχετίζεται με την οικογένειά του, αλλά υιοθετήθηκε επισήμως από τον Θερβάντες το 1586-87 και εμφανίζεται στα έγγραφα που σχετίζονται με το γάμο του με την Καταλίνα ντε Σαλαθάρ. Το ίδιο επώνυμο έδωσε σε έναν από τους χαρακτήρες του έργου El trato de Alger.

ii.Ο Θερβάντες πέθανε στις 22 Απριλίου του 1616. Η 23η Απριλίου ήταν η ημερομηνία της ταφής του, όπως βεβαιώνεται από το πιστοποιητικό έγγραφο της εποχής.
 

iii.Όλες οι προσωπογραφίες του Θερβάντες είναι μεταγενέστερες του θανάτου του και προϊόντα της φαντασίας των δημιουργών. Η μοναδική γραπτή περιγραφή των εξωτερικών χαρακτηριστικών του που είναι γνωστή ανήκει στον ίδιο και περιέχεται στον πρόλογο της έκδοσης των Υποδειγματικών διηγημάτων (1613):
«[...] με ωοειδές πρόσωπο, καστανά μαλλιά, αρυτίδωτο μεγάλο μέτωπο, ζωηρά μάτια, γαμψή αλλά με σωστές αναλογίες μύτη, μικρό στόμα, δόντια όχι για να ειπωθούν πολλά αφού έχει μόλις έξι σε κακή κατάσταση και σε λάθος θέσεις καθώς ούτε δύο από αυτά δεν είναι διαδοχικά, κορμί μεταξύ των δύο άκρων, ούτε ψηλό ούτε κοντό, με έντονες αποχρώσεις, ελαφρά σκυφτός στους ώμους και με βήμα όχι ιδιαίτερα ανάλαφρο [...]»


Πηγή


 ~••.¸✽¸.••~

.

Δον Κιχώτης
(αποσπάσματα των δυο πρώτων κεφαλαίων)



Σε κάποιο χωριό της Μάντσας[1], που το όνομά του δε θέλω να ονομάσω, ζούσε πριν λίγα χρόνια, ένας ευγενής[2] από εκείνους που είχαν μια λόγχη στην οπλοθήκη, μια παλιά ασπίδα, ένα καματερό άλογο και ένα λαγωνικό σκυλί.
Ξόδευε τα τρία τέταρτα από το εισόδημά του τρώγοντας, συχνότερα βοδινό κρέας παρά κατσικίσιο, σαλάτα από όσπρια με ξύδι τα περισσότερα βράδια, κομματάκια κρέας με σάλτσα τα Σάββατα, φακές τις Παρασκευές και κανένα επί πλέον περιστεράκι τις Κυριακές.
Ζύγωνε τα πενήντα ο Ευγενής μας. Είχε γεροδεμένη κορμοστασιά, αν και αδύνατος με ξερακιανό πρόσωπο, ξυπνούσε πολύ πρωί και αγαπούσε το κυνήγι.
Ο Ευγενής αυτός, τις ώρες που δεν είχε τι να κάνει (και αυτές ήταν οι περισσότερες μέσα στο χρόνο), τις περνούσε διαβάζοντας βιβλία για ιππότες με τόση αφοσίωση και ευχαρίστηση, που ξεχνούσε το κυνήγι, αλλά και το κουμάντο του σπιτιού του. Απορροφήθηκε τόσο πολύ στο διάβασμα, που περνούσε τις νύχτες ξάγρυπνος τη μια μετά την άλλη, και τις μέρες του με θολούρα και ζάλη. Και από την αϋπνία και το αδιάκοπο διάβασμα, του στέρεψε το μυαλό και σάλεψε το λογικό του.
Έχοντας πια τρελαθεί ολότελα, έκρινε σωστό και αναγκαίο, για να τιμήσει το όνομά του, να γίνει περιπλανώμενος ιππότης που θα γυρίζει τον κόσμο με τα όπλα του καβάλα στο άλογό του, αναζητώντας περιπέτειες, τιμωρώντας το άδικο και διορθώνοντας τα στραβά των ανθρώπων.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να καθαρίσει κάποια παμπάλαια και σκουριασμένα όπλα των προπάππων του που, για αιώνες, ήταν ριγμένα σε κάποια γωνιά. Μετά πήγε να δει το κοκαλιάρικο άλογό του που, αν και πετσί και κόκαλο, του φάνηκε πιο ρωμαλέο και από το Βουκεφάλα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ακόμα και από τον Μπαβιέκα του Ελ Σιντ[3]. Τέσσερις μέρες συλλογιζόταν τι όνομα να του δώσει. Στο τέλος αποφάσισε να το ονομάσει Ροσινάντη.


-12-

Αφού ικανοποιήθηκε με το όνομα που έδωσε στο άλογό του, θέλησε να βρει ένα και για εκείνον τον ίδιο. Οκτώ μέρες σκεφτόταν και στο τέλος αποφάσισε να ονομάσει τον εαυτό του Δον Κιχώτη από τη Μάντσα, που κατ’ όπως πίστευε, φανέρωνε και την ευγενή καταγωγή του, αλλά και την ιδιαίτερη πατρίδα του.
Αφού γυάλισε τα όπλα του, και βρήκε όνομα ταιριαστό για τον ίδιο και το άλογό του, το μόνο που του έλλειπε ήταν μια κυρία, ευγενής στην καταγωγή, με την οποία θα ήταν ερωτευμένος, γιατί ένας περιπλανώμενος ιππότης δίχως έρωτες, θα ήταν σα δέντρο δίχως φύλλα και καρπούς, σαν σώμα χωρίς ψυχή.
Σ’ ένα κοντινό χωριό ζούσε μια χωριατοπούλα, με πολύ ωραίο παρουσιαστικό που κάποτε την είχε ερωτευτεί, αν και όπως εννοείται, εκείνη ούτε το έμαθε, ούτε και το κατάλαβε ποτέ. Τη λέγανε Αλδόνσα Λορένσο. Προσπάθησε λοιπόν να βρει και γι’ αυτήν ένα όνομα που να μην υστερεί πολύ από το δικό του και που να ακούγεται σαν όνομα πριγκίπισσας ή αριστοκράτισσας. Κατέληξε να την ονομάσει Δουλσινέα από το Τομπόσο[4], όνομα που, κατά τη γνώμη του, ηχούσε γλυκά στα αυτιά[5], αλλά και φανέρωνε τον τόπο καταγωγής της.
 


-14- 

ΠΩΣ Ο ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΗΚΕ ΙΠΠΟΤΗΣ 


ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΦΑΝΕΡΩΣΕΙ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ τα σχέδιά του και δίχως να τον δει κανείς, ένα πρωινό προτού ξημερώσει, φόρεσε την πανοπλία του, καβάλησε τον Ροσινάντη[6] και με χαρά μεγάλη ξεκίνησε για άγνωστες περιπέτειες. Όμως, μόλις βγήκε στον κάμπο μια φοβερή σκέψη κυρίεψε το νου του: δεν είχε χριστεί ιππότης και, σύμφωνα με τους νόμους της ιπποσύνης, δεν είχε δικαίωμα να σηκώσει όπλα ενάντια σε κανέναν ιππότη. Οι σκέψεις αυτές τον έκαναν να αμφιβάλλει για την αποστολή του…και καθώς υπερίσχυσε η τρέλα του, αποφάσισε, τον πρώτο που θα συναντούσε στο διάβα του, να τον βάλει να τον χρίσει ιππότη.
Προχωρούσε όλη τη μέρα και, όταν άρχισε να νυχτώνει, το άλογό του και ο ίδιος πέθαιναν της πείνας. Κοιτάζοντας τριγύρω μπας και δει κανέναν πύργο ή καμιά στάνη με βοσκούς, διέκρινε, όχι σε μεγάλη απόσταση από το δρόμο, ένα πανδοχείο. Κατευθύνθηκε αμέσως προς τα εκεί, όπου έφτασε προτού νυχτώσει για τα καλά. Το πανδοχείο, του φάνταζε σαν κάστρο με τέσσερις πύργους, ανυψούμενη γέφυρα και βαθιά τάφρο.


-16-

Εκεί είδε δυο νεαρές κοπέλες, που του φάνηκαν σαν δυο αρχόντισσες που έπαιρναν τον αέρα τους μπροστά στο κάστρο.
Οι κοπέλες, βλέποντας να καταφτάνει ένας άντρας αρματωμένος και με παράξενη όψη, έτρεξαν φοβισμένες να μπουν στο χάνι, όμως ο Δον Κιχώτης κατάλαβε την αιτία του φόβου τους, ανασήκωσε την προσωπίδα της περικεφαλαίας του και τους είπε:
- Μη φεύγετε ευγενικές μου αρχοντοπούλες, και μη φοβάστε για την παραμικρή προσβολή, διότι το λειτούργημα της ιπποσύνης που υπηρετώ δεν βλάπτει κανέναν, πολύ περισσότερο δυο κυρίες της αριστοκρατίας.
Οι κοπέλες, όταν άκουσαν να τις αποκαλούν κυρίες της αριστοκρατίας δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν τα γέλια τους. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή βγήκε ο πανδοχέας και έτρεξε να βοηθήσει το Δον Κιχώτη που ξεπέζευε με κόπο και δυσκολία μεγάλη, καθώς όλη την ημέρα δεν είχε βάλει μπουκιά στο στόμα του.
- Αν η ευγένειά σας, θέλει να περάσει εδώ τη νύχτα της, είπε ο ιδιοκτήτης του πανδοχείου, εκτός από κρεβάτι, που σ’ αυτό το χάνι δεν υπάρχει κανένα, όλα τα άλλα θα τα βρει σε αφθονία.
Βλέποντας ο Δον Κιχώτης την ταπεινότητα του πυργοδεσπότη, γιατί για τέτοιον τον πέρασε, απάντησε:
- Για μένα κύριε πυργοδεσπότη, μου αρκεί ο, τ ι και να ‘ναι. Στολίδια είναι τα όπλα μου και ξεκούραση οι μάχες.
Ύστερα είπε στον πανδοχέα να περιποιηθεί όσο γίνεται καλύτερα το άλογό του, γιατί σαν κι αυτό δεν υπάρχει δεύτερο στον κόσμο όλο.
Ο πανδοχέας το κοίταξε καλά, αλλά δεν του φάνηκε να είναι όπως τα έλεγε ο Δον Κιχώτης, ούτε καν στο μισό. Το βόλεψε ωστόσο στο στάβλο και γύρισε να δει τι θα πρόσταζε ο φιλοξενούμενός του.


-17-

Οι κοπέλες έβγαζαν την πανοπλία από το Δον Κιχώτη, δεν κατάφερναν ωστόσο να βγάλουν το προστατευτικό περιλαίμιο, ούτε και την αυτοσχέδια περικεφαλαία που την είχε δεμένη με πράσινες κορδέλες και έπρεπε να του τις κόψουν, γιατί δεν μπορούσαν να λύσουν τους κόμπους. Εκείνος όμως δεν τους το επέτρεπε με κανέναν τρόπο και έτσι έμεινε όλη τη νύχτα με την περικεφαλαία στο κεφάλι.
Κατόπιν τον ρώτησαν οι κοπέλες, αν ήθελε να φάει τίποτα.
- Θα έτρωγα οτιδήποτε, απάντησε ο Δον Κιχώτης, γιατί πιστεύω πως θα μου έκανε μεγάλο καλό.
Του έστρωσαν τραπέζι κοντά στην πόρτα του πανδοχείου που είχε περισσότερη δροσιά και του σερβίρισε ο πανδοχέας μια μερίδα κακομουσκεμένου, και ακόμα χειρότερα μαγειρεμένου, μπακαλιάρου και ένα κομμάτι ψωμί τόσο μαυρισμένο, όσο και τα όπλα του. Προκαλούσε πολύ γέλιο να τον βλέπεις να τρώει, γιατί καθώς φορούσε την περικεφαλαία στο κεφάλι και ανεβοκατέβαζε την κινητή προσωπίδα, δεν μπορούσε να βάλει τίποτα στο στόμα του, αν δεν του το έδινε και δεν του το έβαζε κάποιος άλλος. Μια από τις κοπέλες τον τάιζε και δεν θα μπορούσε να πιει τίποτα, αν ο πανδοχέας δεν του έβαζε στο στόμα ένα καλάμι που από την άλλη άκρη του έχυνε κρασί. Ο Δον Κιχώτης προτιμούσε να τα υπομένει όλα αυτά, παρά να κοπούν οι κορδέλες της περικεφαλαίας του.
Όμως εκείνο που τον ανησυχούσε περισσότερο ήταν που δεν είχε χριστεί ακόμα ιππότης. Και έτσι, όταν τέλειωσε το γεύμα του, φώναξε τον πανδοχέα, τον οδήγησε στο στάβλο που έδεναν τα άλογα, γονάτισε μπροστά του και του είπε:
- Δεν θα σηκωθώ ποτέ από εδώ, γενναίε ιππότη, προτού μου κάνει η ευγένειά σας μια ευεργεσία που θέλω να της ζητήσω!
Ο πανδοχέας, βλέποντας τον φιλοξενούμενό του στα γόνατα, τα ‘χασε και δεν ήξερε τι να πει και τι να κάνει. Επέμεινε να τον πείσει να σηκωθεί, μέχρι που αναγκάστηκε να του πει πως θα του έκανε την ευεργεσία που του ζητούσε.
- Τίποτα λιγότερο δεν περίμενα από την μεγαλοπρέπειά σας, κύριέ μου, αποκρίθηκε ο Δον Κιχώτης, και ευθύς σας λέω ότι η ευεργεσία που ζητώ να μου κάνετε είναι, αύριο να με χρίσετε ιππότη. Απόψε, στο παρεκκλήσι του πύργου σας θα κάνω αγρυπνία τα όπλα.
Ο πανδοχέας, που από την αρχή είχε την υποψία πως ο φιλοξενούμενός του δεν ήταν στα καλά του, ακούγοντας τα λόγια αυτά δεν του έμεινε η παραμικρή αμφιβολία γι’ αυτό, και για να έχει και κάποιον λόγο να γελάει τη νύχτα, αποφάσισε να ακολουθήσει την τρέλα του Δον Κιχώτη. Του είπε πως, αν και ο πύργος του δεν διέθετε παρεκκλήσι για να αγρυπνήσει τα όπλα,


-18 -

θα μπορούσε να το κάνει στην αυλή και πως το πρωί θα γινόταν το απαραίτητο τελετουργικό.
Μάζεψε ο Δον Κιχώτης τα κομμάτια της αρματωσιάς του και τα έβαλε πάνω σε μια γούρνα δίπλα σ’ ένα πηγάδι. Μετά πήρε στο ένα χέρι την ασπίδα και στο άλλο τη λόγχη και άρχισε να πηγαινοέρχεται μπροστά τους όλη τη νύχτα.
Εκείνη την ώρα του ήρθε κάποιου αγωγιάτη που φιλοξενούνταν στο χάνι, να κατέβει να ποτίσει τα άλογά του. Έβγαλε τα κομμάτια της αρματωσιάς πάνω από τη γούρνα και τότε ο Δον Κιχώτης άρχισε να φωνάζει:
- Ε , εσύ, όποιος και αν είσαι, παράτολμε ιππότη που τολμάς να αγγίξεις τα όπλα του πιο γενναίου περιπλανώμενου ιππότη που ακόμα δε ζώστηκε σπαθί! Κοίτα τη δουλειά σου και μην τα αγγίξεις, αν δεν θες να πληρώσεις με τη ζωή σου το θράσος σου!
Ο αγωγιάτης, δίχως να δώσει καμία σημασία στα λόγια του, πήρε τα όπλα και τα πέταξε στην άκρη. Όταν το είδε αυτό ο Δον Κιχώτης σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και, φέρνοντας στη σκέψη του τη Δοαυλσινέα του, είπε:
 

-20-

- Βοήθησε με αφέντρα της καρδιάς μου σε αυτήν την πρώτη πρόκληση που μου παρουσιάζεται!
Ρίχνοντας την ασπίδα του, πήρε στα δυο του χέρια τη λόγχη και έδωσε στο κεφάλι του αγωγιάτη ένα χτύπημα τόσο δυνατό που τον σώριασε κατά γης, μισολιπόθυμο. Ύστερα από αυτό, μάζεψε τα όπλα του και άρχισε και πάλι να πηγαινοέρχεται ατάραχος όπως και στην αρχή.
Μετά από λίγο, μη ξέροντας τι είχε συμβεί, κατέφτασε κι άλλος αγωγιάτης για να ποτίσει τα ζώα του. Έβγαλε τα όπλα του Δον Κιχώτη από τη γούρνα για να αδειάσει το μέρος και εκείνος, δίχως να πει κουβέντα, πέταξε και πάλι την ασπίδα, σήκωσε τη λόγχη του και την κοπάνισε με όλη του τη δύναμη στο κεφάλι του αγωγιάτη.
Ακούγοντας τη φασαρία βγήκαν έξω οι ένοικοι του πανδοχείου και οι άνθρωποι που συνόδευαν τους τραυματισμένους αγωγιάτες τον πήραν με τις πέτρες και ο Δον Κιχώτης αμυνόταν με την ασπίδα του.
Ο πανδοχέας τους φώναζε να τον αφήσουν γιατί είναι τρελός. Ο Δον Κιχώτης φώναζε ακόμη πιο δυνατά, αποκαλώντας τους προδότες και λέγοντας πως ο πυργοδεσπότης ήταν ένας κακορίζικος ιππότης, αφού επέτρεπε να συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο σε έναν περιπλανώμενο ιππότη.
Οι αγωγιάτες σταμάτησαν να τον πετροβολούν και ο Δον Κιχώτης συνέχισε και πάλι την αγρυπνία των όπλων με την ίδια ηρεμία όπως και πρωτύτερα.
Ο πανδοχέας αποφάσισε να ξεμπερδεύει μια ώρα αρχύτερα με τον Δον Κιχώτη. Του είπε πως, για να τον χρίσει ιππότη, αρκούσε ένα χτύπημα στο σβέρκο και ένα στην πλάτη και πως αυτό θα έπρεπε να γίνει στον κάμπο.

  
-21- 

Έφερε το τεφτέρι όπου κράταγε τους λογαριασμούς του. Ένας νεαρός έφερε ένα αλειμματοκέρι αναμμένο, και οι δυο κοπέλες πλησίασαν. Ύστερα, ο πανδοχέας πρόσταξε το Δον Κιχώτη να γονατίσει και άρχισε να διαβάζει από το τεφτέρι (σα να διάβαζε κάποιο τροπάριο) και στα μισά της ανάγνωσης σήκωσε το χέρι του και έδωσε ένα γερό χτύπημα με το πλατύ μέρος του σπαθιού στο σβέρκο του Δον Κιχώτη και, αμέσως μετά, ένα πιο ντελικάτο στην πλάτη του, συνεχίζοντας να μουρμουρίζει μέσα απ’ τα δόντια του λες και προσευχόταν. Ύστερα από αυτό, πρόσταξε τη μια από τις κοπέλες να τον ζώσει με το σπαθί του, όσο η άλλη του φόραγε τα σπιρούνια.
Και αφού τέλειωσε στα γρήγορα αυτό το τελετουργικό που παρόμοιο κανείς δεν ξανάδε, ο Δον Κιχώτης δεν έβλεπε την ώρα να καβαλήσει το άλογό του και να ξεκινήσει για περιπέτειες. Σέλωσε τον Ροσινάντη και καβάλησε. Αγκάλιασε τον πανδοχέα, λέγοντάς του παράξενα λόγια που είναι αδύνατον να τα μεταφέρω με ακρίβεια, και τον ευχαρίστησε που τον έχρισε ιππότη.
Ο πανδοχέας, που δεν έβλεπε την ώρα να τον ξεφορτωθεί, ανταπάντησε με λίγα λόγια και, χωρίς καν να του ζητήσει πληρωμή για τη φιλοξενία, τον άφησε να φύγει.



___________________________________________________________________________

[1]La Mancha. Περιοχή της κεντρικής Ισπανίας
[2] Ο συγκεκριμένος βαθμός ευγενείας που είχε ήταν αυτός του Ιδαλγού (hidalgo),ο κατώτερος ιεραρχικά
[3]Εl Cid. Εθνικός ήρωας της Ισπανίας (1043-1099)
[4]Τoboso. Χωριό της επαρχίας Λα Μάντσα
[5]Dulcinea. Από τη λέξη dulce που στα Ισπανικά σημαίνει γλυκό
[6]Rocinante. Από τη λέξη rocín που σημαίνει ισχνό, λιπόσαρκο και κοντό καματερό άλογο



__








 ~••.¸✽¸.••~

.