Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

Κουβεντιάζοντας δημόσια την αλήθεια: Αυτονομία και κυριαρχία στην ριζική φιλοσοφία του F.O. Wolf


του Θεοφάνη Τάση


Frieder Otto Wolf
Αν και άγνωστος στην Ελλάδα ο Frieder Otto Wolf  είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονους γερμανούς πολιτικούς φιλοσόφους. Καθηγητής φιλοσοφίας στο Freie Univeristät Berlin, πρόεδρος της ανθρωπιστικής Ακαδημίας, πρώην ευρωβουλευτής των Πρασίνων ο Frieder Otto Wolf, χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της γενιάς του γερμανικού Μαη (’68 Generation), συνδυάζει την θεωρητική έρευνα με την πολιτική δραστηριότητα και την διδασκαλία. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται στην κατεύθυνση επεξεργασίας μιας ριζικής φιλοσοφίας η οποία να ολοκληρώνει το διαφωτιστικό πρόταγμα.

Στο παρόν κείμενο σκοπεύω να εκθέσω τα βασικά χαρακτηριστικά της ριζικής φιλοσοφίας. Στη συνέχεια εξετάζω την έννοια της αλήθειας που αναπτύσσει ο Wolf ως συνδετικό ιστό μεταξύ πολιτικής δραστηριότητας και φιλοσοφείν. Τέλος, με αφετηρία την έννοια της αλήθειας ως κοινωνικής δημιουργίας των πολλών (Vielen) που συντελείται στον χώρο της κουβέντας (Palaver) συζητώ την έννοια της πρωτοβουλίας και ακολούθως διερευνώ τις τέσσερις θεμελιώδεις πρωτοβουλίες οι οποίες, για τον Wolf, αποτελούν προϋποθέσεις κάθε χειραφετητικής πολιτικής που αποβλέπει στην αυτονομία.

Η ριζική φιλοσοφία είναι μια πολιτική φιλοσοφία που αντιτίθεται σε φιλοσοφίες οι οποίες νομιμοποιούν σχέσεις κυριαρχίας. Αποβλέπει στην ενδυνάμωση του αυτόνομου πράττειν και σκέπτεσθαι των ανθρώπων θεωρώντας τους εκ των προτέρων ικανούς για χειραφέτηση. Υπό την προοπτική της ριζικής φιλοσοφίας το χειραφετητικό πρόταγμα δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί ούτε στον Λόγο (Vernunft) ούτε στην αναγκαιότητα,παρά μόνο στην ελεύθερη επιλογή των ανθρώπων που διατηρούν το δικαίωμα του να μην δεχτούν την πρόσκληση ’’στην συμμετοχή σε μια 
δραστηριότητα του σκέπτεσθαι την οποία πολλοί έχουν εγκαινιάσει ήδη.’’
[1] O Wolf θεωρεί ότι το αυτόνομο πράττειν και σκέπτεσθαι των ανθρώπων με βλέψη την χειραφέτηση μπορεί να ξεδιπλωθεί ανεξάρτητα από την δραστηριότητα των φιλοσόφων οι οποίοι ενίοτε έδρασαν ακόμη και ανασταλτικά σε αυτή την κατεύθυνση. Έτσι υποστηρίζει όχι μόνο ότι όλοι οι άνθρωποι φιλοσοφούν, αλλά ότι η ίδια η ριζική φιλοσοφία ανήκει και δημιουργείται από την σκέψη των πολλών (Vielen). Είναι ενδιαφέρον πόσο κοντά βρίσκεται ο Wolf σε αυτό το σημείο με τον Καστοριάδη που θεωρεί αδιαχώριστη την φιλοσοφία από την δημοκρατία επισημαίνοντας την ταυτόχρονη ανάδυσή τους στην αρχαία Αθήνα.[2] Για τον Καστοριάδη ο στόχος της φιλοσοφίας είναι ομοούσιος με τον στόχο της πραγματικής πολιτικής δηλ. τη δημιουργία αυτόνομων ανθρώπων. Αντίστοιχα στον Wolf η ριζική φιλοσοφία αναπτύσσει τις προτάσεις της με αναφορά την πραγματικότητα απευθυνόμενη στους πολλούς και ασκώντας κριτική στις ποικίλες σχέσεις εξουσίας που εκδηλώνονται μέσα στην κοινωνία. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι σε αυτή την προσπάθεια οι πολλοί δεν αντιμετωπίζονται ως μάζα που πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί μέσω μιας ΄΄ανώτερης διδασκαλίας΄΄ την οποία διδάσκουν οι κάτοχοι της γνώσης φιλόσοφοι- εκπαιδευτές.

Ένα δεύτερο κοινό σημείο μεταξύ των δυο στοχαστών είναι ότι αμφότεροι επιλέγουν ως αντίπαλό τους στο πεδίο των ιδεών τον Πλάτωνα. Έτσι ο Καστοριάδης καταλογίζει στον Πλάτωνα την δημιουργία μιας οντολογίας με θεμελιώδη παραδοχή αυτή του Είναι ως Είναι καθορισμένου (Sein als Bestimmt-Sein) που οδηγεί στο πολιτικό πεδίο στην νομιμοποίηση των αξιώσεων εξουσίας μιας μειοψηφίας. Ο Wolf από την μεριά του εντοπίζει στο πλατωνικό έργο τις απαρχές ενός τρόπου του φιλοσοφείν που προσεταιρίζεται τα εργαλεία κριτικής της χειραφετητικής σκέψης. ’’Με ακριβώς αυτές τις τεχνικές φιλοσοφικής επιχειρηματολογίας αιτιολογείται διαρκώς εκ νέου και επιχείρειται ακόμη και η  εδραίωση της κυριαρχίας ανθρώπων επί ανθρώπων.’’[3]

Σε αντίθεση με την σχολή της Φρανκφούρτης ο Wolf, όπως και ο Καστοριάδης, συμπεριλαμβάνουν το υποκείμενο στο χειραφετητικό πρόταγμα. Έτσι στο καστοριαδικό σχήμα μια αυτόνομη κοινωνία είναι αδιανόητη δίχως αυτόνομα άτομα, ενώ στο πλαίσιο της ριζικής φιλοσοφίας ένα ριζοσπαστικό πράττειν δεν είναι εφικτό αν δεν συνοδεύεται από την αυτοαλλοίωση (Selbstveraenderumg) των δρώντων υποκειμένων. Αυτή η αυτοαλλοίωση συντελείται με κύριο χαρακτηριστικό την ανάληψη της ευθύνης του πράττειν από μέρους του υποκειμένου με βλέψη την σύσταση ενός εαυτού ανοιχτού και ικανού για αυτοδημιουργία. Εδώ όμως μπορούμε να διαπιστώσουμε και μια πρώτη διαφορά μεταξύ του Wolf και του Καστοριάδη. Ενώ στον Καστοριάδη το θέμα της εξουσίας περιορίζεται κυρίως στο πολιτικό πεδίο, δηλ. στην δημόσια άσκηση αυτής από τους πολίτες η ριζική φιλοσοφία στοχεύει στην επεξεργασία εναλλακτικών τρόπων αυτοδιαμόρφωσης και συνύπαρξης που δεν εκδηλώνονται όμως αποκλειστικά στο πολιτικό πεδίο, αλλά και στο σχολείο, στην οικογένεια και στην γειτονιά. Η επεξεργασία αυτών των εναλλακτικών είναι συνυφασμένη με την κριτική σε μορφές εξουσίας όπως εκδηλώνονται στα παραπάνω πεδία και έχει ως κεντρικό αίτημα την ισοκατανομή της ελευθερίας σε όλους. Σε αυτή την συλλογιστική τόσο οι κοινωνικές σχέσεις όσο και οι κοινωνικοί  θεσμοί κρίνονται από το κατά πόσο συντελούν θετικά ή αρνητικά στην ίση ελευθερία όλων όπου με τον όρο ελευθερία εννοείται η δυνατότητα αυτοδιαμόρφωσης, κοινωνικής συμβίωσης και συμμετοχής στην πολιτική εξουσία. Αυτή η ελευθερία εδράζεται στην φυσική ισότητα όλων των ανθρώπων ενώπιον του θανάτου. Ο Wolf υποστηρίζει ότι ακριβώς λόγω της θνητότητας όλων των ανθρώπων είναι αδύνατον να θεμελιωθούν ιεραρχικές σχέσεις  στην κοινωνία. Αυτό είναι ένα σημείο όπου η ριζική φιλοσοφία συγκλίνει εκ νέου με το καστοριαδικό σχήμα όπου η επίγνωση της θνητότητας συντελεί στον αυτοπεριορισμό της πολιτικής κοινότητας και την αποφυγή της ύβρεως (hybris) αποτελώντας έτσι αναγκαία προϋπόθεση και ουσιώδες συστατικό της δημοκρατίας.[4]
*
Ένα κεντρικό χαρακτηριστικό της ριζικής φιλοσοφίας είναι ότι δεν αξιώνει έναν καθοδηγητικό ρόλο βάσει μιας γνώσης που υποδηλώνει την κατοχή της αλήθειας. Ο Wolf αρνείται τον παιδαγωγικό ρόλο του φιλοσόφου, όπως αυτός κυριάρχησε στην νεωτερικότητα δίχως όμως να ενδίδει στον σχετικισμό της μεταμοντέρνας φιλοσοφίας. Έναντι αυτού του σχετικισμού που απολήγει συνήθως σ' έναν κομφορμισμό και μιας παιδαγωγικής δράσης η οποία εν τέλει κατοχυρώνει μια διανοητική αυθεντία ο Wolf προκρίνει μια αντίληψη της φιλοσοφίας ως βοηθητικού οργάνου.[5] Η ριζική φιλοσοφία επικεντρώνεται στην ενίσχυση της αυτοδυναμίας των ανθρώπων κατά την διερεύνηση καθημερινών προβλημάτων με ακόλουθο στόχο την κατάλυση σχέσεων κυριαρχίας στο πολιτικό πεδίο. Ακριβώς αυτό το πολιτικό πεδίο έχει εγκαταλειφθεί από την μεταμοντέρνα φιλοσοφία η οποία προασπιζόμενη την πολλαπλότητα και την διαφορετικότητα αδυνατεί τελικά να επικοινωνήσει με τα κοινωνικά κινήματα. Με ποιο τρόπο όμως η ριζική φιλοσοφία αντεπεξέρχεται σε αυτό το έλλειμμα και πως εν τέλει επιτελεί το έργο της;

Αρχικώς ο Wolf προτείνει μια διαφορετική θεώρηση του επιχειρηματολογείν όπου η επίκληση της πράξης ή της εμπειρίας έχουν σχετική μόνο αξία καθώς το περιεχόμενό τους αποτελεί πάντοτε εστία αντιπαραθέσεων.[6] Στην προβληματική της ριζικής φιλοσοφίας η αξία ενός επιχειρήματος έγκειται στο κατά πόσο αποκαλύπτει μια διαφορετική πτυχή της πραγματικότητας η οποία ν’ αφορά τους αποδέκτες του επιχειρήματος. Να τους αφορά στο βαθμό που τους επιτρέπει τον εμπλουτισμό των πρακτικών της ζωής τους (Lebenspraktiken). Έτσι για τον Wolf δεν υπάρχει μια ορθή μέθοδος ούτε καμία επίκληση ενός καθολικού Λόγου που ν' απαλλάσσει τους ανθρώπους από το να εξετάζουν το επιχείρημα κάτω από δεδομένες συνθήκες και με την προαναφερθείσα στόχευση. Σε αυτό το σημείο συναντούμε ένα ακόμα δείγμα της διανοητικής συγγένειας μεταξύ του Wolf και του Καστοριάδη, αλλά συγχρόνως και μια διαφορά τους. Από την μια ο Wolf, όπως και ο Καστοριάδης, αρνείται να θεμελιώσει το πρόταγμα της αυτονομίας σε κάποιο ύστατο λογικό θεμέλιο προκρίνοντας αντ' αυτού το λόγον διδόναι και διαφεύγοντας έτσι από μια ωμή βουλησιαρχία. Από την άλλη ενώ ο Καστοριάδης παρουσιάζεται μάλλον αδιάφορος ως προς τις πρακτικές του υποκειμένου και την αυτοδιαμόρφωσή του εντός των σχέσεων κυριαρχίας ο Wolf φαίνεται να βρίσκεται εγγύτερα στον Foucault. Για τον Wolf, όπως και για τον Foucault, το ζήτημα της κυριαρχίας τίθεται διαρκώς σε όλες τις σχέσεις των ανθρώπων έτσι ώστε η διαμόρφωση καθημερινών πρακτικών να τίθεται υπό ομηρεία από τις εκάστοτε σχέσεις κυριαρχίας.
Όμως η επιχειρηματολογία της ριζικής φιλοσοφίας δεν διαφέρει μόνο ως προς την μορφή, αλλά και ως προς το περιεχόμενο έναντι άλλων χειραφετητικών θεωριών. Ο Wolf στρέφεται εναντίον τριών θέσεων της παραδοσιακής φιλοσοφίας οι οποίες νομιμοποιούν σχέσεις κυριαρχίας αναπτύσσοντας μια επιχειρηματολογία που εκτείνεται σε τρία μέτωπα. Πρώτον, ενάντια στην θέση ότι η κυριαρχία αποζητά την κυριαρχία μόνο για να εξουσιάζει. Δεύτερον, ενάντια στην θέση που ναι μεν δέχεται την προβληματικότητα της κυριαρχίας η οποία όμως παραμένει αναπόφευκτη. Τέλος, ενάντια στην θέση για το αδύνατο του διαχωρισμού κυριαρχίας και ελευθερίας  ούτως ώστε τελικά η κυριαρχία να είναι αξεπέραστη. Απώτερος στόχος της επιχειρηματολογίας του Wolf, δεν είναι απλώς η ενδυνάμωση του υποκειμένου, όπως στην προβληματική του Foucault, αλλά και η κατάλυση των σχέσεων κυριαρχίας με την δημιουργία μιας δημοκρατικής πολιτικής με γνώρισμα την διαρκή αναπαραγωγή μη εξουσιαστικών σχέσεων. Σε αυτό το σημείο οι τροχιές της ριζικής φιλοσοφίας και του καστοριαδικού προτάγματος της αυτονομίας τέμνονται για άλλη μια φορά. Ο Wolf, όπως και ο Καστοριάδης ο οποίος ορίζει το πρόταγμα της κοινωνικής αυτονομίας ως διαρκή ρητή  αυτοθέσμιση δίχως την επίκληση καμίας εξωκοινωνικής αρχής, δεν κουράζεται να επισημαίνει τους κινδύνους που διατρέχει η ριζική φιλοσοφία αν ενδώσει στον πειρασμό να υποκαταστήσει την έλλειψη επίκλησης μιας εξωκοινωνικής αρχής ανάγοντας τον εαυτό της σε ρυθμιστική αρχή. ’’Η ριζική φιλοσοφία δεν αποδέχεται κατόχους της αλήθειας“ όπως αυτοί εμφανίστηκαν προ της ελληνικής φιλοσοφίας ούτε πείθεται από την ύπαρξη ενός Θεού εγγυητή των υπαρχόντων σχέσεων κυριαρχίας.’’[7]
Αλλά αν τόσο ο Wolf και όσο και ο Καστοριάδης συγκλίνουν ως προς την σημασία του υποκειμένου για μια κριτική φιλοσοφία και μια δημοκρατική πολιτική μπορούμε να διαπιστώσουμε μια κοινή αδυναμία. Ο μεν Καστοριάδης θεωρεί ως προϋπόθεση για την δημιουργία μιας αυτόνομης κοινωνίας την ύπαρξη αυτόνομων υποκειμένων και, αντιστρόφως, προϋπόθεση για την συγκρότηση μιας αυτόνομης υποκειμενικότητας την εγκαθίδρυση μιας αυτόνομης κοινωνίας ωστόσο δεν αναπτύσσει μια προβληματική για τους όρους της αυτοδημιουργίας του υποκειμένου  σε σχέσεις κυριαρχίας. Ο δε Wolf εντοπίζει ορθά στην έλλειψη αυτοκυριαρχίας του υποκειμένου μια πηγή για την επιθυμία άσκησης εξουσίας στον άλλον ωστόσο επίσης δεν επεξεργάζεται το ζήτημα της αυτοδιακυβέρηνσης του υποκειμένου. Αυτή την έλλειψη αυτοκυριαρχίας θα την απέδιδα στην απουσία μιας εργασίας εαυτού. Με τον όρο εργασία εαυτού εννοώ την καλλιέργεια μορφών αυτοδιακυβέρνησης που έχουν ως πυρήνα την επίγνωση ότι τόσο οι εσωτερικές σχέσεις εντός του υποκειμένου εξωτερικεύονται, όσο και το ότι οι εξωτερικές σχέσεις εσωτερικεύονται επειδή το υπόκειμενο αποτελεί πάντοτε προϊον σχέσεων με άλλους. Ως προς το τελευταίο ο Wolf δεν διαφωνεί καθώς ο ίδιος αντιμετωπίζει τις μορφές αυτοκυριαρχίας ως συμπεριφορές πρωτίστως κοινωνικές που μαθαίνονται όπως και η γλώσσα σε πολύ νεαρή ηλικία. Η ριζική φιλοσοφία του δεν προσεγγίζει το υποκείμενο ως μεμονωμένο, όπως η κλασική φιλοσοφία, αλλά ως δημιούργημα των σχέσεών του με τους άλλους (οικογένεια, φίλους, εραστές, συνεργάτες, γείτονες, συμπολίτες). Μέσα σ’ αυτή την αλληλεπίδραση με τους άλλους γεννιούνται και πρακτικές αμφισβήτησης των υπαρχόντων σχέσεων κυριαρχίας. Για άλλη μια φορά ο Wolf μανουβράρει επιδέξια μεταξύ των συμπληγάδων. Από την μια αρνείται τον ηγεμονικό ρόλο της φιλοσοφίας και των φιλοσόφων δίνοντας την πρωτοκαθεδρία στην δημιουργικότητα των πολλών σεβόμενος την αυτονομία τους. Από την άλλη διασφαλίζει την αυτονομία των φιλοσόφων υποδεικνύοντας τις συνέπειες μιας άρνησης της κριτικής λειτουργίας της φιλοσοφίας μέσω ενός κοινωνικού στιγματισμού των φιλοσόφων ως εχθρών του λαού όπως έχει επιχειρηθεί από την Εκκλησία και τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Οι φιλόσοφοι λοιπόν δεν είναι ούτε ηγέτες ούτε παρίες, αλλά ενεργά μέλη ανάμεσα στους πολλούς που συνεργάζονται συνεισφέροντας στην αμφισβήτηση των σχέσεων κυριαρχίας.
Η ριζική φιλοσοφία λοιπόν δεν εγκαταλείπει τα ιδεώδη του Διαφωτισμού και το ’’sapere aude’’ πλην όμως καταδεικνύει συγχρόνως το ολοκληρωτικό δυναμικό αυτών των ιδεωδών. Κατ’ αυτό τον τρόπο ο Wolf, αν και προσυπογράφει τις ενστάσεις ορισμένων επικριτών του Λόγου όπως ο Derrida ή Lyotard, εξακολουθεί να προασπίζεται όχι μόνο την απελευθερωτική διάσταση του Λόγου έναντι οποιασδήποτε πανουργίας του (List der Vernunft, αλλά και την ακόλουθη δυνατότητα της επανάστασης. Όσον αφορά την σκοτεινή πλευρά του Λόγου ο Wolf διακρίνει τρία ιδεολογήματα τα οποία πηγάζουν απευθείας από τον Διαφωτισμό: α) Το επιστημονιστικό ιδεολόγημα ότι ο ορθός βίος αποτελεί ζήτημα αποκλειστικά έλλογης σκέψης. Υπάρχει λοιπόν μια γνώση η οποία μπορεί να συλληφθεί έλλογα εξασφαλίζοντας στον κάτοχό της τον ευδαίμονα βίο. β) Το τεχνοκρατικό ιδεολόγημα ότι όλα τα προβλήματα της ζωής επιδέχονται μια και μοναδική βέλτιστη λύση. Τέλος, το ορθολογιστικό ιδεολόγημα ότι η ανθρώπινη πράξη είναι εξ ολοκλήρου έλλογη και διάφανη στο δρών υποκείμενο. Ακολούθως ο Wolf επαναπροσδιορίζει την βλέψη μιας χειραφετητικής φιλοσοφίας ως πρόταγμα μιας αυτοστοχαστικής χειραφετητικής δραστηριότητας η οποία δίχως να εγείρει αξιώσεις καθολικότητας δεν απεμπολεί αξιώσεις ορθολογικής εγκυρότητας: ’’ Το ζητούμενο είναι ν’ αποδεσμευτεί η θεμελιώδης ιδέα του Διαφωτισμού ότι περισσότερη γνώση περί των προϋποθέσεων, των συνθηκών και των δομών της ίδιας της καθημερινής ζωής συνιστά έναν ουσιαστικό μοχλό οποιασδήποτε χειραφέτησης (αυτό ήταν το κάθε άλλο παρά κυνικό νόημα του συνθήματος η γνώση είναι δύναμη“  του εργατικού κινήματος του 19ου αιώνα) από τις θεωρησιακές και ολοκληρωτικές παραμορφώσεις της, αλλά όχι από μια καλώς εννοούμενη και αναστοχαστική ως προς τα όρια και τις προϋποθέσεις της ορθολογικότητα η οποία αποδέχεται ως γνώσεις και αποφάσεις μόνο επιχειρηματικά τεκμηριωμένους – διαφορετικών ειδών ανάλογα με το είδος επιχειρηματολογίας- λόγους μην επιτρέποντας μια κατηγορία λόγων“ οι οποίοι δεν υπόκεινται σε εξέταση μέσω επιχειρήματος.’’ [8]
Προκειμένου ν’ ανανεώσει το διαφωτιστικό πρόταγμα ο Wolf  επεξεργάζεται μια πολιτική οικολογία με επίκεντρο την σχέση μεταξύ του ανθρώπου και του φυσικού περιβάλλοντος. Δεν έχω το περιθώριο να εξετάσω εδώ την έννοια του υλισμού που έχει αναπτύξει ο Wolf στα πλαίσια της ριζικής φιλοσοφίας. Αντί αυτού θα περιοριστώ στην διατύπωση μιας επιφύλαξης: Μια προβληματική αυτού του τύπου μπορεί να θεωρηθεί ως μια ακόμη εκδοχή της αντίθεσης φύσης και νόμου που ταλανίζει την φιλοσοφία από την αρχαιότητα. Η γονιμότητα της έννοιας του υλισμού που επεξεργάζεται ο Wolf εξαρτάται από την εξισορρόπηση των δυο στοιχείων και την άρνηση αναγωγής του ενός στο άλλο πράγμα κάθε άλλο παρά εύκολο.

Σε αντίθεση με τον Habermas  που προτείνει την εγκαθίδρυση μιας δημόσιας σφαίρας διαβούλευσης ορθολογικών υποκειμένων που εγείρουν και αμφισβητούν αξίωσεις εγκυρότητας μέσω ενός ηθικού διαλόγου για την ολοκλήρωση του ημιτελούς προτάγματος της νεωτερικότητας ο Wolf προασπίζεται μια πραγματιστική αντίληψη της πολιτικής όπου το αγωνιστικό στοιχείο είναι ιδιαίτερα έντονο. ’’ Το πεδίο δράσης της ριζικής φιλοσοφίας από το οποίο ουδέποτε μπορεί ν’ αποδεσμευτεί πλήρως δεν είναι η αφηρημένη επιοινωνιακή κοινότητα καθαρών υποκειμένων, αλλά οι πραγματικές σχέσεις ανθρώπινων υποκειμένων με τις επιθυμίες και τους αγώνες τους.’’ [9] Αυτή η αντίληψη των φέρνει εγγύτερα στην έννοια της αγωνιστικής δημοκρατίας που αναπτύσσει η Mouffe.[10] Όμως σε αντίθεση με την Mouffe που αντιπαραθέτει μια συγκρουσιακή αντίληψη της πολιτική στην φιλελεύθερη αντίληψη της συναίνεσης όπως εκφράζεται από τον Rawls με μια έννοια δικαιοσύνης ως ακριβοδικίας  ή από τον Habermas με την διάκριση μεταξύ moral και ethical ο Wolf επιλέγει τον υπαρκτό χώρο σύναντησης των ανθρώπων ως χώρο παραγωγής μιας εναλλακτικής πολιτικής. Η έλλειψη κανόνων διαλόγου, συνοχής, συγκεκριμένων στόχων και πορισμάτων που χαρακτηρίζουν αυτό τον πραγματικό χώρο μπορούν ν’ αποτελέσουν τόσο γόνιμες συνθήκες για το άνοιγμα στο καινούργιο και την ανεκτικότητα έναντι της διαφορετικότητας όσο και να λειτουργήσουν ως καύσιμα αέναων συγκρούσεων. Αυτός ο χώρος όπου ’’πραγματικοί’’ άνθρωποι συναντώνται, αντιπαρατίθενται και συνεργάζονται ονομάζεται στην ορολογία της ριζικής φιλοσοφίας χώρος της κουβέντας (Raum des Palavers). Με επιδεξιότητα και φαντασία ο Wolf μετασχηματίζει τις αρνητικές συνδηλώσεις του όρου «κουβέντα» σε θετικές. Στο χώρο της κουβέντας δεν υφίσταται καμία αυθεντία, ενώ δεν υπάρχει τίποτα που να μην αμφισβητείται. Αυτή η σύλληψη του Palaver φέρνει αναπόφευκτα στο νου την αρχαία αθηναϊκή αγορά σε αντιδιαστολή προς τον αθηναϊκό δήμο ως πεδίου πολιτικών διεργασιών ένα είδος μήτρας της δημοκρατίας, όπου τα επιχειρήματα εναλλάσσονται με πειράγματα, γέλια και εκρήξεις θυμού. Ο χώρος του Palaver είναι για τον Wolf ένας ζωντανός, δονούμενος από πάθη και συναισθήματα χώρος, ένας χώρος εκδίπλωσης της αυτονομίας όπου ο αυτοκαθορισμός του καθενός συμπεριλαμβάνει αναγκαία πάντοτε και τον αυτοκαθορισμό του άλλου. Σε αυτή την προβληματική η ριζική φιλοσοφία αποτελεί άλλη μια μορφή συμμετοχής στο Palaver δηλ. συμμετοχής σ’ έναν δημόσιο πειραματισμό και αυτοσχεδιασμό όπου όμως οι πολίτες αναλαμβάνουν την ευθύνη των προτάσεών τους.
Μέσω της έννοιας του Palaver ο Wolf επαναπροσδιορίζει το επαναστατικό υποκείμενο στο εδώ και τώρα, όμοια με τους Hardt- Negri, ως αμάλγαμα πολιτικών κομμάτων, κοινωνικών κινημάτων, συνδικάτων, δικτύων πολιτών και μη κυβερνητικών οργανώσεων οι οποίες δρουν τοπικά, εθνικά, αλλά και παγκόσμια. Κατ’ αυτό τον τρόπο φιλοδοξεί να υπερβεί τόσο τις νεώτερες εκδοχές του μαρξισμού- λενινισμού,  όσο και την κριτική θεωρία. Η καθοριστική διαφορά της ριζικής φιλοσοφίας από τις προαναφερθέντες θεωρίες είναι ότι α) δρα στο παρόν τροφοδοτώντας την συνεργασία και τον συντονισμό ενός υποκειμένου που συγκροτείται ως πολλαπλότητα και όχι ως αυστηρά καθορισμένη μοναδικότητα β) οριοθετεί ένα πεδίο αυτοκατανόησης του επαναστατικού υποκειμένου όπου συζητώνται εκ νέου θεμελιώδεις έννοιες όπως Λόγος, επανάσταση και αλήθεια. Έτσι επανεξετάζεται η ιστορία των χειραφετητικών εγχειρημάτων όχι μόνο εντός της φιλοσοφίας, αλλά και εντός της ιστορίας, ενώ συγχρόνως συνδυάζεται με την ανάλυση των προβλημάτων των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής συνεισφέροντας στην εκπόνηση στρατηγικών πολιτικής δράσης με βλέψη την αυτονομία.
Τα παραπάνω θα μπορούσαν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι η ριζική φιλοσοφία αποτελεί απλώς ένα όργανο στην υπηρεσία αριστερών πολιτικών. Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι. Τοποθετώντας την κατηγορία της αλήθειας στο κέντρο της ριζικής φιλοσοφίας, ο Wolf ευελπιστεί ν’ ανακαλύψει το αρχιμήδειο σημείο απ’ όπου μπορεί να συνδέσει και να θέσει σε κίνηση μια συμμαχία πολιτικής και φιλοσοφίας με χειραφετητικό προσανατολισμό. Υπό αυτό το πρίσμα αντιμετωπίζεται η επίκληση κατοχής μιας τελικής αλήθειας, επίκληση η οποία έχει χρησιμέψει, αλλά και εξακολουθεί να χρησιμεύει, στην νομιμοποίηση αξιώσεων κυριαρχίας στην πολιτική. Ο Wolf δεν αντιπροτείνει μια αντίστοιχη απόλυτη αξίωση αλήθειας για να την ’’επιβάλλει’’ υπό την μορφή μιας θεωρίας της κοινωνικής ολότητας στα κοινωνικά  και πολιτικά κινήματα, αλλά θέτει ως στόχους του φιλοσοφείν του: α) στο φιλοσοφικό πεδίο μια κριτική στο αποφαίνεσθαι (Aussagen) και β) στο πολιτικό πεδίο την διαύγαση των αντιθέσεων μεταξύ των  κινημάτων στοχεύοντας την βελτίωση της επικοινωνίας τους. Προφανώς οι δυο στόχοι είναι συνυφασμένοι μεταξύ τους. Ξεκινώ με την κριτική στο αποφαίνεσθαι ως την θεμελιώδη μορφή του γλωσσικού πράττειν.

O Wolf προσάπτει στην φιλοσοφική παράδοση ότι αυτή ’’ θεωρεί ως επί το πλείστον μια αποδεδειγμένη γνώση ως μια ανώτερη μορφή ενός ισχυρισμού στην κατάταξη γνώμη- γνώση- απόλυτη γνώση.’’ [11] Όμως σε μια τέτοια θεώρηση της γνώσης όπου η αποδεδειγμένη γνώση έχει την μορφή ενός αποδεικτικού αποφαίνεσθαι η φιλοσοφία ως εκπρόσωπος αυτού του αποφαίνεσθαι διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία έναντι όλων των μορφών σκέψης υποσκάπτωντας την αυτονομία των υποκειμένων.[12] Με αφετηρία την ανάλυση του Russel για την σχέση μεταξύ ’’Eigenname’’ und ’’Kennzeichnung’’ και την ερμηνεία του βιτγκενσταϊνικού επιχειρήματος της ιδιωτικής ομιλίας από τον Kripke, ο Wolf επιχειρηματολογεί ότι η απόφανση είναι μια μορφή ανάμεσα στις άλλες γλωσσικές μορφές όπως η διαταγή, η αξιολόγηση και η ευχή. Κατ’ αυτό τον τρόπο δεν υφίσταται μια απόλυτη γνώση που ν’ αντιδιαστέλλεται στην απλή γνώση, αλλά υπάρχει αυτό που ο Wolf ονομάζει ενισχυμένη γνώση. Διασαφηνίζοντας την έννοια της ενισχυμένης γνώσης προτείνει την αιτιολόγηση και την υπόσχεση απόδειξης ως εναλλακτικές που ενισχύουν ένα γνωστικό περιεχόμενο. Έτσι η φιλοσοφία χάνει τον ρόλο της ως υπέρτατης αρχής περί των αποδεικτικών αποφάνσεων οι οποίες υποτίθεται ότι θεμελιώνουν κάθε μορφή γνώσης. Αυτή η απώλεια έχει ως συνέπεια οι φιλόσοφοι να μην μπορούν να διατυπώνουν ή να νομιμοποιούν αξιώσεις κυριαρχίας. Με βάση τα προλεχθέντα κεντρικό ερώτημα της ριζικής φιλοσοφίας σχετικά με το ζήτημα της αλήθειας καθίσταται πλέον το ακόλουθο: Ποιος κάτω από ποίες προϋποθέσεις με ποια μέσα και με τι βλέψη θέτει κάθε φορά το ζήτημα της αλήθειας;

Έτσι η ριζική φιλοσοφία βρίσκεται για άλλη μια φορά στον χώρου του Palaver όπου σε αντίθεση με τον χώρο της παραδοσιακής φιλοσοφίας ζητούμενο δεν είναι το τι εστίν το ον, ή ποιο είναι το είναι του Είναι, αλλά οι εναλλακτικές αυτών. Με άλλα λόγια ο Wolf παραμένοντας στην μαρξιστική παράδοση υποστηρίζει ότι η παραδοσιακή φιλοσοφία θέτοντας το ερώτημα του Είναι απλώς μεταφράζει το ερώτημα για την φύση του υπαρκτού, ενώ ζητούμενο παραμένει ο μετασχηματισμός αυτού. Ο χώρος της κουβέντας συνιστά τον χώρο όπου κατασκευάζεται η αλήθεια, μια αλήθεια που επιτρέπει την αναζήτηση αυτής και την σύγκρουση γύρω από αυτή.  Στην κουβέντα συνυπάρχουν αλήθειες για τα επιμέρους με αλήθειες για το Όλον. Αυτό όμως έχει ως συνέπεια, και αυτό είναι το σημείο τομής μεταξύ φιλοσοφίας και πολιτικής, να δημιουργούνται ’’ διαδικασίες αντιπαράθεσης περί συγκρουόμενων αξιώσεων αληθείας δίχως παρεμβάσεις συμφερόντων και αυθεντιών, ενώ συγχρόνως προωθούν την μέγιστη δυνατή ένταση της αμοιβαίας κριτικής και την άμιλλα ως προς την ακρίβεια της ανάλυσης του περιεχομένου, των προϋποθέσεων και των συνεπειών των επιχειρημάτων της άλλης θέσης.’’[13]
Η άρνηση της ύπαρξης μιας ανώτερης στην ιεραρχία αρχής για την αξιολόγηση των κρίσεων και των επιμέρους αληθειών από την μια αποτελεί προϋπόθεση για την λειτουργία και την διαφύλαξη της δημοκρατικότητας του χώρου του Palaver από την άλλη όμως ο  Wolf καλείται ν’ απαντήσει για ποιο λόγο και σε ποιους χώρους η αλήθεια που παράγεται δημόσια είναι δεσμευτική για όλους τους συμμετέχοντες. Πρώτα απ’ όλα όμως τίθεται το ζήτημα τι  σημαίνει δεσμευτικότητα (Verbindlichkeit) ως προς κρίσεις αληθείας. Σε αντίθεση με την φιλελεύθερη αντίληψη όπου στην ιδιωτική σφαίρα δεν υφίσταται καμία δεσμευτικότητα ως προς την δημόσια κατοχυρωμένη αλήθεια ο Wolf υποστηρίζει ότι η ιδιωτικοποίηση της αλήθειας την οποία κατοχυρώνει ο φιλελευθερισμός οδηγεί στην απολιτικοποίησή της αντιπροτείνοντας ευφυώς το ερώτημα για την βέλτιστη δυνατή συμμετοχή των πολιτών στην δημόσια παραγωγή της αλήθειας δίχως την ύπαρξη μιας υπέρτατης κανονιστικής αρχής δεν θ’ αναπτύξει τις στρατηγικές πολιτικών αληθείας (Wahrheitspolitische Strategien) στο επίπεδο του υποκειμένου ως προϋπόθεση της δημόσιας παραγωγής της αλήθειας. Εξηγούμαι, ο Wolf προτείνει ορθά υπό τον όρο στρατηγικές πολιτικών αληθείας την προσπάθεια εγκαθίδρυσης αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών παραγωγής της αλήθειας όπου η δεσμευτικότητα πηγάζει από την ελεύθερη και στοχαστική συμμετοχή των πολιτών σε αυτές τις διαδικασίες. Κατ’ αυτό τον τρόπο εξαλείφει την αναγκαιότητα μιας εξωτερικής επιβολής της αλήθειας με την μορφή ενός ξεχωριστού σώματος ή αρχής. Έτσι εγκαθιδρύεται ένας δημόσιος χώρος διαρκούς διαβούλευσης και αυτοοργάνωσης των πολιτών όπου υλοποιείται και διασφαλίζεται η κοινωνική αυτονομία. Αυτό όμως που μένει ανοιχτό είναι η αυτονομία του υποκειμένου ως προϋπόθεση της κοινωνικής αυτονομίας.
Με βάση τις στατηγικές πολιτικών αληθείας ο Wolf αντιλαμβάνεται την ριζική φιλοσοφία ως μια διανοητική δραστηριότητα η οποία έχει ως αφετηρία το αυτοσκέπτεσθαι του κάθε ανθρώπου στοχεύοντας στην ενδυνάμωσή του. Η ριζική φιλοσοφία αποτελεί μια μορφή πολιτικής της αλήθειας η οποία δεν ικανοποιείται με την σχετικιστική αδιαφορία, ενώ συγχρόνως δεν αξιώνει ότι δύναται να εκπλήρωσει τους δικούς της στόχους αληθείας. Με άλλα λόγια είναι μια δραστηριότητα η οποία προϋποθέτει και καλλιεργεί συγχρόνως την αυτονομία του άλλου υπερβαίνοντας το παραδοσιακό σχήμα μέσου και σκοπού. Στο πολιτικό πεδίο γνώρισμά της αποτελεί το ότι αποσκοπεί στην συνάντηση με την απελευθερωτική πρακτική των πολλών (Vielen) προκειμένου να ολοκληρώσει το πρόταγμα του Διαφωτισμού. Στο φιλοσοφικό πεδίο αποδομεί (dekonstruiert) μορφές του φιλοσοφείν (formen des philosophierens) που νομιμοποιούν σχέσεις κυριαρχίας. Η ριζική φιλοσοφία εργάζεται στην κατεύθυνση των προαναφερθέντων στόχων εγκαινιάζοντας τέσσερις ’’πρωτοβουλίες’’ (Initiativen). Με τον όρο πρωτοβουλία ο Wolf χαρακτηρίζει το ρίζωμα της δραστηριότητας στην επικαιρότητα σε συνδυασμό με την διαρκή ανοιχτότητα ως προς την διαφορετικότητα και το καινούργιο όπως αυτά αναδύονται στην πρακτική των πολλών. Ο ίδιος ονομάζει την πρωτοβουλία ως ένα ’’αφουγκραζόμενο πράττειν’’ του οποίου οι συνέπειες ουδέποτε προδιαγράφονται εξ ολοκλήρου καθώς τα ίδια τα υποκείμενα και οι συλλογικότητες που απαρτίζουν κρίνοντας την συγκυρία επιλέγουν τι πρωτοβουλία θ’ αναλάβουν και κατά πόσο αυτή θα συντονιστεί με άλλες.
Ο Wolf κατονομάζει τέσσερις θεμελιώδεις πρωτοβουλίες οι οποίες αποτελούν προϋποθέσεις χειραφετητικών πρακτικών. Πρώτον, η κοινή δημιουργία νοημάτων ως απάντηση στην απουσία νοήματος της καπιταλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας. Αυτή η απουσία νοήματος αποκαλύπτεται μέσω της κριτικής που ασκεί η ριζική φιλοσοφία στα προτεινόμενα νοήματα π.χ. την κατανάλωση, την εφήμερη διασημότητα. Σε ένα δεύτερο στάδιο αναπτύσσονται στρατηγικές άρνησης αυτών των κυρίαρχων νοημάτων. Βέβαια, εδώ ελλοχεύει ένας κίνδυνος τον οποίο ο  Wolf ορθά επισημαίνει, το ότι οι στρατηγικές άρνησης μπορούν να αφομοιωθούν από τον καπιταλισμό εκφυλιζόμενες σε life style. Προκειμένου ν’ αντιμετωπιστεί αυτός ο κίνδυνος εισάγεται ο πραγματισμός ως δεύτερη θεμελιώδης πρωτοβουλία. Πραγματισμός, στην προβληματική της ριζικής φιλοσοφίας σημαίνει την δημιουργία στρατηγικών άρνησης στα πλαίσια πολιτικών για την αμφισβήτηση και αλλαγή των υπαρχουσών δομών εξουσίας. Πολιτικών όμως, αυτό οφείλουμε να το υπογραμμίσουμε, οι οποίες αφορούν άμεσα ζητήματα καθημερινότητας αντιτιθέμενες τόσο στην Realpolitik όσο και στην Wunschpolitik.[14] Κατ’ αυτό τον τρόπο η δημιουργική δραστηριότητα των πολλών με τ’ απρόβλεπτα και αυθόρμητα αποτελέσματά της κατευθύνεται προς την κριτική και τον μετασχηματισμό του υπάρχοντος μέσω της υπονόμευσης των σχέσεων κυριαρχίας. Έτσι φτάνουμε στην τρίτη πρωτοβουλία της ριζικής φιλοσοφίας που αφορά την υλικότητα αυτών των σχέσεων. Ο Wolf επιχειρεί να διατυπώσει έναν σύγχρονο υλισμό με την μορφή μιας ’’κοινωνικοπολιτικά συγκεκριμενοποιημένης„ πολιτικής οικολογίας“ η οποία θα μετασχηματιζει την αντιφατική δυναμική των κοινωνικών δομών σε μια βάση για μια υπεύθυνη και χειραφετητική πρακτική. Ανανεώνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την έννοια του υλισμού ο Wolf φιλοδοξεί να καταστήσει εφικτή μια φιλοσοφία που ν’ αναγνωρίζει και ν’ αποδέχεται την πολυπλοκότητα και πληθωρικότητα της πραγματικότητας δίχως να προσπαθεί να την υποτάξει στις κατηγορίες της ενότητας, της συνεκτικότητας και της ολότητας. Στο πεδίο της πράξης αυτό καθιστά εφικτή μια χειραφετητική πολιτική που να μην διολισθαίνει σε καμία μεταφυσική, αλλά και να μην διαμορφώνει χαρακτηριστικά τελεολογικά. Τέλος, σημείο σύγκλισης των προηγουμένων πρωτοβουλιών αποτελεί η πρωτοβουλία της αυτονομίας ως ίσης ελευθερίας όλων έναντι κάθε κυριαρχίας. Αυτή η πρωτοβουλία δεν θεμελιώνεται παρά στην ελεύθερη επιλογή και θέληση των πολλών. ’’Η αυτονομία γεννάται από την θέληση των πολλών αν μην υποταχθούν σε καμία κυριαρχία, να μην ανεχθούν καμία κυριαρχία και να μην αποζητούν καμία κυριαρχία πάνω σε άλλους.’’[15] O Wolf εμπλουτίζει την έννοια του υλισμού που εισάγει προσθέτοντας μια προβληματική της εξουσίας με επίκεντρο το περίφημο ουδέν άρχειν ουδέν άρχεσθαι θέλω, το οποίο από την μια καθιστά εφικτή την συνεργασία των πολλών δίνοντας τους ένα χειροπιαστό κοινό σημείο αναφοράς, ενώ από την άλλη ανανεώνει το πρόταγμα του Διαφωτισμού ως πρόταγμα αυτονομίας που πραγματώνεται στην κοινωνικοποίηση της οικονομίας, την οικουμενοποίηση της πολιτικής και την πολιτικοποίηση των ανθρώπων. Η πραγμάτωση είναι βέβαια πάντοτε μερική καθώς υπό την προοπτική της ριζικής φιλοσοφίας η αυτονομία είναι μια ατέρμονη διαδικασία και όχι μια κατάσταση.




[1] F. O. Wolf, Radikale Philosopohie , Westfaelisches Dampfboot, 2002, σελ. 16
[2]Κορνήλιος Καστοριάδης, Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για εμάς σήμερα, Εκδόσεις Ύψιλον,1986.
[3] F. O. Wolf, Radikale Philosopohie , Westfaelisches Dampfboot, 2002, σελ. 26
[4] Κορνήλιος Καστοριάδης, Η ελληνική ιδιαιτερότητα, Εκδόσεις Κριτική, 2007, σελ. 437
[5] F. O. Wolf, Radikale Philosopohie , Westfaelisches Dampfboot, 2002, σελ. 51
[6] Ο.π. ,  σελ. 63
[7] Ο.π, σελ. 69
[8] F. O. Wolf, Radikale Philosopohie , Westfaelisches Dampfboot, 2002, σελ. 76-77
[9] F. O. Wolf, Radikale Philosopohie , Westfaelisches Dampfboot, 2002, σελ. 81
[10] Ειδικότερα στα κείμενα «Προς ένα αγωνιστικό πρότυπο δημοκρατίας» στο Chantal Mouffe, Το δημοκρατικό
παράδοξο, Εκδόσεις Πόλις, 2001, σελ. 160-191 και «On the articulation between liberalism and democracy»
στο Chantal Mouffe, The return of the political,Verso, 2005, σελ. 102-116.
[11] F. O. Wolf, Radikale Philosopohie , Westfaelisches Dampfboot, 2002,  σελ. 75
[12] Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ότι αν και ο Heidegger έχει μια αντίστοιχη αφετηρία στην κριτική που αναπτύσσει ενάντια στην εμφάνιση της φιλοσοφικής αλήθειας ως απόλυτης βέβαιης γνώσης καταλήγει σ’ ένα εκ διαμέτρου αντίθετο συμπέρασμα, δηλ. σε μια αντίληψη της φιλοσοφίας ως μεταφυσικής. Βλ. Martin Heidegger, Οι θεμελιώδεις έννοιες της Μεταφυσικής: Κόσμος- Περατότητα- Μοναξιά [Προοίμιο] (Μετάφραση: Θεοφάνης Τάσης), Εκδόσεις Ευρασία, 2009, σελ.43-59.
[13] F. O. Wolf, Radikale Philosopohie , Westfaelisches Dampfboot, 2002, σελ. 106
[14] Ο.π. , σελ. 146
[15] Ο.π. , σελ. 177


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ από τo blog "LastTapes"
εδώ το link







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου