Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

Είναι αυτός ο πίνακας του Βερμέερ μια έγχρωμη φωτογραφία 350 ετών;



Ένας άντρας αποφάσισε να λύσει ένα απ' τα μεγαλύτερα μυστήρια της Τέχνης




Υπάρχουν κάποιοι ζωγράφοι που, αιώνες πριν από την εφεύρεση της Φωτογραφίας, δημιουργούσαν πίνακες απίστευτης φωτο-ρεαλιστικής λεπτομέρειας. Τόσο "φωτογραφικούς", που για πολύ καιρό ερευνητές προσπαθούσαν να βρουν πώς το έκαναν, - χωρίς αποτέλεσμα. 

Ο Βρετανός ζωγράφος Ντέιβιντ Χόκνι, ένας απ' τους γνωστότερους εν ζωή εικαστικούς, εμφανίζεται για λίγο στο Tim's Vermeer, το νέο ντοκιμαντέρ που είδα πρόσφατα, στο οποίο o Tim ένας Τεξανός επενδυτής (άσχετος με την τέχνη, φαινομενικά), αποφασίζει να λύσει το μυστήριο. 

Πώς μπλέκεται ο Χόκνι; Έχει αρκετά χρόνια που υποστηρίζει ότι πολλοί απ' τους σπουδαιότερους ζωγράφους "έκλεβαν" λιγάκι όταν δημιουργούσαν τις φωτο-ρεαλιστικές ζωγραφιές τους. Έκαναν δηλαδή κάποιου είδους 'πατιτούρα' χρησιμοποιώντας μια παραλλαγή της camera obscura.

Το ίδιο πάνω κάτω πιστεύει και ο Τεξανός Tim Jenison. Προσπάθησε να φανταστεί πώς ήταν το μηχάνημα που χρησιμοποιούσαν ως κάμερα οι ζωγράφοι, μεταξύ των οποίων και ο Βερμέερ, να το ανακατασκευάσει και να κάνει ένα μεγάλο πείραμα. Να επιχειρήσει αυτός, που δεν είχε ξαναπιάσει πινέλα ποτέ στη ζωή του, να φτιάξει έναν τέλειο Βερμέερ. 

Να το πω απ' την αρχή, και δεν είναι κάποιο τρομερό σπόιλερ του ντοκιμαντέρ: Τα καταφέρνει!

Μπροστά στα μάτια του έκπληκτου θεατή, ένας άσχετος καταφέρνει να ζωγραφίσει τόσο φωτορεαλιστικά που δε μοιάζει μόνο με φωτογραφία, αλλά και με Βερμέερ. Στο φιλμ παρακολουθούμε όλο τον αγώνα του (που κράτησε χρόνια), απ' την αρχή - τότε που δοκίμασε την οπτική τεχνολογία την οποία θεωρεί πως χρησιμοποιούσαν παλιοί ζωγράφοι όπως ο Βερμέερ.

Τεστάρισε πρώτα την τεχνολογία (που εξαιτίας των απλών καθημερινών υλικών εύκολα θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί και πριν από τέσσερις αιώνες) ζωγραφίζοντας από μια ασπρόμαυρη φωτογραφία.

Το αποτέλεσμα, για κάποιον που δεν είχε ζωγραφίσει ποτέ, ήταν μια εντυπωσιακότατη -και εξαιρετικά πιστή, φωτορεαλιστική- ελαιογραφία.

Για να το πω απλά, έβαζε καθρέφτες έτσι ώστε να κοιτά μια πραγματική εικόνα που υπήρχε μπροστά του, και να τη βλέπει από έναν φακό που ήταν τοποθετημένος σαν μικροσκόπιο πάνω απ' το χαρτί στο οποίο θα ζωγράφιζε. 

Καθώς έσκυβε και κοιτούσε στο φακό, έβλεπε πάνω στο χαρτί την αντανάκλαση του αντικειμένου που ήθελε να ζωγραφίσει. Έτσι, το μόνο που χρειαζόταν ήταν να κάνει πατιτούρα πάνω στο χαρτί. Αν δεν χρησιμοποιούσε το σωστό χρώμα, η εικόνα δεν θα ταίριαζε - το ίδιο και αν δεν έβαφε ακριβώς τα σωστά σημεία. Έτσι, αν έκανε και το παραμικρό λάθος μπορούσε να το διορθώσει, μέχρι το είδωλο του πραγματικού αντικειμένου που έβλεπε απ' τον φακό να ταίριαζε απόλυτα με τη ζωγραφισμένη εικόνα την οποία έβλεπε επίσης απ' το φακό. 

Όταν το αρχικό πείραμα πέτυχε, ο Τιμ πήγε και συνάντησε τον Ντέιβιντ Χόκνι στο σπίτι του. Του έδειξε το αποτέλεσμα, και εξήγησε στον μεγάλο ζωγράφο (που ήταν κι αυτός σίγουρος ότι κάποιου είδους οπτική τεχνολογία χρησιμοποιούνταν πριν από τόσους αιώνες) πώς λειτουργούσε το αρκετά απλό σύστημα που είχε φτιάξει.


O Tim με τον David Hockney (δεξιά)


Ο Χόκνι -που για τόσα χρόνια έγραφε άρθρα σχετικά, και όλοι τον έπαιρναν για τρελό λέγοντας πως αυτά που περιέγραφε θα ήταν αδύνατα να γίνουν στην πραγματική ζωή- ένιωσε περήφανος για τον Τιμ, και δικαιωμένος για τις θεωρίες τους.


Μετά από λίγο καιρό, ο Τιμ επέλεξε έναν συγκεκριμένο πίνακα του Βερμέερ για να τον ζωγραφίσει μέσω του φακού και του καθρέφτη. 




 Ο Τιμ στο δωμάτιο που κατόρθωσε τελικά να φτιάξει.


Μεγάλο μέρος του ντοκιμαντέρ μάς δείχνει τον αγώνα του να αναπαραστήσει το δωμάτιο του πίνακα στην πραγματικότητα.

Γιατί; Επειδή αν έβλεπε μπροστά του το δωμάτιο που, σύμφωνα με τον ίδιο, είδε και αντέγραψε ο Βερμέερ, θα μπορούσε να τεστάρει την υπόθεσή του - να το ζωγραφίσει σε ελαιογραφία μέσα απ' το φακό του.

Πολλά απ' τα αντικείμενα βρέθηκαν εύκολα, άλλα χρειάστηκε να τα δημιουργήσει (όπως τα πόδια του τραπεζιού, ή την περίτεχνη ταπετσαρία).

Οι άνθρωποι που φαίνονται στον πίνακα, φυσικά, δεν μπορούσαν να ανακατασκευαστούν, κι έτσι ο Τιμ χρησιμοποίησε την -ελαφρώς ανόρεχτη- κόρη του και έναν άντρα μοντέλο. Στο τελικό αποτέλεσμα το μόνο που θα διέφερε αισθητά απ' τον Βερμέερ θα ήταν οι δύο άνθρωποι.

Όταν κάποτε ο Τιμ έφτιαξε το δωμάτιο με κάθε λεπτομέρεια, άρχισε το παιχνίδι με τους καθρέφτες, και ξεκίνησε. 

Ο Τιμ ζωγραφίζει (ανάποδα) αυτά που δείχνει o καθρέφτης, μέσω του φακού του.

Του πήρε πολύ καιρό, άμαθος όπως ήταν και χωρίς καμία εξάσκηση. (Το πιο δύσκολο ήταν το χαλί-τραπεζομάντηλο.)

Στο τέλος όμως ολοκλήρωσε την ελαιογραφία του. 

Το τελικό αποτέλεσμα

Μπορέσαμε επιτέλους να δούμε και τα δύο έργα δίπλα δίπλα:

Η χρήση αυτής της απλής αλλά θαυματουργής τεχνολογίας το 1600 παραμένει θεωρία και υπόθεση, μια και τίποτα δεν έχει αποδειχτεί με χειροπιαστά στοιχεία. 

Υπάρχει όμως μια στιγμή στην ταινία -το κοντινότερο που φτάνουμε στο να αποκαλυφθεί η αλήθεια-, όταν ο Τιμ ανακαλύπτει πως λόγω του καθρέφτη μια μικρολεπτομέρειά του πίνακά του ζωγραφίστηκε λάθος και ελαφρώς στραβή. Αυτό φυσικά δεν θα συνέβαινε αν δε χρησιμοποιούσε τον καθρέφτη και ζωγράφιζε ελεύθερα. Τον βλέπουμε, σχεδόν με κομμένη την ανάσα, να ανατρέχει στον αυθεντικό πίνακα του Βερμέερ και να βάζει τον χάρακα για να ελέγξει την γεωμετρία του σημείου. 

Και ναι. Και στον αυθεντικό πίνακα, ο Βερμέερ είχε ζωγραφίσει λάθος και ελαφρώς στραβή αυτήν μικρολεπτομέρεια, ακριβώς σαν να είχε χρησιμοποιήσει το ίδιο σύστημα...

Απομυθοποιεί το ντοκιμαντέρ Tim's Vermeer τους παλιούς ζωγράφους και τον μυστηριώδη μέχρι σήμερα φωτορεαλισμό τους; Υποστηρίζει ότι ήταν απλοί αντιγραφείς κι ότι ο καθένας θα μπορούσε να κάνει τη δουλειά τους; 

Και ναι και όχι - και αυτό είναι κάτι αναπόφευκτο.

Ταυτόχρονα όμως τους εκθειάζει ως πρωτοπόρους της εικαστικής οπτικής, ως φωτογράφους όταν δεν υπάρχαν οι φωτογραφίες, και άρα -αν ισχύουν οι υποθέσεις- ως ακόμα πιο χρήσιμους απ' ό,τι θεωρούσαμε:

Και για τη σύνθεση και αισθητική των εικόνων τους, αλλά και για την τεράστια προσφορά τους στο να βλέπουμε τη ζωή πριν από 350 χρόνια, όπως ακριβώς ήταν.




__

Πηγη: lifo

 

Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018

Josef Koudelka-Περιπλανήσεις-Ulysses' Gaze


_






Josef Koudelka: “Περιπλανήσεις - Ακολουθώντας Το βλέμμα του Οδυσσέα"
Josef Koudelka: "Periplanissis - Following Ulysses’ gaze" 

«Μετά από πρόσκληση των παραγωγών Eric Heumann και Giorgio Silvagni, ο Γιόζεφ Κουντέλκα ακολούθησε τα γυρίσματα της ταινίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου "Το βλέμμα του Οδυσσέα". Σκοπός της δουλειάς αυτής δεν ήταν η καταγραφή των γυρισμάτων, αλλά του βλέμματος του φωτογράφου πάνω στις χώρες που διέσχισε το κινηματογραφικό συνεργείο κατά τη διάρκειά τους. Η φωτογραφική αυτή αποστολή αντιπροσώπευε για τον Κουντέλκα μια μοναδική ευκαιρία να παρουσιάσει την προσωπική του οπτική πάνω σ'αυτό το ταξίδι στα Βαλκάνια.»

_

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Ο Ζιλ Ντελέζ και η ψυχανάλυση



Εισαγωγικές παρατηρήσεις 

Ο γάλλος φιλόσοφος Ζιλ Ντελέζ είχε διαμορφώσει ήδη, πριν από τη δημοσίευση του «Αντι-Οιδίποδα» και τη συνεργασία του με τον Γκουαταρί,  μια συνεκτική – διαφορετική από την παραδοσιακή ψυχαναλυτική – αντίληψη για το ασυνείδητο τόσο στα βασικά φιλοσοφικά του έργα, το «Διαφορά και Επανάληψη» (Difference et Repetition) και το «Η Λογική του Νοήματος» (Logique du sens),όσο και σε προγενέστερες μελέτες του όπως αυτή για το σαδισμό και τον μαζοχισμό (Présentation de Sacher-Masoch). Στα έργα αυτής της περιόδου (λίγο πριν και ύστερα από το 1968),και ειδικότερα στο έργο του «Η Λογική του Νοήματος»,ο Ντελέζ θα πραγματευτεί τη σχέση του ψυχαναλυτικού λόγου και της φιλοσοφικής τομής που πραγματοποιεί σε σχέση με τις καθιερωμένες «εικόνες της σκέψης» - όπως θα αποκαλέσει τους καθιερωμένους τρόπους σκέψης σε μια δοσμένη κοινωνική και ιστορική συνθήκη – με όρους που συμβαδίζουν με την τότε αναδυόμενη στη Γαλλία σχολή της λακανικής ψυχανάλυσης (που έχει βάση σε έναν ιδιαίτερο δομισμό).

O Nτελέζ συνεχίζει να χρησιμοποιεί σε αυτά τα έργα ένα δεδομένο λεξιλόγιο ψυχαναλυτικών εννοιών της εποχής του, εν μέρει χωρίς να το τροποποιεί κριτικά σε αναλογία με την τομή που πραγματοποιεί στον φιλοσοφικό του στοχασμό. Στο σημείο αυτό δεν έχει συγκροτηθεί μια κριτική θεώρηση του ασυνειδήτου που να βασίζεται στην φιλοσοφία της διαφοράς, σε αυτονομία από κάποιες παραδοσιακές φροϋδικές και λακανικές εννοιολογήσεις που μετέπειτα θα επανεξεταστούν ριζικά.  Ταυτόχρονα κάποια βασικά κριτικά σημεία απέναντι στην παραδοσιακή ψυχανάλυση μπορούν να εντοπιστούν ήδη στα έργα αυτά: βλέπε λ.χ. την κριτική στη φροϋδική έννοια του ενστίκτου θανάτου και της επανάληψης στο «Διαφορά και Επανάληψη», ή την πρώιμη ανάλυση της σχιζοφρένειας στο «Η Λογική του Νοήματος» κ.α. Η ειδική έκθεση της ντελεζιανής φιλοσοφικής (και όχι αμιγώς ψυχαναλυτικής) εννόησης του ασυνειδήτου (βασισμένης σε μια σύνθεση μεταξύ διαφορετικών φιλοσόφων, βλ. Νίτσε-Μπερξόν-Σπινόζα κτλ. αλλά και στον Freud), πριν από τη συνεργασία του με τον Γκουατταρί, ξεφεύγει εν μέρει από τους σκοπούς του παρόντος κειμένου, κυρίως για λόγους εστίασης στην ώριμη φιλοσοφική, κοινωνικο-οικονομική, πολιτική, εν τέλει «σχιζοαναλυτική» κριτική του Ντελέζ απέναντι στη ψυχανάλυση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αρκετά σημεία ή κομμάτια μιας τέτοιας κριτικής δεν μπορούν να εντοπιστούν και σε αυτά τα έργα. 

Η πραγματική τομή, εν ολίγοις, στη σχέση του Ντελέζ με τη ψυχανάλυση θα πραγματοποιηθεί για πρώτη φορά σε ολοκληρωμένη μορφή στον Αντι-Οιδίποδα, που γράφτηκε το 1972, μερικά χρόνια αργότερα από τη συγγραφή των βασικών φιλοσοφικών του έργων - γεγονός που, σε αντίθεση με τις ενστάσεις πολλών κριτικών του Ντελέζ, όπως ο Ζίζεκ (βλ. Organs Without Bodies: On Deleuze and Consequences, Routledge, 2004), μας επιτρέπει να το αντιμετωπίσουμε πλέον ως ένα έργο της ωριμότητάς του, και όχι ως αποτέλεσμα μιας ατυχούς συγκυρίας που επιβλήθηκε από τη συνεργασία με τον «κακό» Γκουατταρί, εφόσον όμως έχουν διακριβωθεί κατ’ αρχήν αναλυτικά οι δεσμοί συνέχειας και ασυνέχειας του με αυτό το προγενέστερο έργο. Στο βιβλίο αυτό, ο Ντελέζ παύει πλέον να κρύβει τη δυσαρέσκειά του απέναντι στη ψυχανάλυση, καθιερώνοντας μια ανοιχτή πολεμική απέναντί της, από κοινού μαζί με τον Γκουατταρί, με στόχο όχι μια απλή καταστροφή της αλλά την αναδόμηση μιας ανταγωνιστικής πρακτικής («σχιζοανάλυση») που θα βασιστεί σε μια διαφορετική θεωρία της επιθυμίας, καταφατικής και όχι αρνητικής αυτή τη φορά (η επιρροή του Σπινόζα είναι εμφανής).

Όσον αφορά την αλλαγή προσανατολισμού σε σχέση με την κριτική προσέγγιση της ψυχανάλυσης, στη μετάβαση του Ντελέζ από το έργο του «Η Λογική του Νοήματος» στον «Αντι-Οιδίποδα», αναφέρεται χαρακτηριστικά το εξής: «Τι ήταν αυτό που απλά δεν ήταν σωστό στη Λογική του Νοήματος; Εμφανώς συνεχίζει να αντανακλά μια αφελή και ένοχη αίσθηση αυτοϊκανοποίησης όσον αφορά τη ψυχανάλυση. H μόνη μου δικαιολογία για μια τέτοια αυτοϊκανοποίηση είναι η εξής: προσπαθούσα τότε, αρκετά δειλά, να καταστήσω τη ψυχανάλυση αβλαβή, να την παρουσιάσω ως μια τέχνη των επιφανειών, η οποία αντιμετωπίζει τα Συμβάντα ως οντότητες της επιφάνειας (ο Οιδίποδας δεν ήταν ένα κακό άτομο, είχε καλές προθέσεις...). Σε κάθε περίπτωση, οι έννοιες της ψυχανάλυσης παραμένουν άθικτες και εκτιμημένες, η Melanie Klein και ο Freud. Αυτό τότε, τώρα τι γίνεται; Ευτυχώς είμαι σχεδόν ανήμπορος να μιλήσω για τον εαυτό μου, διότι αυτό που μου συνέβη από τη Λογική του Νοήματος τώρα εξαρτάται από τη συνάντησή μου με τον Φελίξ Γκουατταρί, από τη δουλειά μου μαζί του, από αυτά που κάναμε μαζί. Πιστεύω πως εγώ και ο Φελίξ αναζητήσαμε νέες κατευθύνσεις απλά επειδή αισθανόμασταν πως αυτό έπρεπε να κάνουμε. Ο Αντι-Οιδίποδας δεν έχει πλέον ούτε ύψος, ούτε βάθος, ούτε επιφάνεια. Στο βιβλίο αυτό το καθετί συμβαίνει, γίνεται, οι εντάσεις, τα συμβάντα, πάνω σε ένα είδος σφαιρικού σώματος ή καμβά ζωγραφικής: το Δίχως Όργανα Σώμα [...] Πιστεύω επίσης ότι αυτή η αλλαγή της μεθόδου φέρει μαζί της μια αλλαγή της θεματικής, ή, αντιστρόφως, ότι ένα ορισμένο είδος πολιτικής παίρνει τη θέση της ψυχανάλυσης. Μια τέτοια μέθοδος θα ήταν επίσης μια μορφή πολιτικής (μια μικροπολιτική) και μια ανάλυση (μια σχιζοανάλυση) και θα πρότεινε τη μελέτη των πολλαπλοτήτων πάνω στους διαφορετικούς τύπους των δίχως-όργανα-σωμάτων. Ένα ρίζωμα, αντί για τις σειρές, λέει ο Γκουατταρί. Ο Αντι-Οιδίποδας είναι ένα καλό ξεκίνημα, υπό την προϋπόθεση ότι μπορούμε να αποχωριστούμε από αυτό» (Authors Note for the Italian Edition of Logic of Sense, από το Gilles Deleuze, Two Regimes of Madness,semiotexte, 2006, σελ. 65-66) 

Χαράζοντας γραμμές διαφυγής από τον ψυχαναλυτικό λόγο 

Το νήμα της σχέσης του Ντελέζ με την ψυχανάλυση θα πιαστεί στο κείμενο αυτό μέσα από την έκθεση  των κριτικών του θέσεων απέναντι στην ψυχανάλυση, την περίοδο της συνεργασίας του με τον Γκουατταρί, από όπου και προέκυψε το μεγαλειώδες δίτομο έργο τους «Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια». Στο παρόν κείμενο θα βασιστούμε στον πρώτο τόμο του «Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια: Ο Αντι-Οιδίπους» (εκδόσεις Ράππα, 1977, μετάφραση Καίτη Χατζηδήμου-Ιουλιέτα Ράλλη), που είναι και το πιο βασικό ίσως έργο όπου και αναπτύσσεται η κριτική θεωρία και πρακτική την οποία θα ονομάσουν «σχιζοανάλυση», ως αντιπαράδειγμα απέναντι στην παραδοσιακή οιδιπόδεια ψυχανάλυση, αλλά και ως καταφατικό πρόγραμμα που μέλλει να δείξει τη δυναμική του. Θα ήταν λάθος να υποστηρίξουμε εξαρχής ότι ο Ντελέζ «αντιτίθεται» απλά και μόνο στη ψυχανάλυση ή έχει σκοπό να την απορρίψει tout court- η δύναμη του αρνητικού, η αντίθεση, και η αντίφαση, σαν όροι της διαλεκτικής, υπήρξαν πάντοτε σημεία κριτικής του Ντελέζ,σαν αντενεργές δυνάμεις απέναντι στην καταφατικότητα της ζωής και της διαφοράς. Η σχέση του Ντελέζ με τη ψυχανάλυση, επομένως, δεν πρέπει να τεθεί με όρους απόρριψης, άρνησης, ή μέχρι και υπέρβασης, αλλά με όρους παραγωγικής διαφοράς, που περιλαμβάνει ένα στοιχείο καταστροφής/αποδόμησης και αναδόμησης/δημιουργίας ταυτόχρονα (το διπλό, καταστροφικό και δημιουργικό, έργο της σχιζοανάλυσης). 

Ας σημειωθεί ωστόσο, παρενθετικά, ότι κάποια στοιχεία κριτικής στη ψυχαναλυτική θεωρία, παρόμοια με αυτή που ασκήθηκε από τον Ντελέζ όσον αφορά το ζήτημα της κεντρικότητας τού οιδιπόδειου συμπλέγματος (ομοιότητα που ίσως περιορίζεται στο σημείο αυτό και δεν προχωράει παραπέρα), μπορεί να βρεθούν στο πρώιμο και «περιθωριακό» έργο «Θεωρία του Υποκειμένου» του Αλαίν Μπαντιού, ενός σχετικά άγνωστου τότε φιλοσόφου, ο οποίος θα αναδειχθεί αργότερα ως ο βασικότερος ίσως φιλοσοφικός «αντίπαλος» του Ντελέζ: «Ο όλος σκοπός της κριτικής οριοθέτησής μας όσον αφορά τη ψυχαναλυτική συνεισφορά στη θεωρία του υποκειμένου μπορεί να αποτιμηθεί ασκώντας την ακόλουθη ερώτηση: γιατί είναι η θεωρία του υποκειμένου της ουσιαστικά βασισμένη στον Σοφοκλή, δηλαδή, βασισμένη πάνω στο Οιδιπόδειο σύμπλεγμα; Υποστηρίζω ότι πρέπει να στραφούμε στον Αισχύλο. Ο Λακάν παίρνει τη μεριά του Σοφοκλή, αλλά στρέφεται προς τον Αισχύλο, o οποίος είναι εκεί που θέλουμε να φτάσουμε» (Alain Badiou, Theory of the Subject, Continuum, 2009, Translation Bruno Bosteels, σελ. 161). Χωρίς να μπαίνουμε σε παραπάνω λεπτομέρειες, σημειώνουμε στο σημείο αυτό πως η Judith Butler τοποθετεί επίσης μια παρόμοια ένσταση απέναντι στη ψυχανάλυση, και πιο συγκεκριμένα θέτει το ζήτημα του γιατί η ψυχανάλυση εστιάζει αποκλειστικά στον μύθο του Οιδίποδα, αντί να παίρνει ως σημείο αφετηρίας της την τραγωδία της Αντιγόνης (βλ. Judith Butler, Antigone’s Claim: Kinship between Life and Death,Columbia University Press,2000). 

Στον αρχαϊκό μύθο του Οιδίποδα, ο Φρόϋντ ανακαλύπτει μια αναλογία της επιθυμίας με την οικογενειακή κατάσταση. 

Μέσα από τη φιγούρα του Οιδίποδα, η ροή της επιθυμίας συνδέεται με αντικείμενα και πρόσωπα όπως ο πατέρας ή η μητέρα. Η παρέμβαση του πατέρα στη φαντασιακή σχέση της μητέρας με το παιδί της, συγκροτεί την ουσία του συμπλέγματος, όπου ο πατέρας λειτουργεί ως φορέας του ευνουχισμού απέναντι στις αιμομικτικές ορμές του παιδιού προς τη μητέρα – με τον τρόπο αυτό η πατριαρχία είναι θεμελιωμένη σε σταθερά θεμέλια στο βαθμό που το παιδί, εσωτερικεύοντας την απαγορευτική προσταγή του υπερεγώ, ταυτίζεται ταυτόχρονα με την πατρική εξουσία την οποία πρόκειται να ενσαρκώσει στη νέα οικογένεια που θα δημιουργήσει μελλοντικά. Ας σημειωθεί ότι το ερμηνευτικό σχήμα του οιδιπόδειου συμπλέγματος φαίνεται ακόμη πιο προβληματικό στην περιγραφή ανάλογων διαδικασιών που αφορούν το γυναικείο φύλο και το κορίτσι, ενώ από πολιτική άποψη οδηγεί σε αντιδραστικά συμπεράσματα εκλογίκευσης μιας παθητικής και εξαρτημένης θέσης (που ισοδυναμεί με την έλλειψη-του-φαλλού/εξουσίας) των γυναικών στα πλαίσια του πατριαρχικού κόσμου (βλ. Elisabeth Grosz-Jacques Lacan, A Feminist Introduction, Routledge, 1990) 

Η επιθυμία, επομένως, αναπαρίσταται και παραμένει κυριολεκτικά εγκλωβισμένη πίσω από τις κουρτίνες του οικογενειακού θεάτρου, όπου η μόνη σημασία που της αποδίδεται βρίσκει ως αποκλειστικό πεδίο αναφοράς την καθορισμένη τάξη του οικογενειακού τριγώνου: μπαμπάς-μαμά-παιδί. Καθένα πρόσωπο παραμένει κλεισμένο στην ταυτότητά του, διαχωρισμένο κατάλληλα από τα υπόλοιπα. Το ασυνείδητο συνιστά με τον τρόπο αυτό ένα θέατρο, που ορίζεται με όρους έλλειψης και εκφράζεται αποκλειστικά μέσα από τις μορφές του μύθου, της τραγωδίας και του ονείρου. Η μετατόπιση του οιδιπόδειου συμπλέγματος από το επίπεδο της φαντασιακής σχέσης με τα οικογενειακά πρόσωπα, στο επίπεδο της συμβολικής τάξης, που πραγματοποιείται από μερικούς λακανικούς και εν μέρει από τον ίδιο τον Λακάν – βλ. τη θεωρία του για το «όνομα-του-πατέρα» και τον πατέρα ως μεταφορικό σχήμα – δεν επιφέρει κάποια αλλαγή στην αντιδραστική λειτουργία κυριάρχησης που ασκείται πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις του ασυνειδήτου από τις αντενεργές δυνάμεις της οικογένειας και της πατριαρχίας, όπως εξηγεί με συστηματικό τρόπο ο Ντελέζ. 

H επιρροή του Λακάν είναι μια διαρκής σταθερά που εκτείνεται πριν από την περίοδο συνεργασίας του Ντελέζ με τον Γκουατταρί, αν και συνεχίζει να διατηρείται στον Αντι-Οιδίποδα μια αμφίσημη σχέση ρήξης και μερικής συνέχειας, που αφορά περισσότερο τη συγκεκριμένη ψυχαναλυτική σχολή, και όχι τόσο το ίδιο το έργο του Λακάν σε απόλυτο βαθμό: «Ήδη στην ψυχανάλυση είχαμε πολλούς πατεράδες: αρχικά έναν πραγματικό πατέρα, αλλά επίσης και εικόνες του πατέρα. Και όλα τα δράματά μας ξετυλίγονταν μέσα στις τεταμένες σχέσεις του πραγματικού με το φανταστικό. Ο J.Lacan ανακαλύπτει έναν τρίτο πατέρα, πιο θεμελιώδη, τον συμβολικό πατέρα ή Όνομα-του-πατέρα. Όχι μόνο το πραγματικό και το φανταστικό, αλλά και οι σχέσεις τους, όπως και οι διαταραχές αυτών των σχέσεων, οφείλουν να ιδωθούν ως το όριο μιας διαδικασίας μέσα στην οποία συγκροτούνται ξεκινώντας από το συμβολικό. Στον Lacan, καθώς επίσης και σε άλλους στρουκτουραλιστές, το συμβολικό σαν στοιχείο της δομής βρίσκεται στην αρχή μιας γένεσης: η δομή ενσαρκώνεται στις πραγματικότητες και στις εικόνες σύμφωνα με καθορίσιμες σειρές. Επιπλέον, τις συνιστά χωρίς να ενσαρκώνεται σε αυτές, αλλά δεν απορρέει απ'αυτές, γιατί είναι βαθύτερη από αυτές υπέδαφος για όλα τα εδάφη του πραγματικού όπως και για όλους τους ουρανούς της φαντασίας. Αντίστροφα, απότομες μεταπτώσεις της δομικής συμβολικής τάξης εξηγούν επιφανειακές διαταραχές του πραγματικού και του φανταστικού: έτσι στην περίπτωση των Ανθρώπων με τους λύκους, έτσι όπως την ερμηνεύει ο Lacan, επειδή ακριβώς το θέμα του ευνουχισμού παραμένει χωρίς σύμβολο (''διάκλειση'') αναφαίνεται μέσα στο πραγματικό με την παραισθησιακή μορφή του κομμένου δαχτύλου (1)» (Ζ. Ντελέζ-Πώς αναγνωρίζουμε τον στρουκτουραλισμό, Η Φιλοσοφία, τόμος Β-επιμέλεια Φρανσουά Σατελέ, μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης, εκδόσεις Γνώση, 2006, σελ 669 και επ.). 

Στον «Αντι-Οιδίποδα» οι Ντελέζ και Γκουατταρί επισημαίνουν πιο συγκεκριμένα το εξής όσον αφορά τη γενικότερη συνεισφορά του Λακάν (χωρίς να έχουμε ωστόσο τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε βαθύτερα στο ζήτημα): «Η αξιοθαύμαστη θεωρία της επιθυμίας που διατύπωσε ο Λακάν έχει, νομίζουμε, δύο πόλους: τον ένα σε σχέση με το «αντικείμενο α μικρό» ως επιθυμητική μηχανή που ορίζει την επιθυμία σαν μια πραγματική παραγωγή, ξεπερνώντας κάθε ιδέα ανάγκης αλλά και φαντασίωσης· τον άλλο σε σχέση με τον «μεγάλο άλλο» ως σημαίνον, που εισάγει ξανά μιαν ορισμένη ιδέα έλλειψης [...] Στον Λακάν οφείλεται η ανακάλυψη της πλούσιας αυτής περιοχής ενός κώδικα του ασυνειδήτου, που περιτυλίγει την ή τις σημαίνουσες αλυσίδες και το ότι μεταμόρφωσε έτσι την ανάλυση (βασικό κείμενο από ετούτη την άποψη είναι Το Κλεμμένο γράμμα) [...] Πόσες και πόσες ερμηνείες του λακανισμού – φανερά ή κρυφά ευλαβικές – επικαλέστηκαν έτσι ένα δομικό οιδιπόδειο, για να σχηματίσουν και να κλείσουν το διπλό αδιέξοδο... Γι’ αυτό και έπρεπε να ακούσουμε τις προειδοποιήσεις του Λακάν σχετικά με τον φροϋδικό μύθο του οιδιπόδειου, που είναι «αδύνατο να βρίσκεται επάπειρο στην επικαιρότητα, μέσα σε κοινωνικές μορφές όπου ολοένα και πιο πολύ χάνεται το νόημα της τραγωδίας... : ένας μύθος δεν μπορεί να επιζήσει χωρίς να στηρίζει κάποια λειτουργία και η ψυχανάλυση δεν είναι η τελετουργία του οιδιπόδειου» [...] Έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν σωστό να ξανασφίξουμε τις βίδες τη στιγμή που ο Λακάν τις ξελασκάρει· ούτε και να οιδιποδειοποιήσουμε τον σχιζοφρενικό, τη στιγμή που ο Λακάν αντίθετα, μόλις έχει σχιζοφρενοποιήσει ακόμα και τη νεύρωση, με μια σχιζοφρενική ροή, ικανή να καταλύσει το πεδίο της ψυχανάλυσης. Το αντικείμενο «μικρό α» εισβάλλει μέσα στη δομική ισορροπία σαν μια καταχθόνια μηχανή – επιθυμητική μηχανή... Ήταν δυνατό να καταγγέλει κανείς το οιδιπόδειο σαν μύθο και ταυτόχρονα να υποστηρίζει πως το σύμπλεγμα του ευνουχισμού δεν είναι μύθος, αλλά αντίθετα κάτι το πραγματικό [δική μας υπογράμμιση];» (Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια: Ο Αντι-Οιδίπους, σελ. 35, 46-47, 97-99) 

Σχιζοανάλυση: ένας «κονστρουκτιβισμός» για το ασυνειδήτο 

Θα συνοψίσουμε τις βασικές γραμμές κριτικής στην ψυχανάλυση,έτσι όπως αρθρώνονται μέσα από το συγκεκριμένο έργο είτε από μεταγενέστερο συμπληρωματικό υλικό (συνεντεύξεις και βιβλία), ξεκινώντας κατ’ αρχήν βασιζόμενοι στα λόγια του ίδιου του Ντελέζ: «Ο Αντι-Οιδίποδας γράφτηκε στη διάρκεια μιας περιόδου αναταραχής, στον απόηχο του ’68... Το βιβλίο προσπάθησε να αποκηρύξει την πανωλεθρία που το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, «μπαμπάς-μαμά», είχε επιφέρει στη ψυχανάλυση, στη ψυχιατρική (συμπεριλαμβανομένου της αντι-ψυχιατρικής), στη λογοτεχνική κριτική, και στη γενική εικόνα της σκέψης που παίρνουμε από αυτό. Το όνειρό μας ήταν να αποτελειώσουμε το οιδιπόδειο μια για πάντα. [...] Τα τρία κύρια επιχειρήματα του Αντι-Οιδίποδα ήταν τα ακόλουθα: 1) Το ασυνείδητο λειτουργεί σαν ένα εργοστάσιο και όχι σαν ένα θέατρο (ένα ζήτημα παραγωγής, και όχι αναπαράστασης) 2) Το παραλήρημα, ή το μυθιστόρημα, είναι κοσμοϊστορικό και όχι οικογενειακό (το παραλήρημα αφορά τις ράτσες, τις φυλές, τις ηπείρους, τους πολιτισμούς, την κοινωνική θέση κτλ.) 3) Η παγκόσμια ιστορία πράγματι υπάρχει, αλλά είναι μια ιστορία της τυχαιότητας (οι ροές οι οποίες είναι το αντικείμενο της ιστορίας καναλιζάρονται μέσα από πρωτόγονους κώδικες, από την επικωδίκωση του δεσπότη, και από την αποκωδίκωση του καπιταλισμού η οποία καθιστά δυνατή τη σύζευξη των ανεξάρτητων ροών). Η φιλοδοξία του Αντι-Οιδίποδα ήταν καντιανής εμπνεύσεως. Επιχειρήσαμε ένα είδος Κριτικής του Καθαρού Λόγου για το ασυνείδητο: εξού και ο προσδιορισμός εκείνων των συνθέσεων που αντιστοιχούν στο ασυνείδητο· η εκδίπλωση της ιστορίας ως η λειτουργία αυτών των συνθέσεων· και η αποκήρυξη του οιδιπόδειου ως «αναγκαίας παραγνώρισης» που παραχαράσσει ολόκληρη την ιστορική παραγωγή» (Πρόλογος για την ιταλική έκδοση των Mille Plateaux, στο ίδιο, σελ. 309)

Xωρίς να αναλύσουμε τις τρεις συνθέσεις του ασυνειδήτου και την εμμενή (σε αντιπαράθεση με την υπερβατική) χρήση τους, εισέρχεται στο σημείο αυτό το εξής ζήτημα που αναφέρει ο Ντελέζ με το οποίο δεν γίνεται ωστόσο να καταπιαστούμε πιο ειδικά παρά μόνο γενικά και ακροθιγώς: σε τι ακριβώς συνίσταται η καντιανή επίδραση στη σχιζοαναλυτική μέθοδο των Ντελέζ-Γκουατταρί; Στον βαθμό που η ψυχανάλυση παραμορφώνει την εγγενή δυναμική της επιθυμητικής παραγωγής, με το να επανάγει το σύνολο των παραγωγικών στοιχείων του ασυνειδήτου στο οιδιπόδειο σχήμα των απωθημένων αιμομικτικών επιθυμιών, πραγματώνει ταυτόχρονα ορισμένους «υπερβατικούς» - ως προς την εμμενή παραγωγική λογική του ασυνειδήτου – παραλογισμούς οι οποίοι έχουν ωστόσο αντικειμενική βάση στην καπιταλιστική κοινωνική πραγματικότητα (βλ. χαρακτηριστικά το υποκεφάλαιο «Επιτέλους, το οιδιπόδειο» (σελ. 304-314), «Ο Αντι-Οιδίπους» για μια επεξήγηση της ιστορικής αυτής συνθήκης). Όπως εξηγούν οι ίδιοι αναλυτικά: «Αν μεταχειριζόμαστε εδώ καντιανούς όρους για μιαν ακόμα φορά, ο λόγος είναι απλούστατος: ο Καντ είχε την πρόθεση – σ’ αυτό που αποκαλούμε κριτική επανάσταση – να ανακαλύψει ενύπαρκτα κριτήρια της γνώσης για να διακρίνει τη σωστή από τη λανθασμένη χρήση των συνθέσεων της συνείδησης [βλ. Κριτική του Καθαρού Λόγου]. Επικαλούμενος λοιπόν μια υπερβατική φιλοσοφία (τα ενύπαρκτα κριτήρια) καταγγέλει την υπερβατική χρήση των συνθέσεων όπως η χρήση αυτή παρουσιάζεται στη μεταφυσική. Οφείλουμε να πούμε πως η ψυχανάλυση έχει, κι αυτή, τη δική της μεταφυσική, δηλαδή το οιδιπόδειο. Και ότι μια επανάσταση – υλιστική τούτη τη φορά – πρέπει απαραίτητα να αρχίσει από την κριτική του οιδιπόδειου, να καταγγείλει τη λανθασμένη χρήση των συνθέσεων του ασυνειδήτου, όπως παρουσιάζεται στην οιδιπόδεια ψυχανάλυση, και να ξαναβρεί έτσι ένα υπερβατικό ασυνείδητο, προσδιορισμένο από την ενύπαρξη των κριτηρίων του και μιαν αντίστοιχη πρακτική ως σχιζοανάλυση» (Αντι-Οιδίποδας, 88-89). 

Φτάνουμε στο σημείο της αυτοτελούς έκθεσης των απόψεων του Ντελέζ γύρω από το ασυνείδητο, σε μερική ανεξαρτησία από την συνολικότερη κριτική πάνω στην ψυχανάλυση. Στη θέση του εκφραστικού μοντέλου του ασυνειδήτου, που υπήρξε η βάση της παραδοσιακής ψυχανάλυσης σε όλη την πορεία της εξέλιξής της με ελάχιστες εξαιρέσεις (βλ. Γιουνγκ), ο Ντελέζ αντιπαραθέτει μια διαφορετική εννόηση του ασυνειδήτου που βασίζεται στις έννοιες των «επιθυμητικών μηχανών» (ή «επιθυμητικών συναρμογών», όπως θα τροποποιηθεί αργότερα η διατύπωση στον δεύτερο τόμο του Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια) και του «δίχως όργανα σώματος» (την οποία δανείζεται από τον Αρτώ). Η έννοια του δίχως-όργανα-σώματος, η οποία εμφανίζεται για πρώτη φορά στο έργο του Ντελέζ «Η Λογική του Νοήματος», στα πλαίσια μιας ανάλυσης της σχιζοφρένειας, είναι ίσως και η δυσκολότερα κατανοητή σε σχέση με τις υπόλοιπες έννοιες που θέτει σε χρήση ο Ντελέζ στα πλαίσια της σχιζοανάλυσης. Η έννοια του δίχως-όργανα-σώματος έχει άμεση σχέση με την προσέγγιση της σχιζοφρένειας: «μας φαίνεται πως η ψυχαναλυτική θεωρία της σχιζοφρένειας έχει μια τάση να παραμελεί τη σημασία και τον δυναμισμό της θεματικής του δίχως όργανα σώματος» (Gilles Deleuze, The Logic of Sense, Continuum, 2004, σελ. 223).

Ας σημειωθεί πως η έννοια αυτή δεν δηλώνει μια αντίθεση μεταξύ του ίδιου σώματος και των επιμέρους οργάνων/αντικειμένων, αλλά περισσότερο μια «αντίθεση» ανάμεσα στο ίδιο το σώμα και τη συμπαγή οργάνωση των οργάνων την οποία εκείνο απορρίπτει, απέναντι δηλαδή στην ολότητα που συγκροτεί έναν ενιαίο οργανισμό. Όπως εξηγεί χαρακτηριστικά ο ίδιος ο Ντελέζ:  «Τα ίδια τα όργανα, ωστόσο, δεν είναι οι πραγματικοί εχθροί του δίχως όργανα σώματος. Ο εχθρός είναι ο οργανισμός, με άλλα λόγια, οποιαδήποτε οργάνωση που επιβάλλει στα όργανα ένα καθεστώς ολοποίησης, συνεργασίας, συνεργείας, ενσωμάτωσης, επιβολής και διάζευξης (disjunction). Μόνο με αυτή την έννοια τα όργανα είναι πράγματι οι εχθροί του δίχως όργανα σώματος, το οποίο ασκεί μια απωθητική δράση πάνω σε αυτά και τα αντιμετωπίζει ως εργαλεία καταδίωξης. Από την άλλη μεριά, το δίχως όργανα σώμα έλκει τα όργανα, τα ιδιοποιείται για τον εαυτό του, και τα κάνει να λειτουργήσουν σε ένα καθεστώς διαφορετικό από εκείνο που επιβαλλόταν από τον οργανισμό, με τρόπο τέτοιο ώστε κάθε όργανο να είναι ολόκληρο το σώμα – πολλώ δε μάλλον, αν λάβουμε υπόψη ότι το όργανο λειτουργεί για τον εαυτό του και περιέχει τις λειτουργίες όλων των υπόλοιπων. Τα όργανα γεννιούνται έτσι «ως εκ θαύματος» πάνω στο δίχως όργανα σώμα, υπακούοντας ένα μηχανογενές καθεστώς το οποίο δεν πρέπει να το συγχέουμε ούτε με τον οργανικό μηχανισμό ούτε με την οργάνωση του οργανισμού... Ο ίδιος ο Artaud περιγράφει τη θηριώδη μάχη τού δίχως όργανα σώματος ενάντια στον οργανισμό, και ενάντια στον Θεό, τον άρχοντα των οργανισμών και της οργάνωσης.» (Ζιλ Ντελέζ, Σχιζοφρένεια και Κοινωνία, βλ. ελληνική μετάφραση εδώ: http://bestimmung.blogspot.gr/2015/12/two-regimes-of-madness.html) 

Η έννοια των «επιθυμητικών μηχανών», η οποία υπήρξε καταρχήν επινόηση του Γκουατταρί [1], μπορεί να γίνει ευκολότερα κατανοητή, όχι απλά σε αντίθεση με την έννοια της δομής και του μηχανισμού ως κλειστών συστημάτων, αλλά καταφατικά και σε σχέση με την παραγωγική τους λειτουργία που αφορά μια αυτόνομη δραστηριότητα αυτο-συσχέτισης των μηχανών, χωρίς καμία παρεμβολή των κανονικοτήτων του πολιτισμού και των βιολογικών ορμών. Με τα λόγια των ίδιων των Ντελέζ-Γκουατταρί: «Εκείνο [Id] λειτουργεί παντού, πότε ασταμάτητα, πότε με διακοπές. Εκείνο ανασαίνει, εκείνο θερμαίνει, εκείνο τρώει. Εκείνο χέζει, εκείνο γαμάει... Τι σφάλμα που είπαμε το εκείνο. Παντού πρόκειται για μηχανές, και καθόλου με τη μεταφορική έννοια: για μηχανές μηχανών, με τις συζεύξεις τους, με τις συνδέσεις τους. Μια μηχανή-όργανο είναι συνδεμένη με μια μηχανή-πηγή: η μια εκπέμπει μια ροή που η άλλη την κόβει. Ο μαστός είναι μια μηχανή που παράγει γάλα, και το στόμα μια μηχανή συναρμοσμένη μ’ αυτήν... Ο πρόεδρος Schreber νιώθει κάτι, παράγει κάτι, και μπορεί γι’ αυτό το κάτι να φτιάξει μια θεωρία. Κατιτί παράγεται: αποτελέσματα μιας μηχανής και όχι μεταφορικά σχήματα [...] Οι επιθυμητικές μηχανές είναι μηχανές δυαδικές, με δυαδικό κανονισμό ή συνειρμικό σύστημα: πάντα μια μηχανή συζευγμένη με μια άλλη... πάντα γίνεται μια σύνδεση με κάποιαν άλλη μηχανή, σε μια διατέμνουσα όπου η πρώτη κόβει τη ροή της άλλης, ή «υφίσταται» τη διακοπή της ροής της από την άλλη» (Ζιλ Ντελέζ-Φελίξ Γκουατταρί, Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια: Ο Αντι-Οιδίπους, σελ.9,11, από εκδόσεις Ράππα, 1977, μετάφραση Καίτη Χατζηδήμου-Ιουλιέττα Ράλλη)

Οι μηχανές παράγουν χωρίς να έχουν ανάγκη την έλλειψη ή την σταθερή ύπαρξη αντικειμένων– αντιθέτως, το μόνο που τους λείπει είναι ίσως ένα υποκείμενο με πάγια ταυτότητα, ή ακριβέστερα μια επιδίωξη παγίωσης της ταυτότητας ως τέτοιας απέναντι στη διαφορά. Όπως εξηγεί χαρακτηριστικά ο ίδιος ο Ντελέζ σε μια μεταγενέστερη συνέντευξή του: «Ο Αντι-Οιδίποδας επανεξέτασε το ασυνείδητο, ένα πεδίο το οποίο όλοι γνωρίζουμε, ή τουλάχιστον είμαστε εξοικειωμένοι με αυτό. Επεδίωξε να αντικαταστήσει το οικογενειοκρατικό ή θεατρικό μοντέλο του ασυνειδήτου με ένα περισσότερο πολιτικό μοντέλο: το [ασυνείδητο ως] εργοστάσιο. Ήταν ένα είδος ρωσικού «κονστρουκτιβισμού». Εξού και η ιδέα των επιθυμητικών μηχανών, της επιθυμίας ως παραγωγής. Τα Χίλια Επίπεδα,από την άλλη μεριά, προσπαθούν να επινοήσουν τα δικά τους πεδία, οπότε είναι πιο περίπλοκο» (Eight Years Later: 1980 Interview από το Gilles Deleuze, Two Regimes of Madness, Texts and Interview : 1975-1995, semiotexte, 2006, σελ. 75)

Ή όπως εξηγεί ο Ντελέζ αναλυτικά σε μια μεταγενέστερη συνέντευξή του μαζί με τον Γκουατταρί: «Ο Γκουατταρί και εγώ ξεκινήσαμε με την υπόθεση πως η επιθυμία είναι δυνατό να γίνει κατανοητή μόνο ως κατηγορία της «παραγωγής». Επομένως έπρεπε να επανεισάγουμε την παραγωγή στην ίδια την επιθυμία. Η επιθυμία δεν εξαρτάται από την έλλειψη,δεν είναι η έλλειψη κάποιου πράγματος,και δεν αναφέρεται σε κανένα Νόμο. Η επιθυμία παράγει. Επομένως είναι το αντίθετο από ένα θέατρο. Μια ιδέα όπως το οιδιπόδειο,η θεατρική αναπαράσταση του Οιδίποδα,ακρωτηριάζει το ασυνείδητο και δεν δίνει καμία έκφραση στην επιθυμία. Το οιδιπόδειο είναι το αποτέλεσμα της κοινωνικής καταστολής πάνω στην επιθυμητική παραγωγή. Ακόμη και με ένα παιδί,η επιθυμία δεν είναι οιδιπόδεια,λειτουργεί ως ένας μηχανισμός,παράγει μικρές μηχανές,εγκαθιδρύοντας συνδέσεις μεταξύ πραγμάτων. Αυτό που σημαίνει το γεγονός αυτό με άλλα λόγια,ίσως,είναι ότι η επιθυμία είναι επαναστατική... Η επιθυμία είναι φύσει επαναστατική διότι κατασκευάζει επιθυμητικές μηχανές οι οποίες,όταν εισαχθούν εντός του κοινωνικού πεδίου,είναι ικανές να εκτροχιάσουν κάτι,να μετατοπίσουν τον κοινωνικό ιστό. Η παραδοσιακή ψυχανάλυση,ωστόσο,έχει αναποδογυρίσει τα πάντα στο μικρό της θέατρο... Εδώ βρίσκεται το σημείο αναχώρησής μας: το ασυνείδητο που παράγει αυτές τις μικρές μηχανές της επιθυμίας,τις οποίες αποκαλούμε επιθυμητικές μηχανές»(Gilles Deleuze,Desert Islands and Other Texts,1953-1974, Semiotexte, Foreing Agents Series, 2004, σελ. 232-233) 

Το σχιζοφρενικό υλιστικό παράδειγμα 

Η ψυχανάλυση,συμπεραίνει ο Ντελέζ,καταπνίγει σε συντριπτικό βαθμό την παραγωγή της επιθυμίας και τη δυναμική που της αντιστοιχεί. Τι σημαίνει αυτό ακριβώς; Ότι η ψυχανάλυση ανακαλύπτει το ασυνείδητο,μιλάει για το ασυνείδητο,που ορίζεται αντιπαραθετικά προς τη συνείδηση,ακριβώς για να το παρακάμψει,να το απομειώσει αναλυτικά,εν τέλει για να καταστρέψει τη μη αναγνωρισμένη δυναμική του. Σκοπός της ψυχανάλυσης είναι να διαχωρίσει τις αληθινές – σχετιζόμενες με το οιδιπόδειο σύμπλεγμα – επιθυμίες από τις ψεύτικες επιθυμίες,να προσθέσει έναν εξωτερικό κώδικα ερμηνείας για το ασυνείδητο,μια συμβολική κωδικοποίηση που έχει για στόχο όχι την επικέντρωση στους εμμενείς μηχανισμούς λειτουργίας του ασυνειδήτου,αλλά την ερμηνεία ενός υποτιθέμενου λανθάνοντος περιεχομένου το οποίο ανάγεται διαρκώς στο «οιδιπόδειο σύμπλεγμα» και τα οικογενειακά συμπλέγματα εν γένει. «Η [επιθυμητική] παραγωγή καταντά παραγωγή φαντασίωσης-έκφρασης»,υποστηρίζουν οι Ντελέζ-Γκουατταρί,εννοώντας ότι σε αντίθεση με την πραγματική φύση του ασυνειδήτου,ως εργοστασίου παραγωγής (μερικών αντικειμένων,συνδέσεων μεταξύ μηχανών-οργάνων κτλ.),παρεμβάλλεται σαν άξονας αναφοράς το θεατρικό-εκφραστικό ασυνείδητο,που καθυποτάσσει στην τροχιά κίνησής του τις παραγωγικές δυνάμεις της επιθυμητικής οικονομίας. Το οιδιπόδειο συνιστά λοιπόν την ιδεαλιστική καμπή της ψυχανάλυσης και του Φρόϋντ,που καταστέλλει και αποκρύπτει την ουσιαστικά ανοιδιπόδεια φύση της επιθυμητικής παραγωγής (η οποία επανάγεται τελικά στο οιδιπόδειο [προ-ή-μετά]). Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα (μέσα από την πρωταρχική φαντασίωση της οιδιπόδειας σκηνής/θεάτρου) λειτουργεί ως ο βασικός μοχλός καταστολής των επιθυμητικών μηχανών,θέση επιβεβλημένη από την καταστολή που ασκεί η καπιταλιστική μηχανική πάνω στην επιθυμία.

H στενή σύνδεση μεταξύ της ψυχανάλυσης και του (καπιταλιστικού) κοινωνικού σχηματισμού,όπως εξηγούν οι Ντελέζ-Γκουατταρί,πρέπει να γίνει κατανοητή όχι μόνο υπό το πρίσμα του ότι ο καπιταλισμός συνιστά ιστορική προϋπόθεση για τη ψυχανάλυση – και ότι κατ’ επέκταση υπό ορισμένες συνθήκες η ψυχανάλυση λειτουργεί ως καπιταλισμός θεσμός – αλλά επίσης από την οπτική της ουσιαστικής δύναμης καταστολής που ασκείται ταυτόχρονα πάνω στην επιθυμία και την εργασία: «Αυτό που θέλουμε να πούμε,είναι επίσης το εξής: ο Φρόυντ ανακαλύπτει την επιθυμία σαν λίμπιντο,επιθυμία που παράγει,και δεν παύει να αλλοτριώνει την λίμπιντο από το οικογενειακό σχήμα (Οιδίποδας). Η ψυχανάλυση είναι η ίδια ιστορία με την πολιτική οικονομία,όπως την βλέπει ο Μαρξ: ο Άνταμ Σμιθ κι ο Ρικάρντο ανακάλυψαν την ουσία του πλούτου στην παραγωγική εργασία και δεν έπαψαν όμως να την αλλοτριώνουν από την ιδιοκτησία. Αυτό που κάνει την ψυχανάλυση να παραβλέπει την ψύχωση,είναι η επαναφορά της επιθυμίας στην οικογενειακή σκηνή,αυτό είναι που την κάνει να μην ασχολείται παρά με τον χώρο της νεύρωσης και να δίνει και στην ίδια την νεύρωση ακόμη μιαν ερμηνεία που να παραμορφώνει τις δυνάμεις του ασυνειδήτου (Guattari) […] (Deleuze): Είτε οικογενειακός είτε ψυχαναλυτικός,ο Οιδίποδας είναι κατά βάση ένας μηχανισμός καταπίεσης πάνω στις επιθυμητικές μηχανές,και διόλου μια μορφοποίηση του ίδιου του ασυνειδήτου» (Deleuze & Guattari,Τρεις Συνεντεύξεις για τον καπιταλισμό και τις επιθυμητικές μηχανές,περιοδικό Flesh Machine,σελ. 18-19).

Η ντελεζιανή θεώρηση της επιθυμίας έρχεται σε κάθετη ρήξη με τα σχήματα αναπαράστασης που εγκλωβίζουν την επιθυμία σε ένα αντικειμενότροπο ή υποκειμενοκεντρικό πλαίσιο αναφοράς – αντίθετα το επίδικο είναι η απελευθέρωση της επιθυμίας από την κεντρικότητα του ψυχαναλυτικού cogito: «Μας φαινόταν πως η επιθυμία ήταν μια διαδικασία και πως ξετύλιγε ένα πεδίο συνέπειας (place of consistence),ένα πεδίο εμμένειας,ένα «δίχως όργανα σώμα»,όπως το έθετε ο Αρτώ,διασχιζόμενο από μόρια και ροές οι οποίες αποδεσμεύονταν από αντικείμενα και υποκείμενα... Η επιθυμία δεν είναι συνεπώς εσωτερική προς κάποιο υποκείμενο,περισσότερο από την ροπή της προς ένα αντικείμενο: είναι αυστηρά εμμενής σε ένα πεδίο σε σχέση με το οποίο εκείνη δεν προϋπάρχει,ένα πεδίο το οποίο πρέπει να κατασκευαστεί,του οποίου τα μόρια εκπέμπονται και οι ροές συνδυάζονται. Υπάρχει μονάχα η επιθυμία στο βαθμό που υπάρχει η παράταξη ενός συγκεκριμένου πεδίου,η διάδοση συγκεκριμένων ροών,η εκπομπή συγκεκριμένων μορίων. Μακριά από το να προϋποθέτει κάποιο υποκείμενο,η επιθυμία δεν μπορεί να προσεγγιστεί παρά στο σημείο όπου αποστερείται κανείς τη δύναμη του να λέει «Εγώ. Μακριά από το να κατευθύνεται προς ένα αντικείμενο,η επιθυμία μπορεί να προσεγγιστεί στο σημείο όπου σταματάει κανείς να ψάχνει για ή να πιάνεται από ένα αντικείμενο περισσότερο από τον βαθμό που κατανοεί τον εαυτό του ως υποκείμενο» (Gilles Deleuze and Claire Parnet,Dialogues,Trans. Hugh Tomlinson and Barbara Habberjam,Dead Psychoanalysis: Analyse,σελ. 89)
Το ασυνείδητο ως «παραγωγικό ασυνείδητο»,που εξελίσσεται μέσα από τη σχέση των επιθυμητικών μηχανών μεταξύ τους (και προς το δίχως-όργανα-σώμα),βρίσκει την καθαρότερη «μοντελοποίησή» του,θα λέγαμε,στο όχι αμιγώς κλινικό πρότυπο της ψύχωσης και της σχιζοφρένειας,του οποίου οι κοινωνικο-ιστορικές προϋποθέσεις ανάδυσης μπορούν να εντοπιστούν σε αναφορά (αλλά όχι αναγωγή) προς τον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό. Αναφέρουν χαρακτηριστικά οι Ντελέζ-Γκουατταρί σε μια κοινή συνέντευξή τους: «Guattari-Εμείς παίρνουμε σαν σημείο αναφοράς την επιθυμία σε μια από τις πιο κρίσιμες,οξείες περιπτώσεις της,εκείνη του σχιζοφρενικού -ο σχιζοφρενικός που μπορεί να παράγει κάτι,πέρα από τον ορίζοντα του απομονωμένου,εξασθενημένου από τα φάρμακα και την κοινωνική καταπίεση σχιζοφρενικού. Νομίζουμε ότι ορισμένοι σχιζοφρενείς εκφράζουν άμεσα μια ελεύθερη αποκωδικοποίηση της επιθυμίας [...] Deleuze-Το χρήμα,το κεφάλαιο-χρήμα,βρίσκεται σε τέτοιο επίπεδο τρέλας,που στην ψυχιατρική το αντίστοιχό του δεν είναι παρά το τελικό της στάδιο» (Ζιλ Ντελέζ-Φελίξ Γκουατταρί,Για τον καπιταλισμό και την επιθυμία,εκδόσεις ελευθεριακή κουλτούρα,2015,σελ. 12)

Η ψυχανάλυση έχει δύο τρόπος να εξαπατά τον ίδιο τον εαυτό της: «με το να πιστεύει πως έχει ανακαλύψει ταυτόσημα στοιχεία,τα οποία μπορεί να βρει κανείς αναπόφευκτα στο καθετί,ή με το να πιστεύει πως έχει ανακαλύψει ανάλογες μορφές οι οποίες δημιουργούν ψευδείς διαφορές. Επομένως,η κλινική ψυχιατρική διάσταση και η λογοτεχνική κριτική διάσταση πάνε στράφι την ίδια στιγμή» (G. Deleuze,The Logic of Sense,σελ. 104-105). Ο Ντελέζ ισχυρίζεται πως κάθετι νέο και ενδιαφέρον στη ψυχανάλυση προέρχεται από το παραμελημένο και παραγνωρισμένο φαινόμενο των ψυχώσεων,το οποίο εξετάζεται σε αντιπαράθεση προς την εγκαθιδρυμένη αναλογική μέθοδο προσέγγισης που εφαρμόζεται κατά κύριο λόγο από τη ψυχανάλυση. Υποστηρίζει μάλιστα πως η περίπτωση της σχιζοφρένειας μάς προσφέρει μια ριζικά διαφορετική και νέα εικόνα της σκέψης,που οριακά συγκροτεί μια συνθήκη για την ίδια τη σκέψη: «Δεν είναι ζήτημα του να αντιπαραθέσουμε στη δογματική εικόνα της σκέψης μια άλλη εικόνα που είναι δανεισμένη,για παράδειγμα,από τη σχιζοφρένεια,αλλά μάλλον να θυμηθούμε ότι η σχιζοφρένεια δεν είναι απλά μόνο ένα ανθρώπινο γεγονός αλλά επίσης μια δυνατότητα για την σκέψη – η οποία,επιπλέον,μπορεί να αποκαλυφθεί ως τέτοια μονάχα μέσα από την κατάργηση αυτής της εικόνας. [..] Η δειλία,η σκληρότητα,η χυδαιότητα και η ηλιθιότητα... είναι δομές της σκέψης ως τέτοιας» (Gilles Deleuze,Difference and Repetition,Trans. Paul Patton,Columbia University Press,1994,σελ. 148,151)

H βασική τομή που ανοίγει ο Αντι-Οιδίποδας,σε σχέση με το ψυχαναλυτικό πεδίο,είναι ότι η σχιζοανάλυση που βρίσκεται στη βάση του όλου κριτικού εγχειρήματος,παίρνει ως μοντέλο για το ασυνείδητο την ίδια τη ψύχωση και τη σχιζοφρένεια,αντί για τη δυναμική της νεύρωσης που ήταν μέχρι τότε το παραδοσιακό σημείο εκκίνησης.  Βασική στόχευση του έργου των Ντελέζ-Γκουατταρί,είναι να περιγράψουν την επιθυμητική παραγωγή και την σχιζοφρένεια στην θετικότητά τους,ως την ίδια τη διαδικασία της ζωής (ο σχιζοφρενικός ανακαλύπτεται εδώ σαν φιγούρα που ανακατεύει τους κώδικες και διοχευτεύει αποκωδικωμένες ροές),χαράζοντας έτσι μια οξεία διάκριση ανάμεσα στη σχιζοφρένεια ως διαδικασία και τη σχιζοφρένεια ως κλινική οντότητα. Η σχιζοφρένεια ως διεργασία είναι διαχωρισμένη από τον σχιζοφρενικό ως κλινική οντότητα που προσκρούει στο όριο του ρήγματος που διανοίγει,και οδηγείται έτσι στην κατάρρευση.Ήδη ο Μισέλ Φουκώ,στο έργο του «Η ιστορία της τρέλας» (εκδόσεις Ηριδανός,2004),χαράσσει έναν διαχωρισμό ανάμεσα στην τρέλα και τη ψυχική ασθένεια. Ωστόσο η σχιζοφρενική διαδικασία δεν συνιστά έναν (ο αυτο)σκοπός,είναι μια παραγωγή και όχι μια έκφραση. Η σχιζοφρένεια είναι τελικά η μόνη καθολική διεργασία. Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα και ο συμβολικός ευνουχισμός της ψυχανάλυσης συνιστούν μια έσχατη εδαφικότητα,τους τελευταίους βράχους άμυνας του καπιταλιστικού συστήματος απέναντι στην επαναστατική δύναμη της επιθυμίας.

Η ντελεζιανή προσέγγιση των ψυχώσεων και της σχιζοφρένειας πατάει πάνω στο οριακό σημείο της λακανικής προσέγγισης όπου αναγνωρίζεται μια δυναμική διάσταση της ψύχωσης που τοποθετείται εγγύτερα προς το Πραγματικό παρά το Φαντασιακό ή το Συμβολικό (οι τρεις βασικοί όροι του λακανικού σχήματος): «Οι μηχανισμοί που υπεισέρχονται στη ψύχωση δεν περιορίζονται στο φαντασιακό πεδίο αναφοράς. Που θα τους αναζητήσουμε, αφού διαφεύγουν από τη λιβιδινική επένδυση; Είναι αρκετό να επικαλεστούμε την επανεπένδυση της λίμπιντο στο προσίδιο σώμα; Τον μηχανισμό αυτόν, που είναι κοινά αποδεκτός ως ο μηχανισμός του ναρκισσισμού, τον επικαλείται ρητά ο ίδιος ο Φρόυντ για να εξηγήσει το φαινόμενο της ψύχωσης [...] Μήπως ισχύει ότι στην τάξη του φαντασιακού δεν υφίσταται τρόπος να δώσει κανείς μια ακριβή σημασία στον όρο ναρκισσισμός; Στην τάξη του φαντασιακού, η αλλοτρίωση είναι στοιχείο συστατικό. Η αλλοτρίωση είναι το φαντασιακό ως τέτοιο. Δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτε από τον τρόπο προσέγγισης της ψύχωσης στο επίπεδο του φαντασιακού,διότι ο φαντασιακός μηχανισμός είναι εκείνο που δίνει στην ψυχωτική αλλοτρίωση τη μορφή της,αλλά όχι τη δυναμική της» (Ζακ Λακάν,Σεμινάριο Τρίτο,Οι ψυχώσεις,εκδόσεις ψυχογιός,σελ. 169-170)

Ωστόσο, αυτή η διάσταση του Πραγματικού, την οποία υποστηρίζουν οι Ντελέζ-Γκουατταρί, εμφανίζεται μέχρι και στον Λακάν μονάχα ως αρνητική στιγμή, ως ένα είδος «έλλειψης» ή «κενού» στο ψυχικό πεδίο εμμένειας. Η ψύχωση συνιστά τρόπον τινά ένα απροσπέλαστο όριο για τη ψυχαναλυτική ερμηνεία, ένα οριακό σημείο όπου αναφαίνονται καθαρά οι περιορισμοί και οι αναλυτικές της ανεπάρκειες, σε επίπεδο θεωρίας και πρακτικής ταυτοχρόνως. Το πραγματικό επίδικο με το οποίο έρχεται αντιμέτωπος ο Ντελέζ είναι το εξής: «η πραγματική δυσκολία είναι να δοθεί μια εξήγηση της σχιζοφρένειας ως κάτι με θετικά γνωρίσματα, και ως τέτοια, να μην ανάγεται στα καταστροφικά χαρακτηριστικά που προξενεί σε ένα άτομο... Δεν μπορούμε να πούμε ότι η ψυχανάλυση μας προσφέρει έναν τρόπο εξόδου από αυτή την ουσιαστικά αρνητική προοπτική διότι η ψυχανάλυση έχει μια αμφίσημη σχέση με τη σχιζοφρένεια [...] Διαπράττουμε το ίδιο λάθος όταν ορίζουμε τη σχιζοφρένεια με αρνητικούς όρους ή με όρους κάποιας έλλειψης (διάσπαση, απώλεια επαφής με την πραγματικότητα, αυτισμός, αποκλεισμός/διάκλειση [foreclosure]) και όταν τυποποιούμε τη σχιζοφρένεια πάνω σε μια οικογενειακή δομή μέσα στην οποία μπορεί να εντοπιστεί αυτή η έλλειψη. [...] Επομένως η σχιζοφρένεια χρειάζεται να περιγραφεί με θετικούς όρους» (Ζ. Ντελέζ,Σχιζοφρένεια και Κοινωνία,από το Two Regimes of Madness) 

Καταληκτικά, η σχιζοφρένεια για τον Ντελέζ εκφράζει μια οριακή ψυχική απεδαφικοποίηση που συντρίβει την Οιδιπόδεια αναπαράσταση και την καπιταλιστική (και ψυχαναλυτική) μηχανή, μια διαδικασία που συνιστά συνθήκη για την συνένωση των επαναστατικών, των λογοτεχνικών, και των αναλυτικών μηχανών μεταξύ τους με σκοπό την απελευθέρωση της επιθυμίας από τα δεσμά του Εγώ και της αναπαράστασης. Το τελευταίο ζήτημα που τίθεται στο σημείο αυτό, με το οποίο θα κλείσει αυτή η μικρή εισαγωγή στη σχέση του Ντελέζ με την ψυχανάλυση, είναι το εξής: με ποιον τρόπο το μοντέλο της σχιζοφρένειας ως (δυνάμει επαναστατικής) διαδικασίας μπορεί να αποσυσχετιστεί από τις κλινικές εκδηλώσεις των (ψυχο)παθολογιών της ψύχωσης και της σχιζοφρένειας, και σε τι βαθμό η σχιζοφρένεια όπως εννοείται από τους Ντελέζ-Γκουατταρί συνεπάγεται μια θεώρηση που τοποθετεί την τελευταία ως ένα «υψηλό» (sublime) “αντικείμενο” σε ριζική εξωτερικότητα προς την νεωτερικότητα και τον ψυχαναλυτικό λόγο (και εισάγεται έτσι με έμμεσο τρόπο ένα στοιχείο υπερβατικότητας στη θεωρία του Ντελέζ): «Η σχιζοαναλυτική αξιοποίηση της ανοιδιπόδειας, αποσυνδεδεμένης, δίχως-εγώ φύσης της σχιζοφρενικής διαδικασίας εξαρτάται εν μέρει, υποστηρίζω, από το καθεστώς της ως υψηλού [αντικειμένου] εντός του ψυχαναλυτικού λόγου τον οποίο οι Ντελέζ και Γκουατταρί επιδιώκουν να αμφισβητήσουν […] όπως οι πλευρές μια λωρίδας του Μόμπιους, ο «[κλινικά] σχιζοφρενής» και ο «σχιζοφρενικός» είναι τόσο στενά συνδεδεμένοι... για να μπορούν να είναι ουσιαστικά διαχωρισμένοι. [...] Για να αποκτήσει και να διατηρήσει αυτή την επαναστατική της ενέργεια, η σχιζοφρένεια πρέπει κατά μία έννοια να παραμείνει απολύτως εξωτερική προς τον καπιταλισμό· πρέπει να υπερβεί τα όρια της κοινωνικής και ψυχικής οργάνωσης, να απορρίψει την ερμηνεία και το ερμηνευτικό κλείσιμο, να αντισταθεί στη θεραπευτική παρέμβαση και τη θεωρητική αναπαράσταση» (Angela Woods,The Sublime Object of Psychiatry,Schizophrenia in Clinical and Cultural Theory,Oxfort University Press,2011,σελ. 159-160) 


Σημειώσεις 

[1] Αναφέρει συγκεκριμένα ο Γκουατταρί χαρακτηριστικά όσον αφορά την αντίστιξη της έννοιας της μηχανής με την έννοια της δομής: «Στην πραγματικότητα, μια μηχανή δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις δομικές της αρθρώσεις και, αντιστρόφως, κάθε ενδεχόμενη δομή κυριαρχείται (και αυτό είναι που θέλω να αποδείξω) από ένα σύστημα μηχανών... Η μηχανή, από την άλλη μεριά, παραμένει ουσιαστικά απομακρυσμένη από τον φορέα της δράσης. Το υποκείμενο βρίσκεται πάντοτε κάπου αλλού. Η χρονικοποίηση (temporalization) εισχωρεί στη μηχανή από όλες τις πλευρές και μπορεί να συσχετιστεί με εκείνη μόνο αφότου ένα συμβάν έχει εμφανιστεί. Η ανάδυση μιας μηχανής σηματοδοτεί μια ημερομηνία, μια αλλαγή, διαφορετική από μια δομική αναπαράσταση... Για τη μηχανή, το υποκείμενο της ιστορίας βρίσκεται κάπου αλλού, στη δομή... Το υποκείμενο του ασυνειδήτου ως τέτοιο θα βρίσκεται στην ίδια μεριά όπως η μηχανή, ή ακόμη καλύτερα, μαζί με τη μηχανή» (Felix Guattari,Psychoanalysis and Tranversality,MIT Press,2015,σελ. 318-319, “Machine and Structure”). 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία 

Ζακ Λακάν, Σεμινάριο Τρίτο, Οι ψυχώσεις,εκδόσεις ψυχογιός, 2013
Ζιλ Ντελέζ-Φελίξ Γκουατταρί, Για τον καπιταλισμό και την επιθυμία, εκδόσεις ελευθεριακή κουλτούρα
Ζιλ Ντελέζ-Φελίξ Γκουατταρί,Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια: Ο Αντι-Οιδίπους , εκδόσεις Ράππα, 1977, μετάφραση Καίτη Χατζηδήμου-Ιουλιέτα Ράλλη
Deleuze and Psychoanalysis: Philosophical Essays on Deleuze's Debate with Psychoanalysis,Leen De Bolle (ed.), Leuven University Press,2010,  (http://www.scribd.com/doc/243575544/DE-BOLLE-Leen-org-Deleuze-and-Psychoanalysis-pdf)
Angela Woods, The Sublime Object of Psychiatry: Schizophrenia in Clinical and Cultural Theory, Oxford University Press, 2011 (International Perspectives in Psychiatry and Cultural Theory)
Daniel W. Smith-From the Surface to the Depths: On the Transition from Logic of Sense to Anti-Oedipus
Daniel W.Smith-Essays on Deleuze (University Press,2012)
Deleuze & Guattari,Τρεις Συνεντεύξεις για τον καπιταλισμό και τις επιθυμητικές μηχανές, περιοδικό Flesh Machine
Elisabeth Grosz-Jacques Lacan,A Feminist Introduction,Routledge,1990
Eugene W. Holland: Deleuze And Guattari's 'Anti-Oedipus', IntroductionTo Schizoanalysis (Routledge, 1997)
Felix Guattari,Psychoanalysis and Tranversality, MIT Press,2015
Ian Buchanan-Deleuze and Guattari’s ‘Anti-Oedipus’: A Reader’s Guide (Continuum,2008)
Gilles Deleuze and Claire Parnet,Dialogues,Trans. Hugh Tomlinson and Barbara Habberjam,1987, New York Columbia University Press
Gilles Deleuze, Desert Islands and Other Texts, 1953-1974,Semiotexte, Foreing Agents Series, 2004
Gilles Deleuze, Difference and Repetition, Trans. Paul Patton, Columbia University Press, 1994
Gilles Deleuze, The Logic of Sense,Continuum, 2004
Gilles Deleuze, Two Regimes of Madness,semiotexte, 2006
Slavoj Zizek, Organs Without Bodies: On Deleuze and Consequences, Routledge, 2004

Δημοσιεύτηκε από τον χρήστη Derailed Vertica

Πηγή: Ταξικές Μηχανές die Bestimmung des Menschen

_______
_


Gilles Deleuze/Felix Guattari-Για τον καπιταλισμό και την επιθυμία




Richard Lindner - "Boy with machine", 1954



Για τον καπιταλισμό και την επιθυμία,εκδόσεις ελευθεριακή κουλτούρα (σελ. 5-25)
 

[Η συνέντευξη αυτή δόθηκε στο Actuel,μα εκδόθηκε τελικά για πρώτη φορά το 1973 στην συλλογή C' est Demain la veille υπό την επιμέλεια του Michel-Antoine Burnier. O Pierre Victor στον οποίο αναφέρεται ο Γκουατταρί αποτελεί ψευδώνυμο μαοϊκού ηγέτη της Προλεταριακής Αριστεράς ο οποίος ζούσε τότε στην παρανομία,η συζήτηση με τον Φουκώ έχει δημοσιευτεί από τις εκδόσεις Ερατώ με τίτλο Για την Λαϊκή Δικαιοσύνη και τα Δικαστήριa. Πρωτοδημοσιεύτηκε στα ελληνικά σε μετάφραση από το περιοδικό Flesh Machine στην έκδοση «Deleuze & Guattari: τρεις συνεντεύξεις για τον καπιταλισμό και τις επιθυμητικές μηχανές» με τίτλο «Καπιταλισμός: Ένα Πολύ Ιδιαίτερο Ντελίριο»].



Actuel: Όταν περιγράφετε τον καπιταλισμό λέτε: «Δεν υπάρχει καμία επιχείρηση, κανένας βιομηχανικός ή χρηματιστικός μηχανισμός που να μην αποκαλύπτει την τρέλα της καπιταλιστικής μηχανής και τον παθολογικό χαρακτήρα της ορθολογικότητάς της (δεν πρόκειται για μια λαθεμένη ορθολογικότητα, αλλά για την πραγματική ορθολογικότητα αυτής της παθολογίας, αυτής της τρέλας, αφού η μηχανή λειτουργεί, να είστε σίγουροι για αυτό). Δεν υπάρχει κίνδυνος αυτή η μηχανή να τρελαθεί,είναι τέτοια από την αρχή της και είναι σε αυτήν την τρέλα που βρίσκει την ορθολογικότητά της». Αυτό σημαίνει ότι μετά από αυτή την "ανώμαλη" κοινωνία ή, πέρα από αυτή, μπορεί να υπάρχει μια κοινωνία «φυσιολογική»;

 Gilles Deleuze: Εμείς δεν χρησιμοποιούμε τους όρους «φυσιολογικό» και «ανώμαλο». Όλες οι κοινωνίες είναι ταυτοχρόνως λογικές και παράλογες. Είναι αναγκαστικά λογικές όσον αφορά τους μηχανισμούς, τα γρανάζια, τα συστήματα διασύνδεσής τους, όπως και για τη θέση που επιφυλάσσουν στο παράλογο. Όμως όλα αυτά προϋποθέτουν κώδικες ή αξιώματα που δεν είναι τυχαία αποτελέσματα, αλλά ούτε εμμενώς λογικά. Είναι όπως στη θεολογία: τα πάντα είναι απολύτως λογικά αν αποδεχτείς το προπατορικό αμάρτημα, την άμωμο σύλληψη, τη μετενσάρκωση. Το λογικό είναι πάντοτε ένας χώρος αποκομμένος από το παράλογο, ουδέποτε προστατεύεται σαφώς από το παράλογο, αλλά διαπερνάται από αυτό και ορίζεται μόνο μέσω συγκεκριμένων σχέσεων και συντελεστών. Κάτω από κάθε τι λογικό επωάζεται το ντελίριο, και είναι από αυτό που πηγάζει. Τα πάντα είναι λογικά στον καπιταλισμό, εκτός από το κεφάλαιο ή τον ίδιο τον καπιταλισμό. Ένας χρηματιστικός μηχανισμός είναι απόλυτος, μπορούμε να τον κατανοήσουμε, να τον μελετήσουμε,οι καπιταλιστές ξέρουν σε τι χρησιμεύει,ωστόσο είναι εντελώς παραληρηματικός,τρελός. Είναι με αυτή την έννοια που λέμε: το λογικό είναι πάντοτε η ορθολογικότητα ενός παράλογου. Υπάρχει κάτι που δεν έχει επισημανθεί επαρκώς στο Κεφάλαιο του Μαρξ,δηλαδή σε ποιο σημείο είχε αυτός γοητευτεί από τους καπιταλιστικούς μηχανισμούς,ακριβώς επειδή είναι παράφρονες αλλά ταυτοχρόνως λειτουργούν άριστα. Λοιπόν,τι είναι λογικό σε μια κοινωνία; Είναι ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα επιδιώκουν και προσπαθούν να υλοποιήσουν τα συμφέροντά τους,όντας αυτά τα συμφέροντα καθορισμένα στο πλαίσιο αυτής της κοινωνίας. Όμως από κάτω υπάρχουν επιθυμίες,επενδύσεις επιθυμιών,που δεν ταυτίζονται με τις επενδύσεις του συμφέροντος και ωστόσο είναι από αυτές που εξαρτώνται τα συμφέροντα ως προς τον καθορισμό και την κατανομή τους: μια τεράστια ροή,κάθε είδος λιμπιντικής-ασυνείδητης ροής που συνιστά το παραλήρημα αυτής της κοινωνίας. Η πραγματική ιστορία είναι η ιστορία της επιθυμίας. Ένας καπιταλιστής ή ένας μοντέρνος τεχνοκράτης δεν επιθυμεί με τον ίδιο τρόπο που επιθυμεί ένας δουλέμπορος ή ένας αξιωματούχος της αρχίας κινζεικής αυτοκρατορίας. Ότι τα άτομα σε μια κοινωνία επιθυμούν την καταπίεση για άλλους όπως και γι' αυτά τα ίδια,ότι υπάρχουν πάντοτε άτομα που θέλουν να σπάσουν τα πλευρά κάποιων άλλων και έχουν τη δυνατότητα να το κάνουν,το «δικαίωμα» να το κάνουν,είναι αυτό που φέρνει στο ως το πρόβλημα ενός εις βάθος δεσμού μεταξύ της λιμπιντικής επιθυμίας και της κοινωνικής σφαίρας. Ένας «ανιδιοτελής» έρωτας για την καταπιεστική μηχανή: ο Νίτσε είχε πει πανέμορφα πράγματα για αυτόν τον διαρκή θρίαμβο των σκλάβων,για το πώς οι βασανισμένοι,οι ταπεινωμένοι και οι αδύναμοι επιβάλουν τον τρόπο ζωής τους σε όλους εμάς.

Actuel: Συνεπώς,τι πράγμα,σε όλα αυτά,είναι όντως κάτι το ιδιαίτερο στον καπιταλισμό;

Deleuze: Μήπως το ότι στον καπιταλισμό το παραλήρημα και το συμφέρον,ή η επιθυμία και η λογική,κατανέμονται με έναν εντελώς καινούργιο τρόπο,ιδιαιτέρως «ανώμαλο»; Eγώ πιστεύω πως αυτό είναι. Το χρήμα,το κεφάλαιο-χρήμα,βρίσκεται σε τέτοιο επίπεδο τρέλας,που στην ψυχιατρική το αντίστοιχό του δεν είναι παρά το τελικό της στάδιο. Είναι άκρως πολύπλοκο να περιγραφεί εδώ,αλλά τουλάχιστον μια παρατήρηση μπορεί να γίνει. Και σε άλλες κοινωνίες υπάρχει εκμετάλλευση,υπάρχουν σκάνδαλα και μυστικά,όμως αυτά ανήκουν στον «κώδικα»,υπάρχουν μέχρι και κώδικες έκδηλα μυστικοί. Με τον καπιταλισμό τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά: τίποτα δεν είναι μυστικό (είναι γι' αυτό που ο καπιταλισμός είναι «δημοκρατικός» και επικαλείται τη «δημοσιότητα»,ακόμη και με τη νομική έννοια). Και ωστόσο τίποτα δεν είναι ομολογητέο. Είναι η ίδια η νομιμότητα που δεν είναι ομολογητέα. Σε αντίθεση με άλλες κοινωνίες,αυτό το καθεστώς θεμελιώνεται σε ότι είναι δημόσιο και,ταυτοχρόνως,ανομολόγητο. Ένα παραλήρημα απολύτως ιδιαίτερο,συνδεδεμένο με το καθεστώς του χρήματος. Ας σκεφτούμε τα σημερινά λεγόμενα σκάνδαλα: οι εφημερίδες δεν μιλούν πολύ,οι πάντες προσποιούνται είτε ότι αμύνονται είτε ότι επιτίθενται,αλλά δύσκολα μπορούμε να βρούμε κάτι που το καπιταλιστικό καθεστώς θεωρεί παράνομο. Οι δηλώσεις εισοδήματος του Chaban [πρωθυπουργού εκείνη την εποχή της Γαλλίας,σ.τ.μ.],οι επιχειρήσεις ακινήτων,οι ομάδες πίεσης και,γενικότερα,οι οικονομικοί και χρηματοπιστωτικοί μηχανισμοί του κεφαλαίου,τα πάντα,εν κατακλείδι,είναι νόμιμα,εκτός ίσως από κάποια μικρή παρανομία και αυτό είναι που μετράει περισσότερο,τα πάντα είναι δημόσια,αν και τίποτα δεν είναι ομολογητέο. Αν η αριστερά ήταν «λογική»,θα συμφωνούσε στην εκλαϊκευση των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών μηχανισμών. Δεν υπάρχει ανάγκη να καταστεί δημόσιο εκείνο που είναι ιδιωτικό,θα μπορούσαμε να μένουμε ικανοποιημένοι από το γεγονός ότι εκείνο που είναι ήδη δημόσιο,ομολογείται και δημοσίως. Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση τρέλας που δεν έχει το αντίστοιχό της στα ιδρύματα υγείας. Αντιθέτως,μιλάμε για «ιδεολογία». Ομως η ιδεολογία δεν έχει καθόλου σημασία: το σημαντικό δεν είναι η ιδεολογία,ούτε η διάκριση ή αντίθεση «οικονομικό-ιδεολογικό»,αλλά η οργάνωση της εξουσίας. Γιατί η οργάνωση της εξουσίας είναι ο τρόπος με τον οποίο η επιθυμία βρίσκεται ήδη στην οικονομία,ο τρόπος με τον οποίο η λίμπιντο επενδύει την οικονομική σφαίρα,διεισδύει στην οικονομία και τροφοδοτεί πολιτικές μορφές καταπίεσης.

Actuel: Συνεπώς η ιδεολογία είναι ένα ψευδές φαινόμενο;

Deleuze: Όχι,καθόλου. Το να λέμε ότι η «ιδεολογία είναι ένα ψευδές φαινόμενο» απηχεί ακόμη την παραδοσιακή θέση. Μπαίνει από τη μια πλευρά η υποδομή,η οικονομία,αυτό που είναι συγκεκριμένο και από την άλλη η υπερδομή,όπου ανήκει η ιδεολογία και στην οποία παρωθούνται τα φαινόμενα της επιθυμίας. Είναι ένας καλός τρόπος για να μη βλέπουμε πώς η επιθυμία επιδρά στην υποδομή,πώς την επενδύει,πώς συμμετέχει σε αυτή,πώς με αυτόν τον τίτλο οργανώνει την εξουσία και το καταπιεστικό σύστημα. Εμείς δεν λέμε πως η ιδεολογία είναι ένα ψευδές φαινόμενο (ή μια έννοια που σημαίνει συγκεκριμένες ψευδαισθήσεις). Είναι γι' αυτόν τον λόγο που αυτή ταιριάζει τόσο καλά στο κομμουνιστικό κόμμα και στον ορθόδοξο μαρξισμό. Ο μαρξισμός έχει δώσει μεγάλη σημασία στο ζήτημα των ιδεολογιών προκειμένου να κρύψει αυτό που συμβαίνει στην ΕΣΣΔ: μια νέα οργάνωση της κατασταλτικής εξουσίας. Δεν υπάρχει ιδεολογία,υπάρχουν μόνο οργανώσεις της εξουσίας εφόσον παραδεχτούμε ότι η οργάνωση της εξουσίας είναι η ενότητα της επιθυμίας και της οικονομικής υποδομής. Ας πάρουμε δύο παραδείγματα. Το πρώτο είναι η διδασκαλία: τον Μάη του '68 η αριστερά έχασε πολύ χρόνο αξιώνοντας από τους καθηγητές να προχωρήσουν σε δημόσια αυτοκριτική σχετικά με τον ρόλο τους ως φορείς της αστικής ιδεολογίας. Είναι χαζό και άλλωστε τροφοδοτεί τις μαζοχιστικές ενορμήσεις των καθηγητών. Ο αγώνας εναντίον της επιλογής εγκαταλείφθηκε προς όφελος της έριδας ή της μεγάλης δημόσιας,αντι-ιδεολογικής,εξομολόγησης. Στο μεταξύ,οι πιο συντηρητικοί καθηγητές δεν αντιμετώπισαν δυσκολία ως προς το να αναδιοργανώσουν την εξουσία τους. Η διδασκαλία δεν είναι ένα ιδεολογικό πρόβλημα,αλλά ένα πρόβλημα της οργάνωσης της εξουσίας: είναι η ιδιαιτερότητα της εκπαιδευτικής εξουσίας που την κάνει να μοιάζει με μια ιδεολογία,αλλά πρόκειται για μια καθαρή ψευδαίσθηση. Η εξουσία στο δημοτικό σχολείο,που έχει μια κάποια σημασία,καταπιέζει όλα τα παιδιά. Δεύτερο παράδειγμα: ο χριστιανισμός. Η εκκλησία είναι απολύτως ικανοποιημένη όταν της συμπεριφερόμαστε λες και είναι ιδεολογία. Μπορούμε να τη συζητήσουμε,κι αυτό τροφοδοτεί τον οικουμενισμό. Όμως ο χριστιανισμός δεν υπήρξε ποτέ ιδεολογία,είναι μια πολύ αυθεντική,ιδιαίτερη οργάνωση της εξουσίας,που έχει προσλάβει διάφορες μορφές ήδη από τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία και τον μεσαίωνα,και γνωρίζει πώς να επεξεργάζεται την ιδέα μιας διεθνικής εξουσίας. Είναι πολύ πιο σημαντική από την ιδεολογία.

Felix Guattari: Ισχύει το ίδιο με τις παραδοσιακές πολιτικές δομές. Ανακαλύπτουμε ότι παντού επανέρχεται διαρκώς το παλιό τέχνασμα: Η μεγάλη ιδεολογική συζήτηση γίνεται στη γενική συνέλευση και τα οργανωτικά ζητήματα ανατίθενται σε ειδικές επιτροπές. Τέτοιου είδους ζητήματα μοιάζουν δευτερεύοντα,καθορισμένα από τις πολιτικές επιλογές. Ενώ,αντιθέτως,τα πραγματικά προβλήματα είναι εκείνα της οργάνωσης,ουδέποτε προσδιορισμένα μήτε εξορθολογισμένα,αλλά προβαλλόμενα μεταγενέστερα με ιδεολογικούς όρους. Εδώ ανακύπτουν οι πραγματικοί διαχωρισμοί: επιθυμία και εξουσία,επενδύσεις,οιδιπόδειες ομάδες,«υπερεγώ» της ομάδας,φαινόμενα διαστροφής κλπ. Έπειτα γεννιούνται οι πολιτικές αντιθέσεις: ένα άτομο παίρνει μια συγκεκριμένη θέση ενάντια σε ένα άλλο,γιατί στο επίπεδο της οργάνωσης και της εξουσίας έχει ήδη κάνει την επιλογή του και μισεί τον αντίπαλό του.


Actuel: Η ανάλυσή σας είναι πειστική όσον αφορά τη Σοβιετική Ένωση και τον καπιταλισμό. Αλλά ως προς τις λεπτομέρειες του φαινομένου. Αν όλες οι ιδεολογικές αντιθέσεις κρύβουν,εξ ορισμού,συγκρούσεις της επιθυμίας,πώς αναλύετε,για παράδειγμα,τις αποκλίσεις μεταξύ τριών τροτσκιστικών γκρουπούσκουλων; Για τι είδους συγκρούσεις της επιθυμίας μπορούμε να μιλάμε εδώ; Παρά τις πολιτικές έριδες,κάθε ομάδα μοιάζει να υιοθετεί την ίδια λειτουργία απέναντι στους αγωνιστές της: μια καθησυχαστική ιεραρχία,την ανοικοδόμηση ενός μικρού κοινωνικού περιβάλλοντος,μια οριστική ερμηνεία του κόσμου... Δεν βλέπω κάποια διαφορά.

Guattari: Δεδομένου ότι κάθε ομοιότητα με υπαρκτές ομάδες είναι απλώς τυχαία,μπορούμε εύκολα να φανταστούμε ότι κάθε μια από αυτές τις ομάδες ορίζει τον εαυτό της κυρίως μέσω της πίστης της στις αδιάλλακτες θέσεις της κομμουνιστικής αριστεράς μετά τη γέννηση της Τρίτης Διεθνούς. Πρόκειται για ένα σύνολο αξιωμάτων,συμπεριλαμβανομένου ενός φωνολογικού -του τρόπου εκφοράς συγκεκριμένων λέξεων,των χειρονομιών που τις συνοδεύουν-, κι έπειτα σε σχέση με τις οργανωτικές δομές,την αντίληψη για ποιου τύπου σχέσεων πρέπει να έχουν με τους συμμάχους,τους κεντριστές,τους αντιπάλους... Κάτι τέτοιο μπορεί να ανταποκρίνεται σε μια συγκεκριμένη μορφή της οιδιποδιοποίησης,ένα σύμπαν απαραβίαστο και καθησυχαστικό όπως εκείνο του εμμονικού που χάνει το αίσθημα ασφάλειάς του αν αλλάξει θέση σε ένα οικογενειακό ενθύμιο. Μέσω αυτής της ταύτισης με καθησυχαστικές μορφές και εικόνες,πρόκειται να οδηγηθούμε σε έναν τύπο αποτελεσματικότητας που χαρακτηρίζει τον σταλινισμό - εκτός,ακριβώς,από την ιδεολογία του. Με άλλα λόγια,βρισκόμαστε εντός του γενικού πλαισίου της μεθόδου,αλλά προσαρμόζοντάς την:
«Σύντροφοι,πρέπει να λάβουμε υπόψη πως αν ο εχθρός είναι ο ίδιος,οι συνθήκες έχουν αλλάξει» . Έχουμε,συνεπώς,ένα πιο ανοιχτό γκρουπούσκουλο. Πρόκειται για έναν συμβιβασμό: έχει αφαιρεθεί το εσωτερικό της κορνίζας και έχουν εισαχθεί άλλες έννοιες. Πολλαπλασιάζονται οι συνελεύσεις και οι προετοιμασίες,όπως και οι εξωτερικές παρεμβάσεις. Για την επιθυμητική βούληση υπάρχει,όπως λέει η Zazie,ένας καθορισμένος τρόπος να σπάσουν τα πλευρά μαθητών και αγωνιστών. Όσον αφορά τα προβλήματα,αυτές οι ομάδες λένε λίγο-πολύ τα ίδια πράγματα. Αλλά διαφέρουν ριζικά ως προς το στυλ τους: τον ορισμό του leader,την προπαγάνδα,την αντίληψη περί πειθαρχίας,εντιμότητας,σεμνότητας,τον ασκητισμό του αγωνιστή. Πώς μπορούμε να λάβουμε υπόψη αυτές τις πολικότητες χωρίς να ανατρέξουμε στην οικονομία της επιθυμίας της κοινωνικής μηχανής. Από τους αναρχικούς μέχρι τους μαοϊκούς,η βεντάλια είναι πολύ ευρεία,τόσο πολιτικά όσο και αναλυτικά. Χωρίς να υπολογίζουμε,πέρα από τον περιορισμένο αριθμό των γκρουπούσκουλων,τη μάζα των ατόμων που δεν γνωρίζουν καθόλου πώς να προσανατολιστούν μεταξύ της αριστερίστικης ορμής,γοητευτικής για τη συνδικαλιστική της δράση,της εξέγερσης,της προσδοκίας ή της αδιαφορίας... Θα πρέπει να περιγράψουμε τον ρόλο αυτών των μηχανών -αυτά τα γκρουπούσκουλα και τη δουλειά συλλογής και επιλογής που κάνουν- στην κατάπνιξη της επιθυμίας. Υπάρχει ένα δίλημμα: να μακελευτούμε από το κοινωνικό σύστημα ή να ενταχθούμε στην προκαθορισμένη δομή αυτών των μικρών εκκλησιών; Με αυτή την έννοια,ο Μάης του '68 ήταν μια αναπάντεχη αποκάλυψη. Η επιθυμητική δύναμη απέκτησε μια τέτοια επιτάχυνση,ώστε τα γκρουπούσκουλα συντρίφτηκαν. Στη συνέχεια επανήλθφαν και συμμετείχαν στην αναδιοργάνωση μαζί με άλλες κατασταλτικές δυνάμεις,τη CGT [το κομμουνιστικό συνδικάτο,σ.τ.μ.],το ΚΚ,τα CRS [τα γαλλικά ΜΑΤ,σ.τ.μ.] ή τον Edgar Faure [γάλλος πολιτικός και υπουργός,σ.τ.μ.]. Δε το λέω αυτό για να προκαλέσω. Σαφώς,οι αγωνιστές μάχονται θαραλλέα με την αστυνομία. Αλλά αν βάλουμε στην άκρη τη σφαίρα του συμφεροντολογικού αγώνα και σκεφτούμε τη λειτουργία της επιθυμίας,πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι διευθυντικές ομάδες κάποιων γκρουπούσκουλων προσεγγίζουν τους νέους με ένα καταπιεστικό πνεύμα: προκειμένου να αναχαιτίσουν την απελευθερωμένη επιθυμία ώστε τελικά να την καναλιζάρουν.


Actuel: Τι είναι μια απελευθερωμένη επιθυμία; Καταλαβαίνω απόλυτα πώς μπορεί να γίνει αυτή κατανοητή στο επίπεδο ενός ατόμου ή μιας μικρής ομάδας: μια καλλιτεχνική δημιουργία ή το να σπας μια βιτρίνα,να και τα πάντα ή,ακόμη,απλώς ένα όργιο ή να αφήνεις να πάνε τα πράγματα κατά διαόλου,παραδομένος στην τεμπελιά ή φυτοζωώντας. Αλλά τι άλλο; Τι θα μπορούσε να είναι μια απελευθερωμένη επιθυμία συλλογικά,στο επίπεδο μιας κοινωνικής ομάδας; Υπάρχουν κατά τη γνώμη σας συγκεκριμένα παραδείγματα; Και τι σημαίνει αυτό σε σχέση με το «σύνολο της κοινωνίας»,εφόσον δεν αρνείστε αυτόν τον όρο όπως ο Foucault;

Guattari: Εμείς παίρνουμε σαν σημείο αναφοράς την επιθυμία σε μια από τις πιο κρίσιμες,οξείες περιπτώσεις της,εκείνη του σχιζοφρενικού -ο σχιζοφρενικός που μπορεί να παράγει κάτι,πέρα από τον ορίζοντα του απομονωμένου,εξασθενημένου από τα φάρμακα και την κοινωνική καταπίεση σχιζοφρενικού. Νομίζουμε ότι ορισμένοι σχιζοφρενείς εκφράζουν άμεσα μια ελεύθερη αποκωδικοποίηση της επιθυμίας. Αλλά πώς μπορούμε να κατανοήσουμε μια συλλογική μορφή της επιθυμητικής οικονομίας; Σαφώς όχι σε τοπικό επίπεδο. Μου φαίνεται δύσκολο να φανταστώ μια μικρή απελευθερωμένη κοινότητα,ευρισκόμενη μέσα στην ανοιχτή θάλασσα της καταπιεστικής κοινωνίας,σαν το άθροισμα των ξεχωριστών χειραφετημένων ατόμων. Αν,αντιθέτως,η επιθυμία αποτελεί τον ίδιο τον ιστό της κοινωνίας στο σύνολό της,συμπεριλαμβανομένων των μηχανισμών αναπαραγωγής της,ένα απελευθερωτικό κίνημα μπορεί να
«αποκρυσταλλωθεί» στην κοινωνία συνολικά. Τον Μάη του '68,οι σπίθες των τοπικών συγκρούσεων ξαφνικά εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την κοινωνία,συμπεριλαμβανομένων ομάδων που δεν είχαν καμία σχέση με το επαναστατικό κίνημα -γιατροί,δικηγόροι ή παντοπώλες. Ωστόσο,ήταντα συμφέροντα που επικράτησαν,αλλά μετά από έναν φλογερό μήνα. Κινούμαστε προς εκρήξεις αυτού του τύπου,όμως ακόμη πιο ριζικές


Actuel: Υπήρξε ίσως ήδη στην ιστορία μια ρωμαλέα και διαρκής απελευθέρωση της επιθυμίας,πέρα από τις σύντομες περιόδους των γιορτών,των μαζικών σφαγών,των πολέμων ή των επαναστατικών ημερών; Ή πιστεύετε στο τέλος της ιστορίας; Μετά από αιώνες αποξένωσης,η κοινωνική εξέλιξη θα φτάσει σε μια τελική επανάσταση που θα απελευθερώσει μια για πάντα την επιθυμία;

Guattari: Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Δεν υπάρχει ένα οριστικό τέλος στην ιστορία ούτε στιγμιαίες υπερβολές. Όλοι οι πολιτισμοί,όλες οι εποχές έχουν γνωρίσει ένα τέλος της ιστορίας - αυτό δεν αποδεικνύει τίποτα,ούτε είναι κατ' ανάγκη απελευθερωτικό. Όσον αφορά τις υπερβολές ή τις γιορτινές στιγμές,ούτε αυτές είναι εφησυχαστικές. Υπάρχουν επαναστάτες αγωνιστές που έχουν μια αίσθηση ευθύνης και λένε ναι στις υπερβολές στο «πρώτο στάδιο της επανάστασης»,αλλά υπάρχει ένα δεύτερο στάδιο,η οργάνωση,η λειτουργία,τα σοβαρά πράγματα... Δεν υπάρχει απελευθερωμένη επιθυμία στις απλές γιορτινές στιγμές. Πάρτε για παράδειγμα τη συζήτηση μεταξύ του Victor [Pierre Victor ήταν το ψευδώνυμο του Benny Levy,όταν αυτός ήταν ηγετικός στέλεχος της Προλεταριακής Αριστεράς (που αργότερα πέρασε στην παρανομία),σ.τ.μ.] και του Foucault,η οποία δημοσιεύθηκε στο
«Les Temps modernes» σχετικά με τους μαοϊκούς. Ο Victor εγκρίνει τις υπερβολές,αλλά μόνο στο «πρώτο στάδιο». Όσον αφορά το μετά,όταν τα πράγματα παγιωθούν,ο Victor απαιτεί έναν νέο κρατικό μηχανισμό,νέους κανόνες,μια λαϊκή δικαιοσύνη με δικαστήρια,ένα εξωτερικό οργανισμό σε σχέση με τις μάζες,ένα τρίτο υποκείμενο ικανό να λύνει τις αντιθέσεις στο εσωτερικό των μαζών. Βρίσκουμε πάντοτε το παλιό σχήμα: την ύπαρξη μιας ψευδοπρωτοπορίας ικανή να προχωρά σε συνθέσεις,να φτιάχνει ένα κόμμα όπως το έμβρυο ενός κρατικού μηχανισμού,την ανάδυση μιας πεπαιδευμένης εργατικής τάξης (άνω τελεία) και αυτό που μένει είναι ένα υπόλειμμα,ένα λούμπεν προλεταριάτο απέναντι στο οποίο πρέπει πάντοτε να δυσπιστούμε (η συνήθης παλιά καταδίκη της επιθυμίας). Όμως αυτές καθαυτές οι διακρίσεις είναι ένας τρόπος να παρακάμπτουμε την επιθυμία προς όφελος μιας γραφειοκρατικής κάστας. Ο Foucault αντέδρασε αρνούμενος το τρίτο υποκείμενο δηλώνοντας ότι αν υπάρχει λαϊκή δικαιοσύνη,αυτή δεν μπορεί να περνάει μέσα από ένα δικαστήριο. Δείχνει πολύ καλά ότι η διάκριση μεταξύ «πρωτοπορίας-προλεταριάτο και μη προλεταριοποιημένων πληβείων   είναι πάνω απ' όλα μια διάκριση που προτείνει στις μάζες η μπουρζουαζία και η οποία χρησιμεύει για την κατάπνιξη των επιθυμητικών φαινομένων,για την περιθωριοποίηση της επιθυμίας. Όλο το ζήτημα έχει να κάνει με τον κρατικό μηχανισμό. Θα ήταν παράδοξο να υπολογίζουμε σε ένα κόμμα ή έναν κρατικό μηχανισμό. Το να ζητάς μια καλύτερη δικαιοσύνη είναι σαν να ζητάς καλύτερους δικαστές,καλύτερους αστυνομικούς,καλύτερα αφεντικά,μια πιο καθαρή Γαλλία κ.ο.κ. Και μετά μας λένε: πώς θέλετε να ενοποιηθούν οι περιφερειακοί αγώνες χωρίς ένα κόμμα; Πώς θα λειτουργήσει η μηχανή χωρίς έναν κρατικό μηχανισμό; Ότι η επανάσταση χρειάζεται μια πολεμική μηχανή είναι προφανές,αλλά αυτή δεν θα είναι ένας κρατικός μηχανισμός. Ότι αυτή χρειάζεται ένα αναλυτικό παράδειγμα,μια ανάλυση των επιθυμιών των μαζών,είναι επίσης σωστό,αλλά αυτό δεν θα είναι ένας εξωτερικός μηχανισμός σύνθεσης. Το να τη λέμε απελυεθερωμένη δεν σημαίνει ότι η επιθυμία διαφεύγει από το impasse [αδιέξοδο,σ.τ.μ.] της ιδιωτικής ατομικής φαντασίας: δεν πρόκειται να την προσαρμόσουμε,να την κοινωνικοποιήσουμε,να την πειθαρχήσουμε,αλλά να την μπολιάσουμε με τέτοιον τρόπο ώστε η διαδικασία της να μην διακόπτεται από ένα κοινωνικό σώμα και να παράγει συλλογικές αποφάνσεις. Αυτό που μετράει δεν είναι η αυταρχική ενοποίηση,αλλά μάλλον ένα είδος ατέλειωτης αναπαραγωγής: οι επιθυμίες στα σχολεία,στα εργοστάσια,στις γειτονιές,στους παιδικούς σταθμούς,στις φυλακές κ.οκ. Δεν πρόκεται να τις ελέγξουμε,να τις ολοκληρώσουμε,αλλά να εισέλθουμε στο ίδιο το πλαίσιο της ταλάντευσης. Αφού το να ταλαντεύεσαι μεταξύ του αδύναμου αυθορμητισμού της αναρχίας και του ιεραρχικού και γραφειοκρατικού κώδικα ενός κομματικού οργανισμού δεν συνιστά απελευθέρωση της επιθυμίας.


Actuel: Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι στις απαρχές του ο καπιταλισμός ήταν σε θέση να επωμιστεί τις κοινωνικές επιθυμίες; 

Deleuze: Σίγουρα,ο καπιταλισμός υπήρξε και παραμένει μια τρομερή επιθυμητική μηχανή. Οι ροές του χρήματος,τα μέσα παραγωγής,η χειρωνακτική εργασία,οι νέες αγορές,όλα αυτά αποτελούν ένα προϊόν της επιθυμίας. Αρκεί να σκεφτούμε το σύνολο των περιπτώσεων που βρίσκονται στις ρίζες του καπιταλισμού για να δούμε σε ποιον βαθμό αυτός υπήρξε ένα σταυροδρόμι επιθυμιών και πώς η υποδομή του,ακόμη και η οικονομία του,είναι αδιαχώριστες από το φαινόμενο των επιθυμιών. Και για τον φασισμό πρέπει να πούμε ότι είναι «φορέας κοινωνικών επιθυμιών»,συμπεριλαμβανομένων των επιθυμιών της καταπίεσης και του θανάτου. Οι άνθρωποι εξάπτονταν με τον Χίτλερ,λόγω της καταπληκτικής φασιστικής μηχανής. Όμως αν το ερώτημα σου είναι κατά πόσο ο καπιταλισμός στις απαρχές του υπήρξε επαναστατικός,κατά πόσο η βιομηχανική επανάσταση μπορεί ποτέ να εκληφθεί σαν μια κοινωνική επανάσταση,πρέπει να σου πω ότι δεν πιστεύω κάτι τέτοιο. Ο καπιταλισμός συνδέθηκε από τη γέννησή του με μια άγρια καταστολή,διέθετε αμέσως μια οργάνωση της εξουσίας του και έναν κρατικό μηχανισμό. Ότι ο καπιταλισμός σήμαινε μια διάλυση των προηγούμενων κωδίκων και εξουσιών,αυτό ναι. Όμως είχε ήδη οικοδομήσει στη ζύμη των προηγούμενων καθεστώτων τα γρανάζια της εξουσίας του,συμπεριλαμβανομένης της κρατικής εξουσίας. Έτσι συνέβαινε ανέκαθεν: τα πράγματα δεν ήταν ποτέ τόσο προχωρημένα · πριν ακόμη εγκαθιδρυθεί ένας κοινωνικός σχηματισμός,τα εργαλεία της εκμετάλλευσης και καταστολής βρίσκονται ήδη εδώ,τριγυρίζουν ακόμη στο κενό,όμως είναι έτοιμα να λειτουργήσουν πλήρως. Οι πρώτοι καπιταλιστές ήταν σαν τα αρπακτικά πουλιά που έχουν στήσει καρτέρι. Περίμεναν να ανταμώσουν τον εργαζόμενο που ξεγλιστρούσε από τη ζύμη του προηγούμενου συστήματος. Πρόκειται,σε κάθε περίπτωση,γι' αυτό που αποκαλείται πρωταρχική συσσώρευση.

Actuel: Εγώ πιστεύω,αντιθέτως,ότι η ανερχόμενη μπουρζουαζία είχε φανταστεί και προετοιμάσει την ολική της επανάσταση καθ' όλη τη διάρκεια του αιώνα των Φωτών. Από την πλευρά της υπήρξε μια «επαναστατική τάξη αρχικά»,αφού ανέτρεψε το Παλαιό Καθεστώς και ανήλθε στην εξουσία. Όποια κι αν ήταν τα παράλληλα κινήματα των χωρικών και των πληβείων,η αστική επανάσταση ήταν μια επανάσταση που έγινε από την μπουρζουαζία - οι δύο όροι δεν διαφέρουν και τόσο - και το να κρίνεται βάσει των σοσιαλιστικών ουτοπιών του 19ου και του 20ου αιώνα,μας οδηγεί στην εισαγωγή μιας αναχρονιστικής κατηγορίας που δεν υπάρχει πλέον.

Deleuze: Αυτό που λες συνιστά ακόμη το σχήμα ενός συγκεκριμένου μαρξισμού. Σε μια ιστορική στιγμή η μπουρζουαζία ήταν επαναστατική,ακόμη και κατ' ανάγκη,ήμασταν υποχρεωμένοι να περάσουμε από το στάδιο του καπιταλισμού,από το στάδιο της αστικής επανάστασης. Πρόκειται για μια σταλινική επιχειρηματολογία,μη σοβαρή. Όταν ένας κοινωνικός σχηματισμός εξαντλείται και καταρρέει από όλες τις πλευρές,κάθε τι αποκωδικοποιείται,κάθε μη ελεγχόμενη ροή αρχίζει να ρέει - όπως για παράδειγμα συνέβη με τη φυγή των χωρικών στη φεουδαρχική Ευρώπη,με τα φαινόμενα της
«απεδαφικοποίησης». Η μπουρζουαζία επιβάλλει έναν νέο κώδικα,οικονομικό και πολιτικό,και συνεπώςμπορεί και να θεωρήσουμε ότι ήταν επαναστατική. Όμως δεν έχουν έτσι τα πράγματα. Για την επανάσταση του 1789 o Daniel Guerin έχει πει κάποια πολύ σοβαρά πράγματα. Η μπουρζουαζία δεν αμφέβαλλε ποτέ ποιος ήταν ο πραγματικός της εχθρός. Ο πραγματικός της εχθρός δεν ήταν το προηγούμενο σύστημα,αλλά αυτό που διέφευγε του ελέγχου του και εναπόκειτο σε αυτή το καθήκον,με τη σειρά της,να το ελέγξει. Αυτή καθαυτή όφειλε την ισχύ της στην πτώση του παλιού συστήματος· όμως αυτή της η ισχύς μπορούσε να ασκηθεί μόνο στον βαθμό στον οποίο θεωρούσε εχθρούς της όλους τους επαναστάτες του παλιού συστήματος. Η μπουρζουαζία δεν υπήρξε ποτέ επαναστατική. Την επανάσταση την άφησε στους άλλους. Τη χειραγώγησε,τη φρέναρε και κατέστειλε μια τεράστια ενόρμηση της λαϊκής επιθυμίας. Ο κόσμος πήγε να σκοτωθεί στο Βαλμύ.


Actuel: Που επίσης πήγε να σκοτωθεί στο Βερντέν.

Guattari: Ακριβώς. Και αυτό είναι που μας ενδιαφέρει. Από πού προέρχονται αυτές οι πιέσεις,αυτό το ξεσήκωμα,αυτός ο ενθουσιασμός,που δεν εξηγούνται με μια κοινωνική ορθολογικότητα και εκτρέπονται,υφαρπάζονται από την εξουσία την ίδια στιγμή που γεννιούνται; Δεν μπορούμε να σκεφτούμε μια επαναστατική κατάσταση μόνο μέσω της απλής ανάλυσης των αντιτιθέμενων συμφερόντων. Το 1903,το ρωσικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα συζητούσε για συμμαχίες,για την οργάνωση του προλεταριάτου,για τον ρόλο της πρωτοπορίας. Ξαφνικά,ενώ σκόπευε να οργανώσει την επανάσταση,μπήκε σε κρίση από τα γεγονότα του 1905,αφού έπρεπε να ανέβει σε ένα τρένο εν κινήσει. Αυτό που συνέβη είναι μια αποκρυστάλλωση της πειθυμίας στο κοινωνικό επίπεδο στη βάση συνθηκών ακόμη και σήμερα ακατανόητων. Το ίδιο συνέβη και το 1917. Και σε αυτή την περίπτωση οι πολιτικοί ανέβηκαν σε ένα τρένο εν κινήσει,καταφέρνοντας να το οδηγήσουν. Όμως καμία επαναστατική τάση δεν ήξερε ή ήθελε να αναλάβει την ανάγκη ύπαρξης μιας οργάνωσης των συμβουλίων,που θα επέτρεπε στις μάζες να αναλάβουν πράγματι την ευθύνη των συμφερόντων και των επιθυμιών τους. Μπήκαν σε κυκλοφορία μηχανές,οι λεγόμενες πολιτικές οργανώσεις,που λειτουργούσαν βάσει του μοντέλου το οποίο είχε επεξεργαστεί ο Dimitrov στο VII συνέδριο της Διεθνούς -εναλλαγή των λαϊκών μετώπων και των σεχταριστικών συνενώσεων- και οδήγησαν στο ίδιο κατασταλτικό αποτέλεσμα. Το είδαμε αυτό και το 1936,το 1945,το 1968. Σκοπίμως και αξιακά,αυτές οι μαζικές μηχανές αρνήθηκαν να απελευθερώσουν την επαναστατική ενέργεια. Πρόκειται,δολίως,για μια πολιτική αντίστοιχη με εκείνη του προέδρου της δημοκρατίας ή των παπάδων,αλά με την κόκκινη σημαία στο χέρι. Και εμείς πιστεύουμε ότι αυτό αντιστοιχεί σε μια συγκεκριμένη θέση απέναντι στην επιθυμία,σε έναν βαθύ τρόπο κατανόησης του εγώ,του ατόμου,της οικογένειας. Από δω προκύπτει ένα δίλημμα πολύ απλό: ή καταφέρνεις να έχεις έναν νέο τύπο δομών που τελικά οδηγούν στην τήξη των συλλογικών επιθυμιών και της επαναστατικής οργάνωσης ή συνεχίζεις να κινείσαι με το τρέχον ρεύμα,από καταστολή σε καταστολή,φτάνοντας σε έναν φασισμό σε σχέση με τον οποίο εκείνοι του Χίτλερ ή του Μουσολίνι μοιάζουν με παιδικό παιχνίδι.


Actuel: Όμως,ποια είναι τότε η φύση αυτής της βαθιάς,θεμελιακής επιθυμίας,την οποία μπορούμε να θεωρήσουμε συστατική για τον άνθρωπο και μάλιστα τον κοινωνικό άνθρωποκαι η οποία συνεχώς μας προδίδει; Γιατί να επενδύουμε πάντοτε στις αντινομικές μηχανές της κυρίαρχης μηχανής και σε άλλες παρόμοιου τύπου; Αυτό σημαίνει ότι η επιθυμία είναι καταδικασμένη είτε σητν καθαρή και χωρίς αύριο έκρηξη είτε στην αιώνια προδοσία; Επιμένω: μπορεί να υπάρξει μια ωραία ημέρα της ιστορίας μια συλλογική και διαρκής έκφραση της απελευθερωμένης επιθυμίας και πώς;

Deleuze: Αν το ήξερα,δεν θα σου  έλεγα,θα το έκανα. Έχω όμως πει κάτι,όπως και ο Felix:  η επαναστατική οργάνωση πρέπει να είναι εκείνη μιας πολεμικής μηχανής και όχι ενός κρατικού μηχανισμού,ένας αναλυτής της επιθυμίας και όχι μια εξωτερική σύνθεση. Σε κάθε κοινωνικό σύστημα υπάρχουν πάντοτε γραμμές διαφυγής· και υπάρχουν επίσης ακαμψίες για να εμποδιστούν αυτές οι διαφυγές ή (κάτι που δεν είναι το ίδιο πράγμα) μηχανισμοί ακόμη πιο εμβρυακοί που τις ενσωματώνουν,τις εκτρέπουν,τις υφαρπάζουν,σε ένα νέο σύστημα υπό προετοιμασία. Θα έπρεπε να αναλύσουμε τις σταυροφορίες από αυτή την οπτική γωνία. Όμως σε σχέση με όλα αυτά,ο καπιταλισμός έχει ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: οι γραμμές διαφυγής του δεν είναι μόνο κάποιες δυσκολίες που του προκύπτουν,αλλά οι ίδιες οι συνθήκες άσκησής του. Συγκροτείται πάνω σε μια γενικευμένη αποκωδικοποίηση όλων των ροών,των ροών του πλούτου,της εργασίας,της γλώσσας,της τέχνης κ.ο.κ. Δεν ανοικοδομεί έναν κώδικα,συγκροτεί έναν χώρο συμβιβασμού,μια αλήθεια των αποκωδικοποιημένων ροών,στη βάση της οικονομίας του. Συνδέει τα σημεία διαφυγής και προχωρεί μπροστά. Διευρύνει διαρκώς τα όρια του και βρίσκεται πάντοτε σε μια κατάσταση όπου πρέπει να αναχαιτίσει τις νέες διαφυγές βάσει των νέων ορίων. Δεν επιλύει κανένα από τα θεμελιώδη του προβλήματα,δεν καταφέρνει ούτε να προβλέψει ποια μπορεί να είναι,στο εύρος ενός χρόνου,η αύξηση της νομισματικής ροής σε μια χώρα. Δεν σταματά να ξεπερνάει τα όρια του,που εμφανίζονται ολοένα και πιο απομακρυσμένα. Βρίσκεται σε απίστευτες συνθήκες σε σχέση με την παραγωγή του,την κοινωνική του ζωή,τη δημογραφία του,ως προς την περιφέρειά του,που είναι ο τρίτος κόσμος,ως προς τις εσωτερι  κές του ζώνες κ.ο.κ. Διαφυγές υπάρχουν «παντού,εμφανίζονται διαρκώς από τα όρια που μετακινεί ο καπιταλισμός. Και ίσως η επαναστατική φυγή (η δραστική φυγή,εκείνη για την οποία μιλά ο Jackson όταν λέει: «δεν σταματώ να διαφεύγω,όμως διαφεύγοντας,ψάχνω ένα όπλο...» [ο George Jackson,μαύρος αγωνιστής κρατούμενος στις φυλακές του Σαν Κουέντιν και Σολεδάδ,δολοφονήθηκε στις 21 Αυγούστου 1971,σ.τ.μ.]) δεν είναι καθόλου το ίδιο πράγμα με άλλους τύπους διαφυγής,τη σχιζοειδή διαφυγή,την τοξική διαφυγή. Όμως αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα των περιθωρίων: να δρας έτσι ώστε οι γραμμές διαφυγής να μπολιάζονται σε ένα επαναστατικό επίπεδο. Στον καπιταλισμό υπάρχει συνεπώς ένα νέο χαρακτηριστικό που προσλαμβάνεται από τις γραμμές διαφυγής,όπως επίσης και επαναστατικές δυνατότητες ενός νέου τύπου. Όπως βλέπεις,δεν μας μένει τίποτ' άλλο από το να ελπίζουμε.


Actuel: Λίγο πριν μιλήσατε για τις σταυροφορίες: πιστεύετε ότι υπήρξαν μια από τις πρώτες δυτικές εκδηλώσεις μιας συλλογικής σχιζοφρένειας...

Guattari: Επρόκειτο στην πραγματικότητα για ένα παράξενο σχιζοφρενικό κίνημα. Ξαφνικά,σε μια περίοδο ήδη σχισματική και θολή,εκατομμύρια ατόμων μπούχτισαν από τη ζωή που έκαναν,αυτοσχέδιοι ιεροκήρυκες τους έδωσαν κάτι να κάνουν και άρχισαν να φεύγουν ολόκληρα χωριά. Είναι μόνο στη συνέχεια που η παποσύνη προσπάθησε να δώσει από τα έξω έναν σκοπό στο κίνημα,ωθώντάς του να κινηθεί προς τα Άγια Χώματα. Προσπαθώντας να αποκτήσει ένα διπλό πλεονέκτημα: να απαλλαγεί από τις περιπλανώμενες συμμορίες και να ενισχύσει τις χριστιανικές βάσεις της στην Εγγύς Ανατολή,οι οποίες απειλούνταν από τους Τούρκους. Αυτό δεν το κατάφερε πάντοτε: η σταυροφορία των Βενετσιάνων βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη,η σταυροφορία των παιδιών γυρνούσε στη Νότια Γαλλία και πολύ σύντομα σταμάτησε να συγκινεί. Υπήρξαν ολόκληρες πόλεις που δέχθηκαν επιθέσεις και κάηκαν από αυτά τα «σταυροφορεμένα» παιδιά,που αργότερα ο τακτικός στρατός κατέληξε να εξολοθρεύσει,δολοφονώντας τα και πουλώντας τα σαν σκλάβους...


Actuel: Μπορούμε να κάνουμε έναν παραλληλισμό με τα σύγχρονα κινήματα: οι κοινότητες είναι ο δρόμος για τη διαφυγή από το εργοστάσιο και το γραφείο; Και δεν θα υπάρξει ένας πάπας για να τις ελέγξει; Ένας Ιησούς-επανάσταση;

Guattari: Μια επανάκαμψη του χριστιανισμού δεν είναι κάτι το αδιανόητο. Είναι,μέχρις ενός βαθμού,μια πραγματικότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες,πολύ λιγότερο στην Ευρώπη και τη Γαλλία. Όμως υπάρχει ήδη μια λανθάνουσα επαναφορά με τη μορφή της φυσιολατρικής τάσης,της ιδέας ότι μπορούμε να αποτραβηχτούμε από την παραγωγή και να φτιάξουμε παράμερα μια μικρή κοινωνία,λες και αυτή δεν θα σημαδευόταν και δεν θα συμπεριλαμβανόταν στο καπιταλιστικό σύστημα.


Actuel: Τι ρόλο αποδίδετε ακόμη στην Εκκλησία σε μια χώρα όπως η δική μας; Η Εκκλησία υπήρξε το κέντρο της εξουσίας στις δυτικές κοινωνίες μέχρι τον XVII αιώνα,ο δεσμός και η δομή της κοινωνικής μηχανής μέχρι την εμφάνιση του έθνους-κράτους. Σήμερα,στερημένη αυτής της θεμελιώδους λειτουργίας της από την τεχνοκρατία,μοιάζει και αυτή να περιπλανιέται ασκόπως,χωρίς σταθερά σημεία,διαιρεμένη. Μπορούμε ίσως να πούμε ότι η Εκκλησία,επηρεασμένη από τα ρεύματα του καθολικού προοδευτισμού,έχει γίνει λιγότερο ομολογητική απ΄ όσο συγκεκριμένες πολιτικές οργανώσεις;

Guattari: Και ο οικουμενισμός; Δεν είναι ίσως ένα τρόπος να πέσουμε στα νύχια της; Η Εκκλησία δεν υπήρξε ποτέ πιο ισχυρή. Δεν υπάρχει κάποιος λόγος να αντιπαραθέτουμε την Εκκλησία με την τεχνοκρατία· υπάρχει μια τεχνοκρατία της Εκκλησίας. Ιστορικά ο χριστιανισμός και ο θετικισμός συμφωνούσαν πάντοτε. Δεν μπορούμε να πούμε ότι η ψυχιατρική αντικατέστησε τον ιερέα,ούτε τον αστυφύλακα. Όλοι χρειάζονται στην καταστολή. Το απαρχαιωμένο στον χριστιανισμό είναι η ιδεολογία του,όχι η οργάνωση του της εξουσίας.


Actuel: Ερχόμαστε τώρα σε μια άλλη πλευρά του βιβλίου σας,στην κριτική της ψυχιατρικής. Μπορούμε να πούμε ότι η Γαλλία έχει ενσωματώσει την ψυχιατρική του τομέα και σε ποιο βαθμό εκτείνεται αυτό το εγχείρημα; 

Guattari: Η δομή των ψυχιατρικών ιδρυμάτων είναι στην ουσία της στατική και οι ψυχίατροι είναι υπάλληλοι. Για πολύ καιρό το κράτος ικανοποιούνταν από μια πολιτική εξαναγκασμού και για έναν ολόκληρο αιώνα δεν έκανε τίποτα. Έπρεπε να έρθει η Απελευθέρωση [από τη γερμανική-ναζιστική κατοχή,σ.τ.μ.] για να υπάρξει μια κάποια ανησυχία: η πρώτη ψυχιατρική επανάσταση,το άνοιγμα των νοσοκομείων,οι ελεύθερες υπηρεσίες,η θεσμική ψυχοθεραπεία. Όλα αυτά οδήγησαν στη μεγάλη ουτοπία της πολιτικής του τομέα,που συνίστατο στον περιορισμό του αριθμού των εγκλείστων και στην αποστολή ομάδων ψυχιάτρων στον πληθυσμό,όπως πηγαίνουν οι ιεραπόστολοι στα δάση. Λόγω της έλλειψης πόρων και βούλησης,η μεταρρύθμιση βάλτωσε: κάποια υπηρεσία σαν μοντέλο για τις επίσημες επισκέψεις και εδώ κι εκεί κανένα νοσοκομείο στις πιο υπανάπτυκτες περιοχές. Προχωράμε προς μια πιο μεγάλη κρίση,του ίδιου επιπέδου με την πανεπιστημιακή,μια καταστροφή σε όλα τα επίπεδα: ως προς τον εξοπλισμό,την εκπαίδευση του προσωπικού,τις θεραπευτικές μεθόδους κ.ο.κ.
 
    Η θεσμική ενσωμάτωση της παιδικής ηλικίας προσελήφθη,αντιθέτως,με έναν πολύ καλύτερο τρόπο. Η πρωτοβουλία σε αυτόν τον τομέα διέφυγε από την κρατική δομή και τη χρηματοδότησή της,προς όφελος εταιριών κάθε τύπου διάσωσης της παιδικής ηλικίας ή συλλόγων γονέων κ.ο.κ. Οι θεσμοί πολλαπλασιάζονται,χρηματοδοτούμενοι από την κοινωνική ασφάλεια. Το παιδί εντάσσεται αμέσως σε ένα δίκτυο ψυχολόγων,καταχωρείται από τα τρία του χρόνια μέχρι το υπόλοιπο της ζωής του. Πρέπει να περιμένουμε λύσεις αυτού του τύπου και στην ψυχιατρική που ασχολείται με τους ενήλικους. Μπροστά στο σημερινό αδιέξοδο,το κράτος θα προσπαθήσει να αποεθνικοποιήσει κάποιους θεσμούς προς όφελος κάποιων άλλων,ρυθμιζόμενων από έναν νόμο του 1901  και προφανώς χειραγωγούμενων από την πολιτική εξουσία και αντιδραστικές οικογενειακές ομάδες. Αν η σημερινή κρίση δεν καταφέρνει να απελευθερώσει τις επαναστατικές της δυνατότητες,θα φτάσουμε στην πραγματικότητα σε ένα ψυχιατρικό κορνιζάρισμα της Γαλλίας. Παντού ανθεί η πιο συντηρητική ιδεολογία,μια επίπεδη μετατόπιση των εννοιών του οιδιποδείου. Στα παιδικά ιδρύματα ο διευθυντής αποκαλείται «θειούλης» και η νοσοκόμα «μαμάκα». Διαβλέπω επίσης διακρίσεις του τύπου: οι ομάδες παιχνιδιού προέρχονται από μια μητρική αρχή,τα εργοστάσια από μια πατρική αρχή. Η ψυχιατρική του τομέα έχει μια προοδευτική πλευρά γιατί ανοίγει το νοσοκομείο. Όμως αν αυτό συνίσταται στο κορνιζάρισμα της γειτονιάς,οπισθοχωρούμε αμέσως στα κλειστά άσυλα άλλων εποχών. Είναι όπως με την ψυχανάλυση: λειτουργεί σε αέρα ελευθερίας,αλλά είναι πολύ χειρότερη,πολύ πιο επικίνδυνη σαν κατασταλτική δύναμη.
                          
Deleuze: Ιδού μια περίπτωση. Μια γυναίκα φτάνει σε έναν συμβουλευτικό οργανισμό. Εξηγεί γιατί παίρνει ηρεμιστικά. Ζητάει ένα ποτήρι νερό. Έπειτα λέει: «Καταλαβαίνετε,έχω μια συγκεκριμένη κουλτούρα,έχω κάνει σπουδές,μου αρέσει πολύ να διαβάζω,αλλά αυτή τη στιγμή περνώ τον καιρό μου κλαίγοντας. Δεν μπορώ πια να μπω στο μετρό... Και μετά κλαίω όταν διαβάζω κάτι... Βλέπω τηλεόραση,βλέπω τις εικόνες από το Βιετνάμ: δεν μπορώ να το αντέξω...». Ο γιατρός δεν λέει τίποτα. Η γυναίκα συνεχίζει: «Συμμετείχα στην Αντίσταση...λιγάκι: δούλευα στο ταχυδρομείο». Ο γιατρός ζητάει μια εξήγηση. «Λοιπόν,δεν καταλαβαίνετε γιατρέ; Πήγαινα σε ένα καφέ και έλεγα,για παράδειγμα: υπάρχει κάτι για τον Rene; Μου έδινε ένα γράμμα να παραδώσω...». Ο γιατρός ακούει «Rene«»,αφυπνίζεται. «Γιατί λέτε Rene;». Είναι η πρώτη φορά που μπαίνει στη συζήτηση. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η γυναίκα μιλούσε για το μετρό,τη Χιροσίμα,το Βιετνάμ,για την επίδραση που έχουν όλα αυτά στο σώμα της.την επιθυμία να κλαίει. Όμως ο γιατρός ρωτάει μόνο: «Ιδού,ιδού,ο Rene,τι σημαίνει Rene». Τον Rene,κάποιον που ξαναγεννιέται (re-ne); Την αναγέννηση; Η Αντίσταση δεν λέει τίποτα στον γιατρό,αλλά η αναγέννηση ναι,εντάσσεται στο οικουμενικό σχήμα,στο αρχέτυπο: «Θέλετε να αναγεννηθείτε». Ο γιατρός βρίσκεται στο στοιχείο του: επιτέλους είναι στο κύκλωμά του. Και την ωθεί να μιλήσει για τον πατέρα και τη μητέρα της.
 
    Πρόκειται για μια ουσιαστική πλευρά του βιβλίου μας και είναι πολύ συγκεκριμένη. Οι ψυχίατροι και οι ψυχαναλυτές ποτέ δεν έδωσαν προσοχή σε ένα παραλήρημα. Αρκεί να ακούσεις κάποιον που παραληρεί: είναι οι Ρώσοι,που τον ανησυχούν,οι Κινέζοι,δεν έχει πλέον σάλιο,κάποιος στο μετρό τον παρενοχλεί,υπάρχουν παντού μικρόβια και σπερματοζωάρια. Φταίει ο Franco,οι Εβραίοι,οι μαοϊκοί: ένα παραλήρημα του κοινωνικού πεδίου. Γιατί αυτό να μην αφορά τη σεξουαλικότητα ενός υποκειμένου,τη σχέση που έχει αυτή με την ιδέα περί Κινέζων,Λευκών,Μαύρων; Με τον πολιτισμό,τις συναντήσεις,το μετρό; Οι ψυχίατροι και οι ψυχαναλυτές δεν καταλαβαίνουν τίποτα,όσο περισσότερο βρίσκονται στην άμυνα τόσο περισσότερο είναι ανυπεράσπιστοι. Συνθλίβουν το περιεχόμενο του ασυνείδητου με προκατασκευασμένες αποφάνσεις. «Μου μιλάς για τους Κινέζουν,πρόκειται για τον πατέρα σου;» -«Όχι,δεν είναι Κινέζος» -«Τότε,μήπως έχεις κινέζα ερωμένη;». Είναι το επίπεδο του κατασταλτικού καθήκοντος εκείνου που δίκαζε την Angela Davis,ο οποίος της είπε: «Η συμπεριφορά σου εξηγείται μόνο και μόνο επειδή ήσουν ερωτευμένη». Και αν,αντιθέτως,η λίμπιντο της Angela Davis ήταν μια κοινωνική λίμπιντο,επαναστατική; Και αν ήταν ερωτευμένη επειδή ήταν επαναστάτρια;
 
    Ιδού τι θέλουμε να πούμε στους ψυχίατρους και τους ψυχαναλυτές. Δεν ξέρετε τι είναι ένα παραλήρημα,δεν έχετε καταλάβει τίποτα. Αν το βιβλίο μας έχει ένα νόημα,αυτό είναι ότι έχει φτάσει η στιγμή κατά την οποία πολλά άτομα νιώθουν ότι η ψυχαναλυτική μηχανή δεν λειτουργεί πλέον,μια γενιά έχει αρχίσει να μπουχτίζει με τα ωραία σχήματα που ταιριάζουν σε όλους -Οιδίποδας και ευνουχισμός,φαντασιακό και συμβολικό-, που ακυρώνουν συστηματικό το κοινωνικό,πολιτικό και πολιτισμό περιεχόμενο κάθε ψυχικής διαταραχής.


Actuel: Συνδέετε τη σχιζοφρένεια με τον καπιταλισμό,αυτή είναι ουσιαστικά η βάση του βιβλίου σας. Υπάρχουν περιπτώσεις σχιζοφρένειας σε άλλες κοινωνίες;

Guattari: Η σχιζοφρένεια είναι αδιαχώριστη από το καπιταλιστικό σύστημα,γινόμενο αντιληπτό σαν μια πρώτη διαφυγή: μια αποκλειστική ασθένεια. Σε άλλες κοινωνίες,η διαφυγή και η περιθωριακότητα προσλαμβάνουν άλλες μορφές. Το κοινωνικό άτομο των λεγόμενων πρωτόγονων κοινωνιών δεν εγκλείεται κάπου. Η φυλακή και το άσυλο είναι πρόσφατες έννοιες. Το κυνηγούν,το βάζουν στην άκρη του χωριού και το αφήνουν να πεθάνει,εφόσον δεν ενσωματώνεται στο κοντινό χωριό. Άλλωστε κάθε σύστημα έχει την ιδιαίτερη ασθένεια του: την υστερία στις λεγόμενες πρωτόγονες κοινωνίες,τις μανιοκαταθλιπτικές μανίες στη μεγάλη Αυτοκρατορία... Η καπιταλιστική οικονομία προχωρεί μέσω αποκωδικοποιήσεων και απεδαφικοποιήσεων: έχει τις ακραίες ασθένειες της,δηλαδή τους σχιζοφρενικούς που αποκωδικοποιούνται και απεδαφικοποιούνται σε οριακό βαθμό,αλλά και τις ακραίες συνέπειές της,τις επαναστάσεις.
[περιοδικό «Actuel»,1973]

________________
_