Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Paz Martin: Πως Έγινα Βλάκας



___________


(εδώ ο ήρωας προσπαθεί μ' ένα μικρό λογύδριο να εξηγήσει στους φίλους του την απόφασή του να γίνει ..."βλάκας". 
Το απόσπασμα λοιπόν από τούτο το βιβλίο, αφορά και μόνο σε τούτο το λογύδριο...)
.................................................................................................................................................

    "Υπαρχουν κάποιοι άνθρωποι στους οποίους ακόμη και τα βέλτιστα δε ταιριάζουν. Μπορεί να είναι ντυμένοι με κοστούμι από κασμίρ αλλά να μοιάζουν με άστεγους, να είναι πλούσιοι αλλά βουτηγμένοι στα χρέη, να είναι πανύψηλοι αλλά κάκιστοι στο μπάσκετ. Αυτό αντιλαμβάνομαι λοιπόν σήμερα, πως ανήκω δηλαδή στη κατηγορία εκείνη των ανθρώπων που δεν καταφέρνουν να αξιοποιήσουν τα προσόντα τους και για τους οποίους ετούτα τα προτερήματα είναι μάλιστα ελαττώματα.


     Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Στο δημοτικό, η πιο απαίσια βρισιά είναι το να σε αποκαλέσουν διανοούμενο. Αργότερα, το να είσαι διανοούμενος γίνεται σχεδόν προτέρημα. Όμως αυτό είναι ψέμα: το να είσαι διανοούμενος είναι κουσούρι. Όπως οι ζωντανοί γνωρίζουνε πως θα πεθάνουν, ενώ οι νεκροί δε γνωρίζουνε τίποτα, πιστεύω πως το να είναι κανείς έξυπνος είναι χειρότερο από το να είναι βλάκας, γιατί ένας βλάκας δεν αντιλαμβάνεται τη βλακεία του, ενώ ένας έξυπνος, ακόμα κι αν είναι ταπεινός και μετριόφρων, ξέρει πως είναι έξυπνος, έτσι κι αλλιώς.

     Λέει κάπου ο Εκκλησιαστής: όστις προσθέτει γνώσιν, προσθέτει πόνον. Μην έχοντας όμως ποτέ τη τύχη να πάω στο κατηχητικό μαζί με τα άλλα παιδιά, δε προειδοποιήθηκα έγκαιρα για τους κινδύνους που ενέχει η μελέτη. Είναι πολύ τυχεροί οι χριστιανοί που τόσο νέοι έχουν ήδη μάθει να φυλάγονται από τους κινδύνους της ευφυΐας. Θα ξέρουν έτσι για όλη τους τη ζωή πως να την αποφεύγουν. Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι.

     Όσοι σκέφτονται πως η ευφυΐα εμπεριέχει κάτι το ανώτερο, σίγουρα δε διαθέτουν αρκετή για να αντιληφθούν πως δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια κατάρα. Οι δικοί μου, οι συμμαθητές μου, οι καθηγητές μου, όλοι τους μ' εύρισκαν ευφυή, ανέκαθεν. Ποτέ δε κατάλαβα καλά το γιατί και το πως είχανε καταλήξει σ' αυτή την ετυμηγορία για το άτομό μου. Υπέφερα συχνά απ' αυτόν τον θετικό ρατσισμό, απ' αυτούς που συγχέουν την επιφανειακή ευφυΐα με την πραγματική και που σε καταδικάζουν, με μια προκατάληψη αναληθώς ευνοϊκή, να ενσαρκώνεις μια μορφή κύρους. Όπως ακριβώς η κοινή γνώμη εκστασιάζεται μπροστά στον νεαρό ή τη νεαρά που διαθέτουν το ύψιστο κάλλος, έτσι κι εγώ ήμουν το πανέξυπνο και καλλιεργημένο πλάσμα, προς σιωπηλή ταπείνωση εκείνων που ήταν λιγότερο προικισμένοι από τη φύση, απ' όσο εγώ. Πόσο πολύ απεχθανόμουν εκείνες τις συνεδρίες που συμμετείχα παρά τη θέλησή μου, με το να πληγώνω και να υποβιβάζω αγόρια και κορίτσια, που κρίνονταν ως λιγότερο ευφυή από μένα!

     Ποτέ μου δεν υπήρξα αθλητικός τύπος. Οι πιο πρόσφατοι σημαντικοί αγώνες που με κούρασαν μυϊκά, είναι οι βόλοι που παίζαμε στο δημοτικό, στο προαύλιο κατά τη διάρκεια του διαλείμματος. Τα λεπτά μου χέρια, το εύκολο λαχάνιασμά μου, τα αργοκίνητα πόδια μου, δε μου επέτρεπαν να κάνω τις απαραίτητες προσπάθειες για να κλωτσήσω μια μπάλα αποτελεσματικά. Η μόνη δύναμη που διέθετα ήταν να εξερευνώ λεπτομερώς τον κόσμο με το πνεύμα μου. Καθώς ήμουν πολύ λεπτοκαμωμένος για τον αθλητισμό, δε μου απέμεναν παρά τα νευρικά μου κύτταρα για να σκαρώνω με το μυαλό μου παιχνίδια με τη μπάλα. Η ευφυΐα λειτουργούσε ως υποκατάστατο.

     Η ευφυΐα είναι μια αποτυχία της εξέλιξης. Εύκολα μπορώ να φανταστώ, στην εποχή των πρώτων προϊστορικών ανθρώπων, σε μια μικρή φυλή, όλα τα παιδιά να τρέχουν μέσα στη πυκνή βλάστηση, να κυνηγούν τις σαύρες, να μαζεύουν φρούτα του δάσους για το βραδινό φαγητό και μετά, σιγά-σιγά, ερχόμενα σ' επαφή με τους μεγάλους, να γίνονται τέλειοι άντρες ή γυναίκες: κυνηγοί, κουβαλητές, ψαράδες, βυρσοδέψες... Όμως, αν παρατηρήσουμε πιο προσεκτικά τη ζωή τούτης της φυλής, θ' αντιληφτούμε πως ορισμένα παιδιά δε συμμετέχουν στις ομαδικές δραστηριότητες: παραμένουν καθιστά δίπλα στη φωτιά, ασφαλή μέσα στα σπήλαια. Ποτέ τους δε θα μάθουν να προστατεύονται από τις τίγρεις με τα κοφτερά σα σπαθιά δόντια, ούτε θα μάθουν να κυνηγούν. Αν τα εγκατέλειπαν στη μοίρα τους, δε θα επιβίωναν ούτε μια νύχτα. Το ό,τι περνούν τις μέρες τους δίχως να κάνουν τίποτα, δεν οφείλεται στη τεμπελιά τους, όχι, θα ήθελαν κι αυτά να χοροπηδούν με τους φίλους τους, αλλά δεν μπορούν. Φέρνοντάς τα στο κόσμο, η φύση έκανε το στραβοπάτημά της. Στη φυλή αυτή, υπάρχει ένα κοριτσάκι που είναι τυφλό, ένα αγοράκι που κουτσαίνει, ένα άλλο παιδί που είναι αδέξιο κι αφηρημένο... Έτσι λοιπόν, τα παιδιά αυτά μένουν στον καταυλισμό και, καθώς δεν έχουν τίποτα να κάνουν και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια δεν έχουν ακόμη εφευρεθεί, δεν έχουν άλλη λύση από το να σκέπτονται και ν' αφήνουν το νου τους ν' αλωνίζει λεύτερος. Περνούν λοιπόν το καιρό τους με σκέψεις, προσπαθούν ν' αποκρυπτογραφήσουν τον κόσμο, σκαρφίζονται ιστορίες κι εφευρίσκουν πράματα. Κατ' αυτό τον τρόπο γεννήθηκε ο πολιτισμός: επειδή κάποια παιδιά μ' ατέλειες δεν είχανε τίποτ' άλλο να κάνουν. Αν η φύση δε σακάτευε κανέναν, αν το καλούπι ήταν πάντα αψεγάδιαστο, η ανθρωπότητα θα είχε παραμείνει ένα είδος πρωτόγονων ανθρώπων, ευτυχισμένων, που δε θα σκέφτονταν διόλου τη πρόοδο και που θα ζούσαν μια χαρά χωρίς προζάκ, χωρίς καπότες , ούτε DVD με ψηφιακό Dolby σύστημα.

     Η περιέργεια, η επιθυμία να θέλεις να κατανοήσεις τη φύση και τους ανθρώπους, ν' ανακαλύψεις τις τέχνες, όλ' αυτά θα 'πρεπε ν' αποτελούν τη φυσική κλίση κάθε πνεύματος. Αν αυτό όμως γινόταν, έτσι καθώς έχει οργανωθεί στις μέρες μας η εργασία, ο κόσμος θα σταματούσε να γυρίζει, απλώς επειδή κάτι τέτοιο απαιτεί χρόνο κι αναπτύσσει το κριτικό πνεύμα. Κανείς δε θα δούλευε πια. Γι' αυτό το λόγο οι άνθρωποι έχουν συμπάθειες κι αντιπάθειες, πράγματα που τους ενδιαφέρουν κι άλλα που τους αφήνουν αδιάφορους. Διότι διαφορετικά, δε θα υπήρχε η κοινωνία. Όσοι ενδιαφέρονται για πάρα πολλά πράγματα, που ενδιαφέρονται μάλιστα για θέματα που δε θα τους ενδιέφεραν εκ πρώτης όψεως -και που θέλουν να κατανοήσουν τις αιτίες για τις οποίες αυτά δε τους ενδιέφεραν παλαιότερα-, πληρώνουν με το τίμημα μιας σχετικής μοναξιάς. Για να ξεφύγουν απ' αυτό τον οστρακισμό, χρειάζεται να προικιστούν με μια ευφυΐα που έχει μια λειτουργικότητα, που εξυπηρετεί μιαν επιστήμη ή ένα σκοπό, μία τέχνη, με απλά λόγια δηλαδή, μια ευφυΐα που να χρησιμεύει σε κάτι. Η υποτιθέμενη ευφυΐα μου, υπερβολικά ανεξάρτητη, δε χρησιμεύει σε τίποτα, εννοώ πως δε μπορεί κανείς να τη πάρει και να τη χρησιμοποιήσει προς όφελος ενός πανεπιστημίου, μιας εφημερίδας ή ενός δικηγορικού γραφείου.

     Με κατατρέχει η κατάρα της λογικής. Είμαι φτωχός, άγαμος κι απογοητευμένος. Μήνες τώρα αναλογίζομαι την ασθένεια που με κάνει να σκέφτομαι υπερβολικά κι έχω συμπεράνει με βεβαιότητα πως υπάρχει μια άμεση σχέση ανάμεσα στη δυστυχία μου και την ακράτεια της λογικής μου. Το να σκέφτομαι, να προσπαθώ να καταλάβω, δε μου απέφερε ποτέ τίποτα, αλλ' αντιθέτως στρεφόταν πάντα εναντίον μου. Η σκέψη δεν είναι μια φυσική λειτουργία, πληγώνει, σα να είναι φτιαγμένη από θραύσματα γυαλιού και μπερδεμένα μυτερά σύρματα. Δεν κατορθώνω να σταματήσω το μυαλό μου, να επιβραδύνω τους ρυθμούς του. Νιώθω σα μια ατμομηχανή, μια γηραιά ατμομηχανή που τρέχει πάνω στις ράγες και που δε θα μπορέσει ποτέ της να σταματήσει, επειδή τα καύσιμα που της παρέχουν την ιλιγγιώδη της δύναμη, το κάρβουνό της, είναι ο ίδιος ο κόσμος. Οτιδήποτε βλέπω, αισθάνομαι ή ακούω, χιμάει μέσα στο καμίνι του μυαλού μου, το φουλάρει και το βάζει να δουλεύει με πολλές στροφές. Το να προσπαθεί κανείς να καταλάβει, είναι κοινωνική αυτοκτονία, αυτό σημαίνει πως δε μπορείς πια να γευτείς τη ζωή χωρίς να νιώσεις, άθελά σου, τόσο σαν αρπακτικό όσο και σαν ανατόμος που διαμελίζει το αντικείμενο της μελέτης του. Πολύ συχνά, σκοτώνουμε αυτό που προσπαθούμε να καταλάβουμε, επειδή, όπως συμβαίνει και με τον μαθητευόμενο γιατρό, η πραγματική γνώση δε μπορεί ν' αποκτηθεί χωρίς ανατομή: έτσι ανακαλύπτουμε τις αρτηρίες και τη κυκλοφορία του αίματος, τη σύσταση του ανθρωπίνου σκελετού, τα νεύρα, τις εσωτερικές λειτουργίες του σώματος. Και κάποια τρομακτική νύχτα, βρισκόμαστε μέσα σε μια κρύπτη υγρή και σκοτεινή, με το νυστέρι στο χέρι, πασαλειμμένοι μ' αίματα, υποφέροντας μονίμως από ζαλάδες, μ' ένα ψυχρό και άμορφο πτώμα πάνω στο μεταλλικό τραπέζι. Μετά, μπορούμε πάντα να επιχειρήσουμε να γίνουμε Δόκτορες Φρανκενστάϊν και να τα συναρμολογήσουμε ολ' αυτά για να κατασκευάσουμε ένα ζωντανό ον, παίρνουμε όμως το ρίσκο να φτιάξουμε ένα φονικό τέρας. Έχω ζήσει πολύ μέσα στα νεκροτομεία. Σήμερα νιώθω τον κίνδυνο του κυνισμού να πλησιάζει, νιώθω πίκρα κι απέραντη θλίψη. Πολύ γρήγορα αποκτά κανείς ταλέντο στη δυστυχία. Δεν είναι δυνατό να συνεχίσεις να ζεις αν είσαι πλήρως συνειδητοποιημένος και σκεπτόμενος. Ας παρατηρήσουμε τη φύση άλλωστε. 'Ο,τι ζει για πολλά χρόνια κι ευτυχισμένο, δε χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη εξυπνάδα. Οι χελώνες ζουν εκατοντάδες χρόνια, το νερό είναι αθάνατο κι ο Μίλτον Φρίντμαν (Σ.Σ. Αμερικανός οικονομολόγος -1912- οικονομικός σύμβουλος του Νίξον και του Ρέηγκαν, που απέσπασε το βραβείο Νόμπελ οικονομίας το 1976) είναι ακόμα ζωντανός. Στη φύση, η συνειδητοποίηση αποτελεί την εξαίρεση. Μπορούμε μάλιστα να προϋποθέσουμε πως πρόκειται για ατύχημα, μιας κι η συνειδητοποίηση δε μας εγγυάται καμία ανωτερότητα, ούτε καμία ιδιαίτερη μακροβιότητα. Μέσα στα πλαίσια της εξέλιξης των ειδών, δεν αποτελεί δείγμα καλύτερης προσαρμογής. Οι πραγματικοί κυρίαρχοι τούτου του πλανήτη, σε σχέση με την ηλικία τους, τον αριθμό και το έδαφος που κατέχουν, είναι τα έντομα. Η κοινωνική οργάνωση των μυρμηγκιών, για παράδειγμα, είναι πολύ πιο αποτελεσματική απ' όσο πρόκειται  να 'ναι ποτέ η δική μας, έστω κι αν κανένα μυρμήγκι δεν έχει έδρα στη Σορβόννη.

     Όλος ο κόσμος έχει να πει κάτι για τις γυναίκες, τους άντρες, τους μπάτσους, τους δολοφόνους. Γενικεύουμε όλοι, βασιζόμενοι στις προσωπικές μας εμπειρίες, σ' αυτά που μας βολεύουν, σύμφωνα με τα όσα μπορούμε να κατανοήσουμε με τα πενιχρά μέσα των νευρικών κυττάρων μας κι ανάλογα με την οπτική γωνία των απόψεών μας. Είναι μια ευκολία που μας επιτρέπει να σκεφτούμε γρήγορα, να κρίνουμε και να λάβουμε θέση. Αυτό δεν έχει καμμιάν αξία, κατά βάση, απλά πρόκειται για σήματα, για μικρές σημαιούλες που κουνά ο καθένας από μας. Κι όλοι μας υπερασπιζόμαστε την αλήθεια των συμφερόντων μας, του φύλου μας και των αγαθών μας.

     Σε μια συζήτηση, οι γενικότητες προσφέρουν το πλεονέκτημα της απλότητας και της ρευστότητας των συλλογισμών, της εύκολης κατανόησής τους κι ως εκ τούτου έχουν τη μεγαλύτερη απήχηση στο ακροατήριο. Αν θέλουμε να μεταφράσουμε αυτή τη σκέψη σε μαθηματική γλώσσα, θα λέγαμε πως οι συζητήσεις που βασίζονται στις γενικότητες είναι οι προσθέσεις, οι απλές πράξεις, που επειδή ακριβώς είναι προφανείς, αποκτούν αξιοπιστία ως προς την ορθότητα τους. Ενώ μια σοβαρή συζήτηση θα έδινε μάλλον την εντύπωση μιας σειράς ανισώσεων με πολλαπλούς αγνώστους, ολοκληρώματα και ταχυδακτυλουργίες με πολύπλοκους αριθμούς.
     Ένας σοφός άνθρωπος, σε μια συζήτηση, θα έχει πάντοτε την εντύπωση πως απλουστεύει κι η μοναδική του επιθυμία θα είναι να μπορέσει να διαγράψει, να βάλει αστερίσκους σε ορισμένες λέξεις, να βάλει υποσημειώσεις στο κάτω μέρος του βιβλίου, έτσι ώστε να μπορέσει να πει πως εξέφρασε πράγματι τη σκέψη του. Όμως, σε μια κουβέντα που γίνεται στη γωνιά ενός διαδρόμου, σ' ένα δείπνο με πολύ κόσμο ή μέσα από τις σελίδες μιας εφημερίδας, κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο και δε τίθεται καν θέμα ακρίβειας, αντικειμενικότητας, αμεροληψίας κι εντιμότητας. Η αρετή είναι μια ρητορική αναπηρία, δεν είναι αποτελεσματική σε μια συζήτηση. Ορισμένα περίλαμπρα πνεύματα, αντιλαμβανόμενα τη κενότητα που απαιτεί κάθε συζήτηση, επέλεξαν να λειτουργήσουν πονηρά και να υποβάλλουν μάλλον τη πολυπλοκότητα χρησιμοποιώντας τη παραδοξολογία κι ένα αποστασιοποιημένο χιούμορ. Γιατί όχι; Στο κάτω-κάτω είναι κι αυτός ένας τρόπος επιβίωσης.
     ΟΙ άνθρωποι απλουστεύουν τον κόσμο χρησιμοποιώντας τη γλώσσα και τη σκέψη, έτσι λοιπόν αποκτούν βεβαιότητες. Και το να έχεις βεβαιότητες, είναι η πιο ισχυρή απόλαυση σε τούτο τον κόσμο, πολύ ισχυρότερη κι από το χρήμα, το σεξ και την εξουσία μαζί. Το ν' αποποιηθεί κανείς τη πραγματική ευφυΐα, είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει για τις βεβαιότητές του κι είναι πάντοτε το αόρατο έξοδο για τον τραπεζιτικό λογαριασμό της συνείδησης μας. Ως εκ τούτου, προτιμώ ακόμη εκείνους που δεν καλύπτονται κάτω από το περίβλημα της λογικής και που παραδέχονται πως το πιστεύω τους είναι αποτέλεσμα της φαντασίας. Όπως ας πούμε, ένα πιστό που παραδέχεται πως η πίστη του δεν είναι παρά μια πεποίθηση κι όχι μια προαγορά πάνω στην αλήθεια της πραγματικότητας.

     Υπάρχει μια κινέζικη παροιμία που λέει, πάνω-κάτω, πως ένα ψάρι ποτέ δε ξέρει πότε κατουράει. Αυτό ταιριάζει τέλεια στους διανοούμενους. Γιατί είναι πεπεισμένοι πως είναι κι έξυπνοι επειδή χρησιμοποιούν το μυαλό τους. Ο κτίστης χρησιμοποιεί τα χέρια του, αλλά έχει επίσης μυαλό που μπορεί να του υποδείξει πως "αυτός ο τοίχος δεν είναι ίσιος κι έπειτα, ξέχασες να βάλεις τσιμέντο ανάμεσα στους τσιμεντόλιθους". Υπάρχει μια ανταλλαγή ανάμεσα στη χειρωνακτική δουλειά και στη σκέψη του. Ο διανοούμενος που δουλεύει με τη σκέψη, δε βιώνει αυτή την ανταλλαγή, τα χέρια του δε ζωντανεύουν για να του πουν: "Ε φιλαράκο, λάθος κάνεις! Η γη είναι στρογγυλή". Λείπει από τον διανοούμενο τούτη η διαφοροποίηση, έτσι λοιπόν νομίζει πως είναι ικανός να έχει μια εμπεριστατωμένη άποψη για τα πάντα. Ο διανοούμενος είναι σα τον πιανίστα που επειδή χρησιμοποιεί τα χέρια του με δεξιοτεχνία, νομίζει πως διαθέτει εξίσου την ικανότητα για να γίνει εκ φύσεως χαρτοπαίκτης, μποξέρ, νευροχειρουργός και ζωγράφος.

     Προφανώς η εξυπνάδα δεν αφορά μονάχα τους διανοούμενους. Γενικά, όταν κάποιος ξεκινά λέγοντας: "Δεν είναι ότι θέλω να γίνω δημαγωγικός αλλά...", τότε πράγματι θέλει να γίνει δημαγωγικός. Έτσι λοιπόν, δε ξέρω πως ακριβώς να εκφράσω κάτι που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως συγκαταβατικότητα. Είμαι πεπεισμένος πως η ευφυΐα είναι μια αρετή, που τη μοιράζεται το σύνολο του πληθυσμού, δίχως κοινωνική διάκριση: βρίσκουμε το ίδιο ποσοστό ευφυών ανθρώπων τόσο ανάμεσα στους καθηγητές ιστορίας και τους ψαράδες της Βρετάνης, όσο κι ανάμεσα στους συγγραφείς και στις δακτυλογράφους... Αυτό το συμπεραίνω εκ πείρας, μιας κι έχω συναναστραφεί πολύ με brain-builders, με στοχαστές και με καθηγητές, με χαζούς διανοούμενους και με φυσιολογικούς ανθρώπους, ευφυείς δίχως πιστοποιητικό ευφυΐας, δίχως τη θεσμική αύρα. Δε μπορώ να πω τίποτε άλλο. Πρόκειται για κάτι που είναι ακόμη πιο αμφισβητήσιμο, μιας κι είναι αδύνατον να μελετηθεί επιστημονικά. Δε θεωρούμε πως κάποιος είναι ευφυής, εχέφρων, ανάλογα με τα διπλώματά του: δεν υπάρχει τεστ ευφυΐας που να φανερώνει αυτό που θα μπορούσαμε ν' αποκαλέσουμε ευθυκρισία. Μου ξανάρχεται κατά νουν αυτό που έλεγε ο Μάϊκλ Χερ, ο σεναριογράφος του "Full Metal Jacket", στο καταπληκτικό βιβλίο του Μισέλ Σιμάν, για τον Κιούμπρικ: "Η βλακεία των ανθρώπων δεν οφείλεται στην έλλειψη ευφυΐας τους, αλλά στην έλλειψη θάρρους τους".

     Κάτι που μπορούμε να παραδεχτούμε, είναι πως το να έρχεται κανείς συχνά σ' επαφή με τα μεγάλα έργα, το να χρησιμοποιεί το πνεύμα του, το να διαβάζει συγγράμματα μεγαλοφυών ανθρώπων, ίσως να μη τον κάνει απαραίτητα ευφυή, καθιστά όμως τον κίνδυνο αυτό, ακόμη περισσότερο. Υπάρχουν άνθρωποι φυσικά, που μπορεί να έχουν διαβάσει Φρόϋντ, Πλάτωνα, μπορεί να παίζουν στα δάχτυλα τα κουόρκ και να ξέρουν να ξεχωρίσουν ένα κυνηγετικό γεράκι από ένα τσιχλογέρακα, αλλά να είναι εντούτοις ανόητοι. Παρ' όλ' αυτά, δυνητικά, η ευφυΐα, ερχόμενη σ' επαφή με πολλαπλά ερεθίσματα κι αφήνοντας το πνεύμα όλο και πιο συχνά να βυθίζεται σε μιαν ατμόσφαιρα εμπλουτιστική, βρίσκει κατάλληλον έδαφος για ν' αναπτυχθεί, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αναπτύσσεται μια ασθένεια. Διότι η ευφυΐα είναι ασθένεια".



 αναδημοσίευση από  Περι...γραφής


_________________________________________

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου