Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ

ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ:
ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΟΛΟ ΣΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΜΗ-ΟΛΟ
της Τζερέν Αιζσελτσούκ και του Γιάχυα Μ. Mάντρα
μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης

Park of idols-1939 by Paul Klee
Περίληψη
Διάφορες σύγχρονες και επιδραστικές προσπάθειες για μια συνάντηση της ψυχανάλυσης και του μαρξισμού στρέφονται προς το ερώτημα πώς είναι δυνατή μια κριτική και μια υπέρβαση του καπιταλισμού χωρίς επιστροφή σε μια ουτοπιστική σύλληψη του κομμουνισμού. Παίρνοντας αυτό το ερώτημα σοβαρά, το άρθρο ερευνά τις επιπτώσεις ορισμένων ψυχαναλυτικών κατηγοριών όπως το πραγματικό, η φαντασίωση, η απόλαυση [jouissance] και οι τύποι εμφυλοποίησης [sexuation] για τη μαρξική οικονομική και πολιτική ανάλυση. Ξαναδιαβάζοντας το μαρξισμό σε συνδυασμό με τη λακανική ψυχανάλυση, το άρθρο στοχεύει να διατυπώσει μια μετα- φαντασματική σχέση με την οικονομία του πλεονάσματος και, με αυτό τον τρόπο, να παραγάγει μια νέα ηθικο-πολιτική τοποθέτηση γύρω από την εκμετάλλευση και τον κομμουνισμό.

1. Εισαγωγή: Ψυχανάλυση και μαρξισμός
Στο Ψυχανάλυση και μαρξισμός, ο Ernesto Laclau (1990, σσ. 93– 96) επισημαίνει ότι πρέπει να αποφύγουμε μια επικρατούσα παρερμηνεία, κατά την οποία η ψυχανάλυση μπορεί να χρησιμεύσει ως ένα συμπληρωματικό πλαίσιο για τη θεραπεία των ανεπαρκειών του μαρξισμού. Κατά τον Λακλάου, για να έχει νόημα ένας θεωρητικός διάλογος ανάμεσα στον μαρξισμό και την ψυχανάλυση, είναι προαπαιτούμενο να υποβληθούν σε «ριζική διερώτηση» τα ορθολογιστικά και ιστορικιστικά αντανακλαστικά του πρώτου. Μόνο τότε, υποστηρίζει ο Λακλάου, θα είμαστε σε θέση να διακρίνουμε τα πιθανά σημεία σύγκλισης μεταξύ μαρξισμού και ψυχανάλυσης που θα μας επιτρέψουν να εγκαθιδρύσουμε έναν θεωρητικό κοινό χώρο για έναν «αληθινό διάλογο». Μάλιστα, αυτό ακριβώς το εγχείρημα αναλαμβάνει ο Λακλάου σε αυτό το σύντομο αλλά ρηξικέλευθο δοκίμιό του. Αρχίζει εντοπίζοντας μέσα στη μαρξική παράδοση εκείνες τις στιγμές συνάντησης με την ενδεχομενικότητα που διαταράσσουν τα λεκτικά κλεισίματα που διέπονται από τη λογική του οικονομικού ντετερμινισμού. Με αυτό τον τρόπο, ο Λακλάου ανοίγει ένα χώρο μέσα στον μαρξισμό ώστε να εισαγάγει τις συναφείς ψυχαναλυτικές κατηγορίες όπως «η λογική του σημαίνοντος» και «ο συστατικός χαρακτήρας της έλλειψης» προκειμένου να διευρύνει και να αναδείξει πλήρως την ύπαρξη μιας αρνητικής πολιτικής λογικής που ενοικεί στον μαρξισμό και τον στοιχειώνει (Laclau, 1990, σ. 96). Ωστόσο, η λαμπρή αποδόμηση της μαρξικής παράδοσης και των βασικών εννοιών της εκ μέρους του Λακλάου παραμένει ελλιπής εφόσον αφήνει εκτός αποδόμησης τις οικονομικές κατηγορίες του μαρξισμού –μια παράλειψη η οποία, κατά τη γνώμη μας, έχει ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση της μαρξικής πολιτικής οικονομίας από τις εργασίες του. Μόλις η θετικιστική λογική που βαραίνει κάποιες μαρξικές οικονομικές κατηγορίες όπως η αφηρημένη εργασία, η ταξική εκμετάλλευση και ο κομμουνισμός διαλυθεί, εγκαταλείπονται όχι μόνο αυτές οι έννοιες, αλλά και η οικονομική ανάλυση που τις χρησιμοποιεί.
Στο παρόν δοκίμιο, καταπιανόμαστε με αυτό το θεωρητικό κενό, επειδή βρίσκουμε ότι πολιτικά έχει μάλλον ως αποτέλεσμα να μας αφοπλίζει· ειδικά όσους από μας επιδιώκουμε να εμπνευστούμε από την ψυχανάλυση προκειμένου να επινοήσουμε κοινωνικές στρατηγικές για να κινηθούμε πέρα από τον καπιταλισμό.
Είναι αλήθεια ότι δεν μπορούμε απλώς να «προσθέσουμε» μια ψυχαναλυτική κριτική στη μαρξική πολιτική οικονομία χωρίς να ανασυγκροτήσουμε την τελευταία· αυτό όμως δεν σημαίνει να την αντιμετωπίσουμε ως κάποιο αμετάκλητα ουσιοκρατικό πλαίσιο που πρέπει να πεταχθεί στα σκουπίδια. Αντίθετα, η ψυχανάλυση θα είναι σε θέση να προσεγγίσει τη μαρξική παράδοση ως συνομιλητή μόνο εάν αναγνωρίσει την ταξική της ανάλυση και την πολιτική της φιλοδοξία να κινηθεί πέρα από την καπιταλιστική ηγεμονία, ως ένα ζωντανό ερευνητικό πρόγραμμα. Προς το σκοπό αυτό, στην αρχή του άρθρου εκθέτουμε την ιδιαίτερη ταξική ανάλυση που αναπτύσσουμε και την αντιπαραθέτουμε προς τη γενική κριτική του μαρξισμού εκ μέρους του Λακλάου, η οποία παραδόξως περιορίζει την τάξη σε ένα ουσιοκρατικό φαντασιακό. Στις επόμενες ενότητες βαθμιαία επικαλούμαστε και πάλι τις κεντρικές μαρξικές έννοιες του ανταγωνισμού, της εκμετάλλευσης και του κομμουνισμού, ενώ ταυτόχρονα τις ξανασκεφτόμαστε μέσα από ένα σύνολο ψυχαναλυτικών κατηγοριών όπως το πραγματικό, η κοινωνική φαντασίωση, η απόλαυση και οι τύποι εμφυλοποίησης. Καθώς ξανασκεφτόμαστε την ταξική ανάλυση σε συνδυασμό με την ψυχανάλυση, βρίσκουμε δυνατότητες όχι μόνο να επαναλάβουμε τη μαρξική κριτική της πολιτικής οικονομίας του καπιταλισμού, αλλά και να αναδιατυπώσουμε τον κομμουνισμό ως αξίωμα χωρίς να προσφεύγουμε σε ένα ουτοπικό κοινωνικό ιδανικό ως φαντασματική υποστήριξή του (Zizek, 2000, σσ. 19– 20).

2. Να ξανασκεφτούμε τις τάξεις
2.1 Από τον Λακλάου...
Ποιοι είναι οι λόγοι που ο μετα-μαρξισμός του Λακλάου εγκαταλείπει τις τάξεις; Το ερώτημα αυτό είναι αινιγματικό, δεδομένου ότι ο Λακλάου αιτιολογεί την αποδομητική του ανάλυση του μαρξισμού μέσω του στόχου να ανακτηθεί το «αρχικό νόημα των κατηγοριών της παράδοσης αυτής» (Laclau, 1990, σ. 93). Πιστεύουμε ότι στη βάση της παράβλεψης των τάξεων βρίσκεται μία σύγχυση ανάμεσα στιςλογικ ές και τα εννοιολογικά αντικείμενα (Diskin και Sandler, 1993), μια τάση που παρατηρούμε και σε άλλες μετα-θεμελιοκρατικές ιδιοποιήσεις του μαρξισμού. Τις περισσότερες φορές, η ουσιοκρατική λογική του οικονομικού ντετερμινισμού που έχει καταλήξει να οργανώνει τις βασικές έννοιες της μαρξικής παράδοσης σε κάποιες από τις εκδοχές της, εκλαμβάνεται ως εγγενής ιδιότητα των ίδιων των εννοιών. Για παράδειγμα, αυτό φαίνεται να υπονοεί ο Λακλάου όταν αποδοκιμάζει όσους μελετητές επικαλούνται συνήθως στις αναλύσεις τους και τις τάξεις, παράλληλα με άλλες ταυτότητες:
Αυτό που δεν συνειδητοποιεί ο ομιλητής είναι ότι αυτό που διατύπωσε είναι ριζικά ασυμβίβαστο με τη μαρξιστική θεωρία των τάξεων. Η μαρξιστική έννοια «τάξη» δεν μπορεί να ενταχθεί σε μια αλυσίδα απαρίθμησης ταυτοτήτων [φύλο, φυλή, εθνότητα κ.λπ.], επειδή απλούστατα υποτίθεται ως ο αρθρωτικός πυρήνας, γύρω από τον οποίο συγκροτείταικάθε ταυτότητα [...] Εάν ο όρος «τάξη» ενταχθεί σε μια αλυσίδα απαρίθμησης, έχει χάσει τον αρθρωτικό ρόλο της, χωρίς από την άλλη να αποκτήσει κάποιο νέο, ακριβές νόημα. (Laclau, 2000, σ. 297)
Λες και η τάξη, τώρα που εκτοπίστηκε από το προνομιούχο της καθεστώς να αποτελεί την ουσία της κοινωνικής ταυτότητας, έχει για πάντα καταδικαστεί σε μια μοίρα «επιπλέοντος σημαίνοντος». Παραμένει εγγενώς ανεπίδεκτη θεωρητικής ανασυγκρότησης. Γιατί όμως θα έπρεπε η τάξη, ως κατηγορία, να μην υπόκειται στην ανανοηματοδότηση στην οποία υποβλήθηκαν άλλα σημαίνοντα; 
Διαβάζοντας παρακάτω στο ίδιο κείμενο, συναντάμε μια πιθανή εξήγηση. Ο «ύστερος καπιταλισμός» όχι μόνο γεννά διαρκώς νέες μη ταξικές υποκειμενικές θέσεις, αλλά επιπλέον διαλύει και καθιστά άνευ πολιτικής σημασίας τα «τελευταία κατάλοιπα» ενοποιημένων ταξικών ταυτοτήτων, όπως των βιομηχανικών εργατών, των αγροτών και των ανθρακωρύχων. Αυτή η τάση καθίσταται σαφής στον ακόλουθο ισχυρισμό του Λακλάου:
Υπάρχουν ακόμη στον κόσμο μας απομεινάρια πλήρων ταξικών ταυτοτήτων –ένας θύλακος ορυχείων, κάποιες οπισθοδρομικές αγροτικές περιοχές– αλλά η κύρια γραμμή εξέλιξης εργάζεται προς την αντίθετη κατεύθυνση. (Laclau, 2000, σ. 301).
Στο απόσπασμα αυτό μπορούμε να δούμε πού βασίζεται η εξαφάνιση των τάξεων από τον λόγο του Λακλάου. Απ’ τη μια, βρίσκουμε τον Λακλάου στην αξιοπερίεργη θέση να ανεβάζει στη σκηνή την ορθολογιστική προβληματική των τάξεων όταν, προς έκπληξή μας, προβάλλει το απίθανο σενάριο ότι η τάξη κάποτε υπήρξε πραγματικά ως «πλήρης» και αυτοτελώς συγκροτημένη ταυτότητα. Απ’ την άλλη, τον βλέπουμε να πέφτει στον εμπειρισμό, όταν συνάγει ότι σήμερα μια τέτοια ορθολογιστική πολιτική λογική έχει χάσει το νόημά της λόγω της εξαφάνισης «πραγματικά υπαρκτών» ομάδων οι οποίες κάποτε ενσάρκωναν τις τάξεις. Νοούμενες μόνο ως πλήρως διαμορφωμένες και διαφανείς ταυτότητες –είτε ως μια παλαιότερη λογική άρθρωσης, είτε ως μια κοινωνική ομάδα που εκλείπει-, οι τάξεις αποβάλλονται από τις αναλύσεις του Λακλάου, εφόσον δεν μπορούν να ταιριάξουν εύκολα με την αρνητική λογική του κοινωνικού.
Έτσι, η κριτική του Λακλάου, στο μέτρο που στον μαρξισμό μπορεί μόνο να διαβάσει μια ουσιοκρατική σύλληψη των τάξεων, αποκλείει τη δυνατότητα να μεταφερθούν οι τάξεις στο μετα-θεμελιοκρατικό πλαίσιο ως μια βιώσιμη οικονομική έννοια.
Από τη μεριά μας, ασπαζόμαστε τη θεωρητική επένδυση του Λακλάου όταν προσπαθεί να εκθέσει το ουσιοκρατικό φορτίο μέσα στον μαρξισμό, στον βαθμό που αυτό ήταν αναγκαίο για την κριτική προς τις πολιτικά ασφυκτικές επιπτώσεις της μαρξιστικής ορθοδοξίας. Θεωρούμε όμως ότι, με τον καιρό, η έμφαση στις ουσιοκρατικές όψεις του μαρξισμού έχει παραγάγει ένα διαστροφικό αποτέλεσμα· όποιος βλέπει τις τάξεις ως μια ουσία και τίποτε άλλο, αποκλείει τη δυνατότητα να συναγάγουμε μια τελείως διαφορετική ανάγνωση της έννοιας αυτής μέσα από τη μαρξιστική παράδοση, καθώς και από τα ίδια τα γραπτά του Μαρξ. Με αυτό τον τρόπο, διαιωνίζει, υπό τη μορφή μιας κριτικής, την ίδια την ουσιοκρατία που ήθελε να καταγγείλει. Θα θέλαμε λοιπόν τώρα να στραφούμε προς μια διαφορετική ανάγνωση των τάξεων.

2.2 ... στους Resnick και Wolff
Ακολουθώντας την αντι-ουσιοκρατική ανάγνωση τουΚεφαλαίου του Μαρξ από τους οικονομολόγους Stephen Resnick και Richard Wolff (1987),2 ορίζουμε την τάξη ως μια οικονομική διαδικασία που αποτελείται από δύο διακριτές στιγμές: τη στιγμή ιδιοποίησης της υπερεργασίας, οπότε διαμορφώνεται η παρουσία και η μορφή της εκμετάλλευσης, και τη διανεμητική στιγμή, οπότε η ιδιοποιημένη υπερεργασία διασπείρεται προς ποικίλους κοινωνικούς προορισμούς. Περιγράφοντας την τάξη ως διαδικασία και όχι ως μια αυτοτελώς συγκροτημένη πολιτική ταυτότητα που διέπεται από οικονομιστική λογική, καθιστούμε ορατές τις «πολύπλευρες μορφές ταυτίσεων» και παρεμβάσεων που μπορεί να σχετίζονται με αυτήν (Callari, 1991, σ. 205). Για μας, μια σχέση με το ταξικό φαινόμενο ενεργοποιείται όποτε έχουμε ένα αποτέλεσμα που προκύπτει από τον τρόπο ή τη μορφή παραγωγής, ιδιοποίησης και κατανομής της υπερεργασίας.

3.Η έννοια της αφηρημένης εργασίας είναι για μας απαραίτητη. 
Όχι επειδή την κρίνουμε ως το αληθές μέτρο ή την απαραμείωτη ουσία της οικονομικής αξίας.3 Αυτό που μας ενδιαφέρει στην αφηρημένη εργασία, και την ταξική ανάλυση που αυτή επιτρέπει, είναι τα θεωρητικά αποτελέσματα και οι πολιτικές επιπτώσεις της. Όταν κοιτάξουμε την οικονομία μέσα από το πρίσμα του υπολογισμού του χρόνου εργασίας, αυτό που βλέπουμε είναι η κοινωνική αλληλεξάρτηση που σχηματίζεται σε σχέση με την παραγωγή και τη διανομή αφηρημένης εργασίας, και όχι μια συνάθροιση ορθολογικών ατόμων που εισέρχονται σε αγοραίες ανταλλαγές για να αυτο-μεγιστοποιήσουν τα οικονομικά τους οφέλη, όπως διατείνεται η νεοκλασική οικονομική θεωρία. Ομοίως, ο διχασμός μεταξύ αναγκαίας εργασίας και υπερεργασίας είναι σημαντική για μας ως ένα λεκτικό «κλειδί» για να διαβάσουμε τις κοινωνικές παρεμβάσεις ως αγώνες γύρω από ταξικές διαδικασίες. Η διάκριση μας επιτρέπει να πολιτικοποιήσουμε την οικονομία γύρω από μια ταξική κατανόηση της κοινωνικής σύγκρουσης.
Ας κοιτάξουμε το ζήτημα αυτό από πιο κοντά. Για τη μαρξική οικονομική θεωρία, ούτε τα αντίστοιχα ποσοστά αναγκαίας εργασίας και υπερεργασίας, ούτε οι πιθανοί προορισμοί της ιδιοποιημένης υπερεργασίας θα μπορούσαν να καθοριστούν a priori. Πράγματι, δεν υπάρχει κανένας σταθερός και καθολικά αποδεκτός τρόπος ή λογική διεξαγωγής και θέσμισης για τη διαδικασία της επιτέλεσης, της ιδιοποίησης και της διανομής της υπερεργασίας. Τις πολυάριθμες συζητήσεις στο εσωτερικό της μαρξικής βιβλιογραφίας γύρω από τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, τη σχέση μεταξύ πατριαρχίας και καπιταλισμού, την άρθρωση των τρόπων παραγωγής, την εννοιολογική θέση του ασιατικού τρόπου παραγωγής και τις παραλλαγές των διάφορων μορφών καπιταλισμού, τις αντιλαμβανόμαστε ως προσπάθειες να αναμετρηθεί κανείς με αυτή την έλλειψη, να διατυπώσει ορισμούς και διακρίσεις μεταξύ των προσίδιων ταξικών ιδιοτήτων και λογικών, και έτσι να τις σταθεροποιήσει προσωρινά. Το γεγονός ότι παρόμοιες συζητήσεις παραμένουν κατά μεγάλο μέρος ανεπίλυτες, ενώ συνεχίζουν να επανεμφανίζονται με διάφορες μορφές, μαρτυρεί ότι είναι αδύνατο να φτιάξουμε μία ξεκάθαρη χαρτογραφία για το πλήθος των ταξικών δομών και τα κριτήρια ορισμού τους. Μάλιστα, θεωρούμε ότι η ίδια η έννοια της τάξης προκύπτει ως συνέπεια των επανειλημμένων προσπαθειών του Μαρξ να βάλει σε μία τάξη τις μεταβαλλόμενες μορφές οικονομικών οργανώσεων που υπήρξαν η μια δίπλα στην άλλη κατά τη μακρόχρονη διαδικασία της λεγόμενης «μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό». Το να υποστηρίξουμε το αντίθετο, δηλαδή να ισχυριστούμε ότι ο Μαρξ κατασκεύασε τις έννοιες της ταξικής ανάλυσης εστιάζοντας αποκλειστικά στον καπιταλισμό (και έπειτα τις εφάρμοσε αναδρομικά στον «προ-καπιταλισμό»), θα σήμαινε ότι παραμελούμε το πώς ο Μαρξ επίμονα μελετούσε, θεωρητικοποιούσε και συνέκρινε μεταξύ τους τις διάφορες οικονομικές μορφές (φεουδαρχία, πρωτόγονος κομμουνισμός, απλή εμπορευματική παραγωγή, καπιταλισμός) προτού φθάσει στην έννοια της τάξης. Με αυτή την ακριβή έννοια, θεωρούμε την «τάξη» ως το «συγκεκριμένο καθολικό» της μαρξικής παράδοσης (Zizek, 1999, σσ. 101– 102)· η «τάξη» ως έννοια, μολονότι προκύπτει από τις αναλύσεις του Μαρξ για τις διαφοροποιημένες συγκεκριμένες εκδηλώσεις της, ποτέ δεν καταφέρνει να αποκτήσει ένα τελικό σχήμα σε κάποια από αυτές τις μορφές.
Αυτή ακριβώς η απουσία μιας προκατασκευασμένης/ προ-δεδομένης κατευθυντήριας γραμμής μετατρέπει τη διαίρεση της ζωντανής εργασίας στα δύο συστατικά της –το αναγκαίο και το επιπλέον (π.χ. απόσπαση του πλεονάσματος)– και τη διανομή του πλεονάσματος, σε «γεωμετρικούς τόπους» πάλης για την ηγεμονία. Διότι, πράγματι, αυτή η διαίρεση της ζωντανής εργασίας σε δύο συνιστώσες, την αναγκαία εργασία και την υπερεργασία, δεν είναι μήπως ένας άλλος τρόπος να πούμε ότι «η κοινωνία δεν υπάρχει» (Laclau, 1990, σσ. 89– 92); Ακριβώς όπως το υποκείμενο και το κοινωνικό δεν είναι ποτέ δεδομένα, αλλά συνεχώς μορφοποιούνται στους αγώνες για την ηγεμονία, έτσι και το τι είναι «αναγκαίο» και τι «πλεόνασμα», καθώς και οι τρόποι κατανομής του τελευταίου, δεν είναι χαραγμένα σε πέτρινες πλάκες, αλλά πάντοτε αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεων και αγώνων. Κατά ειρωνικό τρόπο, η μαρξική πολιτική οικονομία, με τη διάκρισή της ανάμεσα σε αναγκαία εργασία και υπερεργασία, η οποία εγκαθιστά την αστάθεια στην καρδιά της οικονομικής ανάλυσης, ήταν πάντοτε ήδη εννοιολογικά ενήμερη για τη μετα- μαρξιστική θεωρητική κατάκτηση ότι «η κοινωνία είναι αδύνατη».

3.2 «Δεν υπάρχει ταξική σχέση»
Ο ισχυρισμός ότι η ζωντανή εργασία είναι καταστατικά διχασμένη, μας αναγκάζει να εγκαταλείψουμε την αφελή πίστη στη δυνατότητα ενός μη ανταγωνιστικού, αρμονικού τρόπου οργάνωσης και ρύθμισης των διαδικασιών παραγωγής, ιδιοποίησης και διανομής του πλεονάσματος. Με άλλα λόγια, η μετάφραση της λακανικής διατύπωσης σχετικά με το «αδύνατο της σεξουαλικής σχέσης» στο πλαίσιο της ταξικής ανάλυσης, την οποία πρότεινε ο Slavoj Zizek, συνοψίζει επιτυχώς τη απορητική θέση όσων εμπλέκονται στην παραγωγή και τη διανομή οικονομικής αξίας: «Δεν υπάρχει ταξική σχέση» (Zizek, 1989, σ. 126, 1990, σ. 251, 1998, σ. 81). Αντιλαμβανόμαστε τη διατύπωση αυτή όχι υπό την έννοια ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένες ταξικές δομές, αλλά ότι οποιαδήποτε απόπειρα όσων μετέχουν στην ταξική διαδικασία (καταλαμβάνοντας αντίστοιχα τις διαφορετικές ταξικές θέσεις εκείνου που επιτελεί, ιδιοποιείται, διανέμει ή καρπούται υπερεργασία) να εγκαθιδρύσουν έναν «ομαλό» τρόπο ταξικής οργάνωσης, είναι καταδικασμένη να αποτύχει.
Εδώ, βλέπουμε πόσο κρίσιμο είναι να επικαλεστούμε την ψυχαναλυτική κατηγορία του «Πραγματικού» προκειμένου να συλλάβουμε το μη αναγώγιμο καθεστώς του ταξικού ανταγωνισμού: ο ταξικός ανταγωνισμός, καθότι Πραγματικό, δεν αναφέρεται στους ιδιαίτερους ανταγωνισμούς μεταξύ δουλοπάροικου και αφέντη, προλετάριου και κεφαλαιοκράτη, δούλου και κυρίου ή άλλων διανομέων και καρπωτών του πλεονάσματος, αλλά εκφράζει την ίδια την αδυνατότητα να επιτευχθεί μια ιδανική ταξική δομή που να μπορεί να ρυθμίσει τελειωτικά τους αγώνες γύρω από τη ζωντανή εργασία:
Για να συλλάβουμε την έννοια του ανταγωνισμού στην πιο ριζική της διάσταση, πρέπει να αντιστρέψουμε τη σχέση μεταξύ των δύο όρων: δεν είναι ο εξωτερικός εχθρός που δεν μου επιτρέπει να επιτύχω την ταυτότητα με τον εαυτό μου, αλλά κάθε ταυτότητα είναι ήδη καθεαυτή εμποδισμένη, σημαδεμένη από μια αδυνατότητα, και ο εξωτερικός εχθρός είναι απλά το μικρό κομμάτι, το υπόλοιπο της πραγματικότητας επάνω στο οποίο «προβάλλουμε» ή «εξωτερικεύουμε» αυτή την εγγενή, εγγενή αδυνατότητα. (Zizek, 1990, σ. 252)
Το πραγματικό του ταξικού ανταγωνισμού, επομένως, αναφέρεται στην ίδια την αδυνατότητα να εγκαθιδρυθεί ένας ταξικός σχηματισμός που θα καθόριζε άπαξ δια παντός το ποσοστό και τους διάφορους προορισμούς της υπερεργασίας. Στην πραγματικότητα, διάφορες συγκεκριμένες εκφάνσεις ταξικών θέσεων (αφέντης και δουλοπάροικος, εργοδότης και υπάλληλος κ.λπ.) επινοούνται κοινωνικά προκειμένου να αντισταθμιστεί η ανυπαρξία ταξικής σχέσης. Ο κάθε συγκεκριμένος ταξικά διαρθρωμένος χώρος (μια καπιταλιστική επιχείρηση, μια φυτεία σκλάβων, μια φεουδαρχική οικογένεια ή ένας συνεταιρισμός που ανήκει στους εργαζομένους) είναι μια πολύπλοκη συνάθροιση κοινωνικών εργαλείων, π.χ. νομικών διαρρυθμίσεων,πολιτιστικών ταυτίσεων, τεχνολογιών διαχείρισης της παραγωγής και της εργασίας, λογιστικών πρακτικών, κοινωνικών κανόνων και πολιτικών ιδεολογιών. Μέσω αυτών των κοινωνικών επινοήσεων ή θεσμικών εργαλείων, συγκεκριμένες κοινότητες προσπαθούν να αντισταθμίσουν την απουσία ενός συνόλου κανόνων που θα έκανε πραγματικότητα την εύρυθμη λειτουργία των ταξικών σχέσεων. Θεωρούμε ότι πρέπει να διαβάσουμε το σύνολο των κοινωνικών όρων (μη) ύπαρξης κάθε μορφής ιδιοποίησης του πλεονάσματος ως δομημένους σαν έναν αντιφατικόφαντασιωσικό σχηματισμό.4 Με άλλα λόγια, κάθε συγκεκριμένη ταξική δομή, ακόμη και ένας ιδιαίτερος ταξικός ανταγωνισμός, π.χ. ανάμεσα σε «αφεντικά» και «εργαζομένους», είναι «ήδη ένας “αντιδραστικός” ή “αμυντικός” σχηματισμός, μια προσπάθεια “αντιμετώπισης” (συμφιλίωσης, εξειρήνευσης) του τραύματος του ταξικού ανταγωνισμού» (Zizek, 1998, σ. 81).

3.3 Η σημασία της απόλαυσης
Ωστόσο, μια τέτοια εξημέρωση δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί πλήρως. Αργά ή γρήγορα, το πραγματικό πάντοτε θα εκραγεί και θα οδηγήσει στη διάλυση μιας ιδιαίτερης κοινωνικής διευθέτησης. Αυτή η επιστροφή του πραγματικού, όμως, δεν πρέπει να τη φανταστούμε ως έναν εξωγενή κλονισμό που υπονομεύει την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος. Οι καταστρεπτικές δυνάμεις του πραγματικού αναδύονται από τα μέσα: το λακανικό υποκείμενο είναι το υποκείμενο της απόλαυσης και θα κάνει τα πάντα για να «διασφαλίσει και να προωθήσει» την «ιδιαίτερη σχέση της με την απόλαυση» (McGowan, 2004, σ. 3)· το υποκείμενο «θα θυσιάσει οτιδήποτε (ακόμη και τη ζωή) για αυτό το ιδιαίτερο Πράγμα» (σ. 5). Πρόκειται για τη λογική αυτού που ο Φρόιντ αποκάλεσε ενόρμηση του θανάτου, και παρακάτω θα επανέλθουμε για να εξερευνήσουμε πώς εμφανίζεται η λογική αυτή στα πλαίσια του καπιταλιστικού ανταγωνισμού.
Ωστόσο, ακριβώς επειδή το υποκείμενο είναι υποκείμενο της απόλαυσης, και όχι του ορθολογικού υπολογισμού, αυτή η δυνατότητα διάλυσης δεν πρέπει να υπερτιμάται. Κατ’ αρχάς, πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν υπάρχει κανένα καθαρό «οικονομικό συμφέρον» που να μην είναι πιασμένο μέσα στην απόλαυση, να μη διαμορφώνεται απ’ αυτήν και να μη χρωματίζεται με την κηλίδα της. Μάλιστα, ως ταξικοί αναλυτές, το βρίσκουμε αναγκαίο να λάβουμε υπόψη τις ψυχικές «επενδύσεις» και τα φαντασιωσικά σενάρια που οργανώνουν και προσδίδουν συνοχή στις ταυτίσεις αυτών των ταξικά συγκροτημένων υποκειμένων:
… η ψυχανάλυση [αποσαφηνίζει] το καθεστώς αυτής της παράδοξης απόλαυσης ως την πληρωμή που ο υφιστάμενος την εκμετάλλευση, ο υπηρετών, εισπράττει για την εξυπηρέτηση του Κυρίου. Αυτή η απόλαυση, φυσικά, προκύπτει πάντοτε μέσα σε ένα ορισμένο φαντασιωσικό πεδίο· έτσι, η κρίσιμη προϋπόθεση για να σπάσουμε τις αλυσίδες της δουλείας είναι “να διανύσουμε τη φαντασίωση” που δομεί την απόλαυσή μας κατά τρόπο που μας κρατά προσδεμένους στον Κύριο –που μας κάνει να δεχόμαστε το πλαίσιο της κοινωνικής σχέσης κυριάρχησης. (Zizek, 1997, σ. 48)
Αναδεικνύοντας την οικονομία της απόλαυσης, λαμβάνοντας υπόψη τους ιδιαίτερους τρόπους με τους οποίους τα ταξικά συγκροτημένα υποκείμενα ενδέχεται να εμπλέκονται στην αναπαραγωγή των σχέσεων εκμετάλλευσης, η ψυχανάλυση μας υπενθυμίζει ότι η απλή διάδοση της γνώσης ότι υπάρχει ταξική εκμετάλλευση (π.χ. η θαρραλέα στάση να «μιλήσουμε τη γλώσσα της αλήθειας απέναντι στην εξουσία») σπάνια αρκεί για να προκαλέσει ταξικό μετασχηματισμό. Κάτι επιπλέον, κάτι που να λαμβάνει υπόψη τη λιβιδινική οικονομία, κάτι συγγενές σε αυτό που ο Ζίζεκ αποκαλεί «διάνυση της φαντασίωσης», φαίνεται να είναι απαραίτητο για να προκαλέσει τον εκούσιο κοινωνικό μετασχηματισμό που θα μας επιτρέψει να διανοίξουμε το μέλλον.
Μέχρι αυτό το σημείο, έχουμε υποστηρίξει ότι οι «τάξεις» πρέπει να εννοιολογηθούν ως η διαδικασία επιτέλεσης, ιδιοποίησης και διανομής της υπερεργασίας και ότι δεν υπάρχει κάποιος «ομαλός τρόπος» εγκαθίδρυσής τους. Επιπλέον, αντί να προσδέσουμε κάθε ιδιαίτερο τρόπο υποκειμενικότητας πάνω σε μια εκ των προτέρων συγκροτημένη ταξική δομή, υποστηρίξαμε ότι ιδιαίτεροι τρόποι υποκειμενικότητας και φαντασιωσικοί σχηματισμοί συγκροτούν την ταξική δομή. Ωστόσο, έχουμε επίσης υποστηρίξει ότι όλες οι προσπάθειες να «σταθεροποιήσουμε»5 τις τάξεις είναι καταδικασμένες να αποτύχουν. Σε όσα ακολουθούν, υποστηρίζουμε ότι υπάρχουν δύο ευδιάκριτες μορφές αποτυχίας. Με άλλα λόγια, θα «εμφυλοποιήσουμε» τους πολλαπλούς τρόπους με τους οποίους οι κοινότητες οργανώνουν τη σχέση τους με το πλεόνασμα. Με αυτό τον τρόπο, ο στόχος μας είναι να διατυπώσουμε μια θηλυκή ηθική του «μη-όλου» που θα μας επιτρέψει να κινηθούμε πέρα από το καπιταλιστικό παρόν και την αρσενική λογική του «όλου».

The dance of the west by Paul Klee
4. Η εκμετάλλευση ως εξαίρεση
4.1 Το αρσενικό σύμπαν της καπιταλιστικής επιχείρησης
Το γεγονός ότι η ιδιοποίηση του πλεονάσματος αποτελεί τη συστατική εξαίρεση του καπιταλιστικού όλου διευκρινίζεται ίσως κατά τον καλύτερο τρόπο στις σελίδες από τον Τόμο 3 τουΚεφαλαίου περί μετοχικής εταιρίας, όπου ο Μαρξ, avant la lettre, αποδομεί το «κέρδος» της «νεωτερικής» καπιταλιστικής επιχείρησης. Σε αυτές τις εξαιρετικά ισχυρές σελίδες, ο Μαρξ υποστηρίζει ότι, με την έλευση του χρηματικού κεφαλαίου, ο κεφαλαιοκράτης «επιχειρηματίας» έχει διαλυθεί σε διάφορες λειτουργίες που τώρα τις παρέχουν διακριτές οντότητες. Ο κεφαλαιούχος δεν είναι πλέον απαραίτητο να είναι ο διευθυντής, ο λογιστής, ο υπεύθυνος μάρκετιγκ κ.λπ.· μπορεί να προσλάβει ανθρώπους που να εκτελούν αυτά τα καθήκοντα. Ούτε απαιτείται ο κεφαλαιούχος να είναι ιδιοκτήτης κεφαλαίου· το κεφάλαιο μπορεί να το δανειστεί από χρηματοδοτικούς οργανισμούς ή να το συγκεντρώσει πουλώντας μετοχές στο χρηματιστήριο. Καθώς ο ρόλος, ο λόγος ύπαρξης και η ανάγκη για «τον κεφαλαιούχο» εξατμίζεται,το κέρδος εμφανίζεται έτσι απλώς ως η ιδιοποίηση της υπερεργασίας άλλων, που προκύπτει από το μετασχηματισμό των μέσων παραγωγής σε κεφάλαιο· δηλαδή από την αποξένωσή τους απέναντι στον πραγματικό παραγωγό· από την αντιπαράθεσή τους, ως ιδιοκτησία κάποιου άλλου, απέναντι σεόλα τα άτομα που είναιπρ αγματικ ά ενεργά στην παραγωγή, από το διευθυντή μέχρι και τον χαμηλότερο μεροκαματιάρη. (Μarx, 1894, 1991, σ. 568· υπογραμμίζουμε εμείς).
Σημειωτέον ότι η λέξη «όλα» σε αυτή την παράγραφο αναφέρεται όχι μόνο στους άμεσα εργαζόμενους, αλλά και σε όλους τους αποδέκτες του πλεονάσματος («από το διευθυντή μέχρι και τον χαμηλότερο μεροκαματιάρη»).
Το καθολικό σύνολο τωνόλων που υπάγεται υπό την «καπιταλιστική» επιχείρηση συγκροτείται από μια εξαίρεση, μια οντότητα που απολαμβάνει «το πλεόνασμα άλλων» αλλά δεν δίνει τίποτε σε αντάλλαγμα. Για να χρησιμοποιήσουμε τη λακανική γλώσσα της αρσενικής λογικής, η στιγμή της ιδιοποίησης, απεσταγμένη σε καθαρή μορφή ως καπιταλιστική μετοχική εταιρία, είναι η εξαίρεση στον νόμο της «ανταλλαγής ισοδυνάμων» στον οποίο υπόκεινται όλες οι άλλες συνιστώσες της καπιταλιστικής ταξικής δομής («όλα τα άτομα που είναι
πραγματικά ενεργά») (Lacan, 1975, 1998, σσ. 64– 89· για χρήσιμες αναπτύξεις σχετικά με τους τύπους προϊόν σε προϊόν, από αγορά σε αγορά, από φαντασίωση σε φαντασίωση» (σ. 60), η παροχή απόλαυσης έχει γίνει συστατική για τον καπιταλισμό.
Ωστόσο, για τους δικούς μας σκοπούς, επειδή η έμφασή μας είναι στις σφαίρες της παραγωγής και της διανομής (τους γεωμετρικούς τόπους των ταξικών αγώνων) παρά στη σφαίρα της κατανάλωσης (πραγματοποίησης της υπεραξίας), βρίσκουμε επίσης χρήσιμο να εισαγάγουμε στην όλη εικόνα τη λογική της ενόρμησης.6 Σε αντίθεση με την επιθυμία, η οποία κινείται από ένα αντικείμενο σε άλλο, η ενόρμηση βρίσκει ικανοποίηση στην επαναληπτική, κυκλική κίνησή της. Σύμφωνα με τον Ζίζεκ, η κυκλική σπείρα της ενόρμησης κλείνει πάνω στον εαυτό της «τη στιγμή που, στη στράτευσή μας σε μια σκόπιμη δραστηριότητα (δραστηριότητα που κατευθύνεται προς κάποιο στόχο), ο δρόμος προς αυτό τον στόχο, οι χειρονομίες που κάνουμε για να τον επιτύχουμε, αρχίζουν να λειτουργούν ως στόχος καθαυτός, ως ο σκοπός του εαυτού του, ως κάτι που φέρνει την ίδια του την ικανοποίηση» (Zizek, 1999, σ. 304). Για να δούμε πώς η έννοια της ενόρμησης εμφανίζεται στην ανάλυσή μας, θα ήταν αρκετό να υπενθυμίσουμε το γνωστό θέμα της πολιτικής οικονομίας, την ποιοτική αλλαγή στην τονικότητα της οικονομικής δραστηριότητας που προκαλεί η μετάβαση από την απλή εμπορευματική ανταλλαγή (Ε-Χ-Ε) στη διευρυμένη αναπαραγωγή της αξίας (Χ-Ε-Χ’). Οι κοινωνικοί φορείς που περιστρέφονται περί το καπιταλιστικό
πλεόνασμα –στο βαθμό που αγωνίζονται για το πλεόνασμα με σκοπό τη διευρυμένη αναπαραγωγή της αξίας (Χ-Ε-Χ’), αλλά όχι κάποιον άλλο επιτεύξιμο στόχο– θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουν πιαστεί στα δίχτυα του θανάσιμου κυκλώματος της ενόρμησης, διατεθειμένοι να «θυσιάσουν τα πάντα» για «περισσότερο»:
Γι’ αυτό, οι αξίες χρήσης δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν ποτέ ως άμεσος στόχος του κεφαλαιούχου· το ίδιο ισχύει για το κέρδος και για κάθε μεμονωμένη συναλλαγή. Στόχος του είναι μάλλον η ακατάπαυστη κίνηση της κερδοφορίας. (Μarx, 1867, 1990, σ. 254)
Η έμφαση είναι στην παθητική φωνή (έχουν πιαστεί στα δίχτυα) ακριβώς επειδή αυτά τα υποκείμενα του καπιταλιστικού όλου, εφόσον πρόκειται να συνεχίσουν να λειτουργούν ως επικερδείς επιχειρήσεις, είναι αναγκασμένα να παλεύουν το ένα με το άλλο για πλεόνασμα –ακόμη και αν αυτό θα σήμαινε να τεθούν εκτός λειτουργίας (Cullenberg, 1994). Ωστόσο, σε αντίθεση με όσα αφήνει να νοηθεί το φαντασιωσικό σενάριο «του αόρατου χεριού», αυτές οι μάχες στο μικρο-επίπεδο δεν συναθροίζονται σε κανονικότητες στο μακρο-επίπεδο. Στο μικρο-επίπεδο έχουμε μόνο τις ενδογενείς τάσεις κρίσης που διαταράσσουν την εύρυθμη λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας.
Δεν θα πρέπει πάντως να βιαστούμε να βρούμε την αναίρεση του καπιταλιστικού όλου σε αυτές τις κρισιακές τάσεις. Έχουμε ήδη καταδείξει ότι οι «μάχες ανταγωνισμού» που απαριθμούνται ανωτέρω, στο βαθμό που δεν αμφισβητούν το εξαιρετικό καθεστώς τού «κάτι έναντι μηδενός», αποτελούν όλες μέρος του καπιταλιστικού «θεάματος» που μας συναρπάζει. Ακόμη και ο τρελός χορός του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, η απεριόριστη κίνηση του κεφαλαίου, είναι ένας επιπλέον τρόπος να αποφύγουμε την αρνητικότητα στον πυρήνα της ταξικής διαδικασίας, δηλαδή ακριβώς την απουσία ενός «κανονικού» τρόπου θέσμισης των τάξεων.

4.2 Πέρα από την αστική ηθική
Όταν λοιπόν ο Μαρξ αποδομεί το καπιταλιστικό κέρδος στις διάφορες κοινωνικές του λειτουργίες, σκοπός του είναι να καταστήσει τον «κεφαλαιούχο» μια κενή και άνευ νοήματος οντότητα που δεν έχει τίποτα να δώσει, και που ως τέτοια δεν είναι απαραίτητη για την αναπαραγωγή της κοινότητας. Αναδεικνύοντας στρατηγικά το εξαιρετικό καθεστώς ιδιοποίησης που απολαμβάνει ο κεφαλαιούχος ως απολύτως αστήρικτο, ο Μαρξ εκθέτει την παραβίαση που έγκειται στην καρδιά του καπιταλιστικού νόμου της ίσης ανταλλαγής: εντός της σφαίρας της κυκλοφορίας ο καθένας θεωρείται ίσος, όταν όμως μετακινηθούμε στο «άδυτο της παραγωγής», ο λόγος περί ισότητας εξανεμίζεται (Μarx, 1867, 1990, σσ. 279–280). Στον μαρξικό κανόνα, αυτή η σκανδαλώδης αναστολή της αστικής τάξης πραγμάτων, δηλαδή της τυπικής (αγοραίας) ισότητας, δεν είναι παρά η στιγμή της εκμετάλλευσης. Αυτή η κατανόηση της εκμετάλλευσης παρέχει το υπόβαθρο για μια διατύπωση της μαρξικής ηθικής με βάση την «κοινωνική κλοπή»: «Μερικά άτομα “κλέβουν” υπερεργασία (ή τους καρπούς της) από εκείνους που την έχουν παραγάγει» (Wolff και Resnick, 1987, σ. 125). Η μέθοδος της κριτικής που απευθύνει ο Μαρξ στην καπιταλιστική τάξη πραγμάτων είναι ανάλογη με μια από τις δυνατές στρατηγικές που αναφέρονται στη λακανική θεωρία ως ένας τρόπος να «διασχίσουμε τη φαντασίωση». Μπορεί δηλαδή να υποστηριχθεί ότι, φέρνοντας την αστική τάξη πραγμάτων αντιμέτωπη με την εξαίρεσή της, η κριτική του Μαρξ ουσιαστικά αναγκάζει το αστικό δίκαιο να εξαπολύσει το συστατικό ψέμα του και να ταυτιστεί με την «εγγενή του καταπάτηση» στο βασίλειο της παραγωγής –πράγμα που, φυσικά, θα επιφέρει και την ολοκληρωτική του διάλυση.
Εάν τον δούμε υπ’ αυτό το φως, ο ορισμός της εκμετάλλευσης ως κοινωνικής κλοπής καταφέρει ένα πλήγμα στην καπιταλιστική φαντασίωση της ισότητας (σε κάθε παράγοντα της παραγωγής, δηλαδή εργασία, κεφάλαιο και γη, επιστρέφεται η δίκαιη ανταμοιβή του, δηλαδή το «οριακό προϊόν» που ο καθένας εισφέρει στην κοινωνική παραγωγή) και στα ατομικά δικαιώματα. Ωστόσο, το ανατρεπτικό δυναμικό μιας τέτοιας στρατηγικής με όρους αναίρεσης της κυριαρχίας της καπιταλιστικής φαντασίωσης δεν στερείται μειονεκτημάτων. Αν περιοριστούμε στο να εκθέσουμε απλώς το άσεμνο (παραβατικό) συμπλήρωμα του νόμου, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να παλινορθώσουμε την ίδια την αρσενική λογική που θέλουμε να ανατρέψουμε.
Πράγματι, πολλοί στο εσωτερικό της μαρξικής παράδοσης έχουν ερμηνεύσει την κριτική του Μαρξ προς την καπιταλιστική εκμετάλλευση κατά τέτοιο τρόπο, που τελικά οδήγησε στο να επικρατήσει μια σύλληψη του κομμουνισμού ως του κοινωνικού συστήματος που οργανώνει την απλή αντιστροφή του καπιταλιστικού νόμου. Μέσα από την επίκληση μιας παραλλαγής της λοκιανής ιδέας ότι ο καθένας πρέπει να έχει δικαίωμα κυριότητας επί των καρπών της εργασίας του, τέτοιες ερμηνείες ουσιαστικά ζητούν να αντικαταστήσουμε τους καπιταλιστές με τους νέους και «νόμιμους» καρπωτές της υπεραξίας, δηλαδή τους μισθωτούς εργαζομένους που προηγουμένως υφίσταντο εκμετάλλευση (για μια επισκόπηση πρόσφατων μαρξικών συζητήσεων περί «ταξικής δικαιοσύνης» βλ. DeMartino, 2003).
Δεν είναι δύσκολο να δούμε πώς ένα τέτοιο αντίδοτο για τις κοινωνικές αδικίες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης μπορεί τελικά να καταλήξει σε παλινόρθωση της αστικής ηθικής της ισότητας και των ατομικών δικαιωμάτων υπό τη μορφή του κομμουνισμού. Από τη δική μας ψυχαναλυτική οπτική, η συγκεκριμένη κατανόηση του κομμουνισμού μάς φαίνεται απαράδεκτη, διότι δεν έχει απομακρυνθεί και πολύ από το φαντασιωσικό σενάριο που διαμορφώνει το καπιταλιστικό όλο. Πρώτα απ’ όλα, επανεγγράφει την καπιταλιστική οικονομία της απόλαυσης σε σχέση με το πλεόνασμα ως ένα πράγμα που μπορεί να κατέχεται. Μια παρεπόμενη πεποίθηση είναι ότι αρκεί απλώς οι άμεσα εργαζόμενοι να ανακτήσουν αυτό που ήταν πάντοτε δικαιωματικά δικό τους, δηλαδή την υπεραξία, και τότε το εργαζόμενο άτομο θα ανακτήσει μια εξιδανικευμένη σχέση με τον εαυτό της και με το συστατικό εξωτερικό της.
Αντί να εντοπίζει το Πραγματικό του ταξικού ανταγωνισμού στην αδυνατότητα να επιτευχθεί κάποτε μια ιδανική ταξική δομή που να μπορέσει επιτέλους να κατασιγάσει τους αγώνες γύρω από τη «ζωντανή εργασία», η λοκιανή ηθική φαίνεται να νεκρανασταίνει την ουτοπική/ ιδεολογική σύλληψη του κομμουνισμού. Εμείς αντιθέτως πιστεύουμε ότι πρέπει να σκεφθούμε τον κομμουνισμό ως κάτι που εγκαινιάζει έναν νέο τρόπο υποκειμενικότητας, ένα διαφορετικό ηθικο-οντολογικό έδαφος, το οποίο ξεπερνάει και διαλύει την ηγεμονία των οικονομικών κατηγοριών της αστικής οικονομίας (το άτομο, την ιδιοκτησία και την ισότητα) και ταυτόχρονα αναμορφώνει τη σχέση των κοινωνικών φορέων με την υπεραξία. Σε όσα ακολουθούν, διατυπώνουμε κάποιες σκέψεις για το πώς μπορεί να μοιάζει αυτή η νέα ηθική του κομμουνισμού, προεκτείνοντας και γενικεύοντας την κριτική του Μαρξ για το αυθαίρετο και κενό, πλην όμως συστατικό, καθεστώς της καπιταλιστικής ιδιοποίησης.


5. Το αξίωμα του κομμουνισμού
5.1 Η μαρξική κριτική του προγράμματος της Γκότα
Πιστεύουμε ότι Μαρξ ο ίδιος κατευθυνόταν προς μια εννοιολόγηση του κομμουνισμού ως ενός νέου τρόπου συσχέτισης με το κενό της ιδιοποίησης και, δι’ αυτού, με το πλεόνασμα, όταν, στοΚεφάλαιο, αποσυνέδεσε το φορέα της καπιταλιστικής ιδιοποίησης από οποιαδήποτε συγκεκριμένη κοινωνική λειτουργία και, ως εκ τούτου, τίναξε στον αέρα τη συμβολική δραστικότητα του καπιταλιστικού δικαίου. Βρίσκουμε τα σπέρματα μιας τέτοιας διατύπωσης του κομμουνισμού στο διάσημο έργο του Κριτική του Προγράμματος της Γκότα (Μarx, 1875, 1966· για παρόμοιες αναγνώσεις, βλ. Hindess και Hirst, το 1975· Resnick και Wolff, 2002· Gibson-Graham, 2003). Στην κριτική του, ο Μαρξ εξαπολύει μια καταιγιστική επίθεση ενάντια στην κυρίαρχη κομμουνιστική ηθική στην οποία στηρίζεται το Πρόγραμμα του Γερμανικού Εργατικού Κόμματος. Συγκεκριμένα, ο Μαρξ ανατέμνει πολύ λεπτομερειακά την εναρκτήρια δήλωση του Κόμματος ότι «τα έσοδα της εργασίας ανήκουν ακέραια κατά ίσο δικαίωμα σε όλα τα μέλη της κοινωνίας», και θεωρεί αυτή τη διατύπωση ως κατάλοιπο της αστικής ιδεολογίας της ίσης ανταλλαγής:
«Σε όλα τα μέλη της κοινωνίας;» Και σ’ αυτά που δε δουλεύουν; Που πάει τότε το «ακέραιο έσοδο της εργασίας»; Μόνο στα εργαζόμενα μέλη της κοινωνίας; Που πάει τότε «το ίσο δικαίωμα» όλων των μελών της κοινωνίας;
Μα, «όλα τα μέλη της κοινωνίας» και «το ίσο δικαίωμα» είναι ολοφάνερα απλές φράσεις. Η ουσία βρίσκεται στο ότι σ’ αυτή την κομμουνιστική κοινωνία, κάθε εργάτης πρέπει να παίρνει ένα ακέραιο λασσαλικό «έσοδο εργασίας» .. » (Μarx, 1875, 1966, σσ. 6– 77)
Ξεκινώντας μια αποδομητική ανάλυση παρόμοια με αυτήν στην οποία υπέβαλε το καπιταλιστικό κέρδος στον Τόμο 3 τουΚεφαλαίου, ο Μαρξ καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια να χτυπήσει την κενότητα του ισχυρισμού ότι οι εργαζόμενοι έχουν δικαιώματα πάνω στο σύνολο των εσόδων της εργασίας τους. Για να το κάνει αυτό, αποφλοιώνει την έννοια των «ακέραιων εσόδων» απαριθμώντας λεπτομερώς τις απαραίτητες αφαιρέσεις από «το συνολικό κοινωνικό προϊόν», οι οποίες αναπόφευκτα θα ελαττώνουν τη μερίδα που υποτίθεται ότι επιστρέφει στους εργαζομένους. Αυτές οι αφαιρέσεις περιλαμβάνουν την αντικατάσταση των φθειρόμενων μέσων παραγωγής, ένα επιπλέον μερίδιο για την επέκταση της παραγωγής, αποθεματικά ή ασφαλιστικά ταμεία ενάντια σε ατυχήματα ή φυσικές καταστροφές, γενικά διαχειριστικά έξοδα που δεν ανήκουν στον χώρο της παραγωγής, το κοινωνικό ταμείο για την κοινή ικανοποίηση αναγκών όπως π.χ. σχολεία, υγειονομικές υπηρεσίες, ταμεία για όσους είναι ανίκανοι να εργαστούν και ούτω καθεξής. Αυτές τις κοινωνικές δαπάνες που απαριθμεί ο Μαρξ, δεν πρέπει να τις διαβάσουμε ως θετική συνταγή για το πώς θεωρεί ότι πρέπει να μοιάζει ο κομμουνισμός. Εμείς τουλάχιστο προσεγγίζουμε την απαρίθμηση αυτών των διαδοχικών κοινωνικών δαπανών ως μιααρ νη τική λεκτική στρατηγική που υιοθετεί ο Μαρξ προκειμένου να υπονομεύσει μια οικεία, κυρίαρχη και επιπόλαιη κατανόηση του κομμουνισμού ως «εργατικής ιδιοκτησίας του πλεονάσματος». Αντίθετα, η περιγραφή του Μαρξ για την κομμουνιστική κοινωνία προδίδει μια αλλόκοτη ομοιότητα προς τη θηλυκή λογική του «μη-όλου»: ούτε κανένα «εφόσον» υπάρχει, ούτε ο κατάλογος είναι πλήρης, ολοκληρωμένος· επιδέχεται προσθήκες και αφαιρέσεις.
Προκειμένου να φωτίσουμε τη διαφορά μεταξύ καπιταλιστικού «όλου» και κομμουνιστικού «μη όλου», ίσως αξίζει να εξετάσουμε λίγο περισσότερο τον τρόπο έκθεσης που χρησιμοποιεί κάθε φορά ο Μαρξ. Όταν περιγράφει τη μετοχική επιχείρηση, στο χωρίο που παραθέσαμε προηγουμένως, ο Μαρξ αρχίζει θέτοντας την εξαίρεση της σειράς (τον κεφαλαιούχο καρπωτή) και οριοθετεί τα υπόλοιπα (ως ένα «όλο») σε σχέση προς αυτή την εξαίρεση. Όταν αντίθετα περιγράφει πώς βλέπει την κομμουνιστική κοινωνία, ο Μαρξ αρχίζει με την απαρίθμηση ορισμένων κοινωνικών δαπανών, και μόνο στο τέλος φθάνει στα μέσα κατανάλωσης που κατανέμονται «σε κάθε παραγωγό του συνεταιρισμού» (σ. 8). Αλλά ο Μαρξ δεν σταματά ούτε καν σε αυτό το σημείο· προχωρά και θέτει υπό εξέταση το κριτήριο με το οποίο πρόκειται να ρυθμιστεί αυτή η «τελική» κατανομή. Η αρχή «από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνάμεις του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του», που επικαλείται εδώ ο Μαρξ (σ. 10), θεωρούμε ότι είναι το τελικό πλήγμα για κάθε προσπάθεια να διασωθεί η αξιακή ισοδυναμία μεταξύ αυτού που ο ατομικός εργαζόμενος συμβάλλει στην κοινωνία με όρους χρόνου εργασίας και αυτού που πρόκειται να λάβει σε αντάλλαγμα υπό μορφή μέσων κατανάλωσης. Αυτό το τελευταίο, δεν είναι πλέον καθ’ αυτό μια εξαίρεση, αλλά απλώς ένα ακόμα στοιχείο μέσα σε ένα πραγματικά άπειρο σύνολο. Ενώ το καπιταλιστικό όλο αποτελεί «όλο» με τίμημα μια εξαίρεση, ο αριθμός των κοινωνικών δαπανών που πρόκειται να αφαιρεθούν από το συνολικό κοινωνικό προϊόν δεν φθάνει ποτέ στο σημείο να συγκροτήσει ένα «όλο».

5.2 Από την ψυχική παραίτηση στην κοινωνική αναδιεκδίκηση
Σε αυτά τα χωρία, βρίσκουμε έναν Μαρξ που διασχίζει τη λοκιανή φαντασίωση η οποία οργανώνει τη σχέση μας προς το πλεόνασμα ως αντικείμενο μικρό α. Όταν απαριθμεί μία προς μία τη σειρά των κοινωνικών δαπανών και αρνείται να επιβάλει μια εξαίρεση η οποία θα λειτουργούσε ρυθμιστικά ως προς τον κατάλογο, βρίσκουμε έναν Μαρξ που αδιαφορεί για τη διεκδίκηση του πλεονάσματος … Η σχέση προς το πλεόνασμα που ο Μαρξ περιγράφει σε αυτά τα χωρία δεν είναι ούτε σχέση επιθυμίας (για το πλεόνασμα ως χαμένο αντικείμενο), ούτε σχέση θανάσιμης ενόρμησης (για επέκταση της αξίας). Κατ’ αυτή την έννοια, διαβάζουμε την κριτική του Μαρξ ως μια κλήση προς τους κομμουνιστές να αναπροσανατολίσουν τη σχέση τους με το πλεόνασμα, να διανύσουν τη φαντασίωση της «οριστικής επίλυσης» του ζητήματος των τάξεων. Πώς όμως μπορούμε να συγκεκριμενοποιήσουμε αυτό το όραμα; Πώς μπορούμε να διαμορφώσουμε συγκεκριμένους πολιτικούς αγώνες σήμερα;
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να αποφύγουμε να ορίσουμε τον κομμουνισμό ως μια κοινωνική ουτοπία που υπόσχεται να πραγματοποιήσει ό,τι δεν κατάφερε το αστικό πρόγραμμα της ισότητας. Γιατί να μετατρέψουμε τον κομμουνισμό σε απραγματοποίητο ιδανικό, απρόσιτο τελικό σημείο, ουτοπικό προορισμό, ο οποίος υπόσχεται να επιτύχει κάτι που καμία νοητή κοινωνική τάξη πραγμάτων –πόσο μάλλον η αστική– δεν θα μπορούσε ποτέ να εκπληρώσει; Γιατί να φορτώσουμε το κομμουνιστικό πρόγραμμα με έναν τέτοιο ανέφικτο στόχο, τον στόχο να οδηγήσει στην αδύνατη πληρότητα της κοινότητας;
Αυτό λοιπόν που προτείνουμε εμείς είναι να ορίσουμε ρητά τον κομμουνισμό
ως αφετηριακό σημείο, ως αρχή [principle], ως ένα αξίωμα κατά το οποίο κανείς δεν
μπορεί να έχει αποκλειστικά δικαιώματα πάνω στη διάθεση του πλεονάσματος.8 Ένας
σημαντικός όρος δυνατότητας αυτής της κοινωνικήςαναδιεκδίκησης του πλεονάσματος είναι ακριβώς η ψυχικήπαρ αίτη ση απ’ αυτό. Η κραυγαλέα πλεονεξία που καθιστά δυνατή την εκμετάλλευση θα γίνει αντιληπτή μόνο αν παραιτηθούμε από την ιδέα πως το δικαίωμα απόλαυσης του πλεονάσματος μπορεί να είναι αποκλειστικό. Αυτό εννοούμε με την έκφραση «να διανύσουμε τη φαντασίωση» στα πλαίσια του ταξικού μετασχηματισμού.
Μόλις επιτευχθεί αυτή η αλλαγή προοπτικής, θα μας ήταν δυνατό να υποστηρίζουμε το αξίωμα του κομμουνισμού κάθε φορά που κάποιοι εγκαθιδρύουν κομμουνιστικές ταξικές δομές, καταδικάζοντας κάθε συγκεκριμένο κομμουνισμό σε ασυνέπεια και τελικά σε αποτυχία. Στην ουσία, θεωρούμε ότι το αξίωμα του κομμουνισμού ήδη λαμβάνεται υπόψη σε πολλές από τις αποφάσεις συλλογικών επιχειρήσεων που αφορούν τον καταμερισμό εργασίας, την επιχειρησιακή επέκταση, τη χρήση του χώρου εργασίας, τις αμοιβές και τη διανομή. Σε μερικές περιπτώσεις εργατικών συνεταιρισμών, για παράδειγμα, οι αποφάσεις συζητούνται εξονυχιστικά και λαμβάνονται με αναφορά σε μια «αίσθηση δικαιοσύνης» η οποία είναι ανοιχτή σε αμφισβήτηση και περιλαμβάνει όχι μόνο τα υπάρχοντα και τα εν δυνάμει μέλη, αλλά και την ευρύτερη κοινότητα (Byrne και Healy, 2003). Μάλιστα, οι συνεταιρισμοί αυτοί διακρίνονται από άλλους από την πίστη τους σε μια «ανταγωνιστική πολιτική» (Byrne και Healy, 2003) και τη δέσμευσή τους υπέρ της «ηθικής οικονομίας» (Gibson-Graham, 2003). Για μας, τέτοιοι χαρακτηρισμοί προκειμένου για συλλογικά εγχειρήματα εξαρτώνται από το εάν και κατά πόσο ασκείται το αξίωμα του κομμουνισμού πάνω στην ιδιοποίηση και τη διανομή του κοινού πλεονάσματος.
Εξίσου σημαντικό όμως είναι να προβάλλουμε το αξίωμα του κομμουνισμού ενάντια στο καπιταλιστικό όλο· δηλαδή κάθε φορά που κάποιο άτομο ή κοινωνική ομάδα αξιώνει το δικαίωμά του/της/τους να συμμετέχουν στη διαπραγμάτευση του καπιταλιστικού πλεονάσματος. Αφού δεν υπάρχει κάτι εγγενώς κακό στο πλεόνασμα, είναι δυνατό να το χρησιμοποιήσουμε για σκοπούς που δεν αναπαράγουν απαραίτητα το καπιταλιστικό όλο. Μάλιστα, τέτοιες πράξεις αναδιεκδίκησης λαμβάνουν διαρκώς χώρα εντός των σύγχρονων καπιταλιστικών σχηματισμών. Όποτε οι κυβερνήσεις επιβάλλουν φόρους στα κέρδη των εταιριών για να χρηματοδοτήσουν δημόσιες υπηρεσίες, ή όποτε οικολογικά κινήματα υποχρεώνουν εταιρίες να καθαρίσουν το περιβάλλον, λαμβάνει χώρα μια κοινωνική ανάκτηση το πλεονάσματος.
Μολονότι είναι έντονος ο πειρασμός να θεωρήσουμε ότι αυτές οι «πράξεις ανάκτησης» απλώς εξυπηρετούν ένα διαφωτισμένο και «πράσινο» καπιταλιστικό όλο, εμείς θεωρούμε ότι ο αγώνας αφορά ακριβώς το πώς νοηματοδοτούνται κοινωνικά αυτές οι πράξεις. Ελλείψει ενός κομβικού σημείου αντι-ηγεμονίας, αυτές οι διάσπαρτες «πράξεις ανάκτησης» πράγματι θα μπορούσαν εύκολα να ενσωματωθούν από το καπιταλιστικό όλο. Πιστεύουμε ότι το αξίωμα του κομμουνισμού θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα χρήσιμο αντι-ηγεμονικό κομβικό σημείο που θα προσέδιδε ένα «πλεόνασμα» νοήματος σε κάθε πράξη ανάκτησης. Επικαθορισμένη από το αξίωμα του κομμουνισμού, κάθε πράξη ανάκτησης θα έχει τουλάχιστον δύο έννοιες: απ’ τη μια, θα μπορεί να είναι μιαιδιαίτερη πράξη
ανάκτησης με έναν συγκεκριμένοστόχο, και απ’ την άλλη, να είναι μια ιδιαίτερη εκδήλωσηκαθολική ς αμφισβήτησης της ιδιοποίησης που στηρίζει ως εξαίρεση το καπιταλιστικό όλο.




ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ από την web page Scribd
link
http://www.scribd.com/doc

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου