Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

G.W.F Hegel-Από την επιστήμη της Λογικής IV (Περατότητα)








αναδημοσίευση από Αντίφωνο


Περατότητα
[...]
Όταν λέμε για τα πράγματα ότι είναι περατά, κατανοούμε με τον τρόπο αυτό ότι δεν έχουν απλώς μια καθορισιμότητα, ότι η ποιότητά τους δεν είναι απλώς μια πραγματικότητα και ένας εγγενής καθορισμός --ως τέτοια έχουν ακόμη καθορισμένο είναι εκτός του ορίου τους-- αλλά ότι αντιθέτως το μη είναι συνιστά τη φύση και το είναι τους. Τα περατά πράγματα είναι, αλλά η σχέση τους με τον εαυτό τους είναι ότι σχετίζονται με τον εαυτό τους αρνητικά, και σε αυτή την ίδια την σχέση με τον εαυτό τους στέλνουν τον εαυτό τους μακριά, πέρα από τον εαυτό τους, πέρα από το είναι τους. Είναι, αλλά η αλήθεια αυτού του είναι είναι το τέλος τους. Το περατό δεν αλλάζει απλώς, όπως κάτι γενικά, αλλά παύει να υπάρχει. Και το ότι παύει να υπάρχει δεν είναι απλώς πιθανότητα, ώστε να μπορεί να είναι χωρίς να πάψει να είναι, αλλά το είναι ως τέτοιο των περατών πραγμάτων είναι να έχουν το σπέρμα του θανάτου ως το είναι-εντός-του-εαυτού τους: η ώρα της γέννησής τους είναι η ώρα του θανάτου τους.

Η αμεσότητα του περατού
Η σκέψη της περατότητας των πραγμάτων μας φέρνει τη θλίψη διότι είναι μια ποιοτική άρνηση που σπρώχνεται ως τα άκρα της, και στην μονή φύση ενός τέτοιου καθορισμού δεν μένει πια στα πράγματα ένα καταφατικό είναι που να είναι διακριτό από το πεπρωμένο τους να χαθούν. Εξαιτίας αυτής της ποιοτικά μονής φύσης της άρνησης, η οποία έχει επιστρέψει στην αφηρημένη άρνηση του τίποτε και του παύειν-να-είναι σε αντίστιξη με το είναι, η περατότητα είναι η πιο πείσμων κατηγορία της νόησης· η άρνηση γενικά, η σύσταση και το όριο, συμφιλιώνονται με το άλλο τους, με το καθορισμένο είναι· και ακόμα και το τίποτε, εφόσον ληφθεί αφηρημένα ως τέτοιο, εγκαταλείπεται ως αφαίρεση· αλλά η περατότητα είναι η άρνηση ως παγιωμένη στον εαυτό της, και συνεπώς στέκεται σε απότομη αντίθεση με την κατάφασή της. Το περατό, είναι αλήθεια, αφήνεται να έλθει σε αναταραχή, είναι το ίδιο η αναταραχή, το να καθορίζεται ή να προορίζεται κάτι για το τέλος του, αλλά μόνο για το τέλος του --ή μάλλον, είναι η άρνηση να αφήσει κάτι τον εαυτό του να έλθει καταφατικά στην κατάφασή του, στο απέραντο, και να αφεθεί να ενωθεί μαζί του· συνεπώς τίθεται ως αδιαχώριστο από το τίποτά του, και για αυτό αποκόβεται από κάθε συμφιλίωση με το άλλο του, με το καταφατικό. Ο καθορισμός ή το πεπρωμένο των περατών πραγμάτων δεν τα φέρνει μακρύτερα από το τέλος τους. Η κατανόηση εμμένει στην θλίψη αυτή της περατότητας κάνοντας το μη είναι τον καθορισμό των πραγμάτων, και την ίδια στιγμή κάνοντάς το [το μη είναι] απέθαντο και απόλυτο. Η παροδικότητα των πραγμάτων θα μπορούσε να περάσει και να εξαφανιστεί μόνο στο άλλο τους, στο καταφατικό· η περατότητά τους τότε θα χωριζόταν από αυτά· αλλά είναι η απαράλλαχτή τους ποιότητα [η παροδικότητα], δηλαδή η ποιότητά τους που δεν περνά στο άλλο της, δηλαδή στο καταφατικό της: είναι συνεπώς αιώνια.

Αυτή είναι μια πολύ σημαντική σκέψη· αλλά φυσικά καμία φιλοσοφία ή γνώμη, ή κατανόηση, δεν θα αφήσει τον εαυτό της δεμένο με την οπτική ότι το περατό είναι απόλυτο· αυτό που παρίσταται στην κατάφαση του περατού είναι το ακριβώς αντίθετο· το περατό είναι περιορισμένο, παροδικό, είναι μόνο περατό, όχι απέθαντο· αυτό υπονοείται άμεσα από τον καθορισμό και την έκφρασή του. Αλλά το ζήτημα είναι, εάν σκεπτόμενος το περατό, κάποιος προσκολλάται στο είναι της περατότητας και αφήνει την παροδικότητα να συνεχίσει να είναι, ή αν η παροδικότητα και το να παύει κάτι να είναι παύουν να είναι. Αλλά με την αντίληψη ακριβώς αυτή του περατού που κάνει το παύειν-να-είναι τον τελικό καθορισμό του περατού κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Είναι ρητή δήλωση ότι το περατό δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με το απέραντο και δεν μπορεί να ενωθεί μαζί του, ότι το περατό αντιτίθεται απόλυτα στο απέραντο. Το είναι, το απόλυτο είναι, αποδίδεται στο απέραντο· στεκόμενο απέναντί του, το περατό λοιπόν παραμένει προσκολλημένο ως αρνητικό του· ανίκανο να ενωθεί με το απέραντο, παραμένει απόλυτο στην δική του πλευρά· από το καταφατικό, από το απέραντο, θα μπορούσε να λάβει επιβεβαίωση, και έτσι θα έπαυε να είναι· αλλά η ένωση με το απέραντο είναι ακριβώς αυτό που ανακηρύσσεται αδύνατο. Αν [το περατό] δεν παραμείνει προσκολλημένο στην αντίθεσή του στο απέραντο αλλά πάψει να υπάρχει, λοιπόν, όπως ήδη είπαμε, ο τελικός του καθορισμός είναι ακριβώς αυτό το παύειν-να-είναι, και όχι η κατάφαση που θα ήταν απλώς το παύειν να είναι του παύειν-να-είναι. Αν όμως το περατό δεν περνά στην κατάφαση, αλλά το τέλος του πρέπει να εννοηθεί ως το τίποτε, τότε θα επιστρέφαμε στο πρώτο, αφηρημένο εκείνο τίποτε το οποίο έχει εδώ και καιρό εξαφανιστεί.

Σε αυτό το τίποτε όμως, το οποίο υποτίθεται πως είναι μόνο τίποτε, και το οποίο την ίδια στιγμή αποκτά μια ύπαρξη στη σκέψη, την φαντασία ή την ομιλία, επισυμβαίνει η ίδια αντίφαση όπως αυτή που μόλις δείξαμε σε σχέση με το περατό, αλλά με την εξής διαφορά, ότι στην περίπτωση του πρώτου τίποτε απλώς επισυμβαίνει, ενώ στην περατότητα δηλώνεται ρητά. Εκεί εμφανίζεται ως υποκειμενική [η αντίφαση]· εδώ επιβεβαιώνεται ότι το περατό στέκεται σε αέναη αντίθεση ως προς το απέραντο, ότι αυτό που είναι καθεαυτόν μηδέν είναι, και είναι ως καθεαυτόν μηδέν. Θα πρέπει να αποκτήσουμε συνειδητότητα αυτού του γεγονότος, και η ανάπτυξη του περατού δείχνει ότι, έχοντας τούτη την αντίφαση παρούσα μέσα του, καταρρέει μέσα του, αλλά κάνοντάς το αυτό στην πραγματικότητα επιλύει και την αντίφαση· το περατό δεν είναι απλώς παροδικό και [έτσι] παύει να είναι, αλλά το παύειν-να-είναι, το τίποτε, δεν είναι ο τελικός προορισμός [του περατού], αλλά παύει το ίδιο να είναι.








 =======================================================


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου