Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

P.Pasolini - Orgia


Ερωτική Λογοτεχνία
Pasolini Pier-Paolo: Όργια - Orgia(Orgy)

ΘεατρικόΕπεισόδιο 8ο

(ένας 'Αντρας και μια Κοπέλα μπαίνουνε σ' ένα σαλόνι).

ΚΟΠΕΛΑ: Δικό σου είναι το σπίτι;
ΑΝΤΡΑΣ: Σ' αρέσει;
ΚΟΠΕΛΑ: Όμορφο είναι.
ΑΝΤΡΑΣ: Βγάλε τη καμπαρντίνα σου...
ΚΟΠΕΛΑ: Είσαι σίγουρος ότι δε θα 'ρθει κανείς;
ΑΝΤΡΑΣ: Σπίτι μου είναι.
ΚΟΠΕΛΑ: Και μένεις μόνος;
ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, τώρα μένω μόνος.
ΚΟΠΕΛΑ: Τώρα;
ΑΝΤΡΑΣ: Κάποτε μέναν εδώ η γυναίκα μου και τα παιδιά. Την άνοιξη φύγανε και δε ξαναγυρίσανε...
ΚΟΠΕΛΑ: Μπρρ, έπιασαν τα κρύα, από το πρωί συννέφιασε άσχημα...
ΑΝΤΡΑΣ: Η πρώτη φθινοπωρινή βροχή, όταν το καλοκαίρι δεν έχει τελειώσει ακόμα,
είναι η ωραιότερη στιγμή για να κάνεις έρωτα.
ΚΟΠΕΛΑ: Εμένα μου φαίνεται πάντα το ίδιο!

 ΑΝΤΡΑΣ: Λες ψέμματα, υποκρίτρια. Με τη συννεφιά σ' αρέσει πιο πολύ να μένεις σπίτι. Και να κλείνεις τα παράθυρα, για να φτιάξεις τη πρώτη θαλπωρή μες στο δωμάτιο. Μια θαλπωρή λησμονημένη, αλλά τόσο βαθιά γνώριμη: τη θαλπωρή άλλων καιρών! Νιώθεις τη νοσταλγία της φωτιάς κι η σάρκα σου, κάτω απ' το πρώτο μάλλινο, νιώθει αυτή τη καινούρια δροσιά, μες στη καρδιά ενός ουρανού ακόμα γαλήνιου.

ΚΟΠΕΛΑ: Πώς είναι τα παιδιά σου;
ΑΝΤΡΑΣ: Ο ένας είναι έξι χρονών, ο άλλος τεσσάρων. Δυο αγοράκια σοβαρά, σαν όλα τ' άλλα. Ώρες-ώρες μού φαίνονται μεγαλύτερα από μένα...
ΚΟΠΕΛΑ: Να βγάλω τη καμπαρντίνα μου;
ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, σου είπα... Ο μεγάλος είναι σκληρός, τα σκούρα μάτια του είναι γεμάτα αγάπη για τη μάνα του. Ο μικρός της έχει την ίδια αγάπη, αλλά τα μάτια του γελάνε, δεν τον νοιάζει τίποτα, είναι ανάλαφρος κι αστείος, σαν ζωάκι κι ο σεβασμός του για το μεγάλο αδερφό κρύβει έναν εύθυμο οίκτο...
ΚΟΠΕΛΑ: Καλά λες, είναι πολύ ωραία η δροσιά, όταν μέσα έχει ζεστούλα. Ναι, μου φαίνεται σαν να 'ναι πέρσι.
ΑΝΤΡΑΣ: Ή σα να 'ναι μετά από δέκα χρόνια... (αν ζεις ακόμα). Είναι μια μέρα
μελλοντική -σ' αρέσει;- στο τέλος ενός καλοκαιριού που δεν έχει έρθει ακόμα... Βλέπεις; Πόσο γρήγορα περνά ο καιρός, παρ' όλο που κυλά τόσον αργά!
ΚΟΠΕΛΑ: Μα γιατί είπες: αν ζω ακόμα;
ΑΝΤΡΑΣ: Γδύσου τώρα.
ΚΟΠΕΛΑ: Ξέρεις. ήμουν άρρωστη. Έκανα δυο χρόνια σανατόριο.
ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, αλλά γδύσου τώρα.
ΚΟΠΕΛΑ: Θες να με κοιτάς που ξεντύνομαι;
ΑΝΤΡΑΣ: Ναι.
ΚΟΠΕΛΑ: Πλάκα έχεις... (αρχίζει να γδύνεται).
ΑΝΤΡΑΣ: Το καλοκαίρι πέρασε, αλλά είσαι ακόμα μαυρισμένη...
ΚΟΠΕΛΑ: Δεν έχεις καθόλου μουσική;
ΑΝΤΡΑΣ: Όχι. Θα τα κάνουμε όλα μες στη σιωπή.
ΚΟΠΕΛΑ: Μα για ποιά με πέρασες;
ΑΝΤΡΑΣ: Γι' αυτό που είσαι, το κορίτσι της πρώτης καλοκαιρινής μέρας χωρίς ήλιο.
ΚΟΠΕΛΑ: Έτσι μάλιστα...
ΑΝΤΡΑΣ: Δε ντρέπεσαι να με κοιτάς στα μάτια;
ΚΟΠΕΛΑ: Όχι, γιατί;
ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί είσαι ολόγυμνη, σα ζώο σε λιβάδι.
ΚΟΠΕΛΑ: Τί κακό βλέμμα που 'χεις!
ΑΝΤΡΑΣ: Δε ντρέπεσαι ποτέ;
ΚΟΠΕΛΑ: Ντράπηκα λιγάκι την πρώτη φορά. Μετά ποτέ.
ΑΝΤΡΑΣ: Μα δε σκέφτεσαι τη κοιλιά σου;
ΚΟΠΕΛΑ: Ορίστε;
ΑΝΤΡΑΣ: Τη κοιλιά σου! Τη κοιλιά σου! Αυτό το μέρος του σώματος που όλοι το κρύβουνε, που δεν πρέπει να υπάρχει, που όλοι παριστάνουν ότι δεν το 'χουν ή τουλάχιστον ότι δεν το σκέφτονται, ότι έχουνε λευτερωθεί... Ακόμα κι ο πατέρας σου!
ΚΟΠΕΛΑ: Αστείος είσαι! Ποιός κάθεται να σκεφτεί τέτοια πράματα...
ΑΝΤΡΑΣ: Βρίσκεις φυσικό να 'χεις φύλο, αυτό το λείο όριο στο βάθος της κοιλιάς σου, που το γλείφει μια μαύρη πλημμυρίδα... Κι όμως, είναι αφύσικο... αφύσικο! Δε ξέρεις ότι είναι απαράδεκτο και σκανδαλώδες, η προσωπική μας περίπτωση να επιβεβαιώνει το γενικό κανόνα; Αυτό κάνεις με το να μου επιδεικνύεσαι γυμνή...
Για να σου δώσω να καταλάβεις... σκέψου δυο πατεράδες... ναι. δυο πατεράδες... δυο ενήλικους άντρες, χωρίς τίποτα πια από την ελαφράδα της νιότης, να στέκονται ο ένας απέναντι στον άλλο, σαν άταχτα παιδιά, με ανοιγμένα τα πανταλόνια και να κοιτάζονται...
ΚΟΠΕΛΑ: Α, α! Ω, ω! Μα τί πας και σκέφτεσαι;
ΑΝΤΡΑΣ: Έτσι είσαι κι εσύ με τη γυμνή κοιλιά σου...
ΚΟΠΕΛΑ: Εντάξει, εντάξει, κατάλαβα. Εσύ δε θα ξεντυθείς;
ΑΝΤΡΑΣ: Όχι, γιατί ξέρω πως είσαι βρώμικη και σ' αρέσει πιότερο ένας άντρας με λυμένο το πανταλόνι, παρά μες στη γύμνια της φύσης του, απλός όπως κι εσύ.
ΚΟΠΕΛΑ: Δεν πα' να κάνεις ό,τι θες...
ΑΝΤΡΑΣ: Σ' αρέσει να κάνεις κακό;
ΚΟΠΕΛΑ: Τί;
ΑΝΤΡΑΣ: Να κάνεις κακό.
ΚΟΠΕΛΑ: Στον άντρα;
ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, κατάλαβες τώρα;
ΚΟΠΕΛΑ: Τί να καταλάβω;
ΑΝΤΡΑΣ: Τί πά' να πει κακό; Δε σου κάνει κακό ένας άντρας όταν σε παίρνει με κλωτσιές και μπουνιές;
ΚΟΠΕΛΑ: Εμένα; Ας τολμήσει κανείς να σηκώσει χέρι πάνω μου! Καθάρισε!
ΑΝΤΡΑΣ: Κόρη φτωχών ανθρώπων... χαριτωμένη... σάρκα που αμύνεται παρ' όλη τη φτήνια της... Που πρέπει ν' αγωνιστεί, μασκαρεύοντας σε νίκες τις υποχωρήσεις της μπροστά στα συνεχή χτυπήματα...
ΚΟΠΕΛΑ: Το πρόσωπό σου έγινε πανί.. και μου φαίνεται ότι τρέμεις... Τί έχεις;
ΑΝΤΡΑΣ: Είμαι χλωμός; Τρέμω; Ίσως φταίει το φως... Εξ άλλου... είμαι λιγάκι άρρωστος. Αλλά μη σε νοιάζει. Λοιπόν, σ' αρέσει να κάνεις κακό;
ΚΟΠΕΛΑ: Ναι, αλλά πώς, πώς;
ΑΝΤΡΑΣ: Θα σου πω... Ποιός ήταν ο τελευταίος που πήγες μαζί του;
ΚΟΠΕΛΑ: Την περασμένη Κυριακή... Ήτανε, θυμάμαι, ένας νεαρός από τη Σικελία,
που κάνει στρατιωτικό εδώ στην Μπολόνια. Ήρθε ίσια απ' το σπίτι των γονιών του...
ΑΝΤΡΑΣ: Ήταν ωραίο παιδί; Μελαχρινός; Καστανός;
ΚΟΠΕΛΑ: Δε ξέρω... Θύμιζε ληστή.
ΑΝΤΡΑΣ: Λοιπόν... σκέψου ότι αυτόν το ληστή, που ετοιμάζεται να σου κάνει έρωτα, όπως το κάνει αυτός, σα μια μητέρα που σε σφίγγει στο στήθος της ή σαν ένας πατέρας που σε κλείνει σπίτι, με το μεγάλο σιτσιλιάνικο φύλο του -το δυνατό σαν κορμός και τρυφερό σα φρούτο- σκέψου ότι κάποιος δένει αυτόν το στρατιώτη και σου λέει: Κοίτα αυτή την ανίσχυρη δύναμη: ταπείνωσέ τη, πλήγωσέ τη, εκδικήσου τον για την απαίτησή του να γονιμοποιήσει... κάνε τον να κλάψει σα παιδί χωρίς σπέρμα...
(η Κοπέλα γελά). Αχ, η συναίσθησή σου είναι μικρή σαν το πεπρωμένο σου! (η Κοπέλα γελά). Είσαι μόνη μαζί του, είναι στα χέρια σου. Κατάλαβες; Κάνετε κάτι που δεν ανήκει πια στον κόσμο τούτο. Είναι έξω από κάθε όριο, είναι του πνεύματος. Ένας δυνατός νεαρός, που ετοιμάζεται να γίνει πατέρας και τριγυρνά στον κόσμο, με τα πόδια και το φύλο του, παράτολμος σαν ωραίος Δον Κιχώτης, σωριάζεται -και τα πάντα μπορούν να συμβούν! Τα πάντα, εκτός απ' όσα ανήκουνε σε τούτο δω τον κόσμο...
ΚΟΠΕΛΑ: Δε σε καταλαβαίνω...
ΑΝΤΡΑΣ: Βρίσκεσαι μόνη μαζί του! Μόνη! Μόνη!
ΚΟΠΕΛΑ: Εννοείται...
ΑΝΤΡΑΣ: Εντάξει, πάρε εμάς τους δυο... Τί γαλήνη! Είναι η πρώτη βραδιά! Ο κόσμος δε ξέρει τίποτα, είναι φτιαγμένος από ανθρώπους που γυρνούν απ' τις δουλειές τους
κι από ένα ποτάμι αυτοκινήτων -ακούς;- που κυλά μες στο φως σα μια ανάσα. Ο άνθρωπος που ετοιμάζεται να κάνει έρωτα -εγώ- μπρος σ' ένα μνημείο από σάρκα γεμάτη φρέσκο αίμα -εσένα- τρέμει, χτυπάνε τα δόντια του. Βρίσκεται σ' έκσταση.
Αυτό που ήταν ιερό στα παιδικά του χρόνια, όταν ήταν γιος, μόλις πραγματοποιηθεί, τον κάνει αθάνατο. Μάθε ότι όλ' αυτά επιστρέφουν κι επαναλαμβάνονται. Κάθε νέα στύση τα προϋποθέτει. Δεν αρκεί η πρώτη φορά, γιατί δεν τη θυμάσαι.  Σ' αυτή την επανάληψη αναζητούμε έν εναρκτήριο γεγονός. Κι η αναζήτηση δε σταματά ποτέ, γιατί κάθε φορά το ξεχνάμε. Μες απ' την επανάληψη ξαναζούμε ένα και μοναδικό πράγμα. Μαζί με το θύμα σου -που περιμένει την πραγματοποίηση του ονείρου- περιμένεις τη πραγματοποίηση μιας πραγματικότητας που καταστρέφει κάθε άλλη.
ΚΑΘΕ ΘΕΟΣ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ.

Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα,μες στη σιωπηλή πλατεία μιας μικρής πόλης ή ενός χωριού
ανάμεσα στα βουνά και τη θάλασσα,μια μέρα γαλήνης, που έμεινε ίδια από το 1600 ή το 1800
κι εκεί μου εμφανίστηκε ο Θεός.
Κι έπειτα χάθηκε αμέσως.
Κάθε νέα στύση, με την αγωνία
ή τη ντροπή της στύσης,
ζητά την επανάληψη του πράγματος,
την επιστροφή του Θεού. (αρπάζει τη γυναίκα και της δένει τα χέρια).

ΚΟΠΕΛΑ: Βοήθεια, τί κάνεις; Βοήθεια!
ΑΝΤΡΑΣ: Σκάσε, ηλίθια, αλλιώς θα σε σκοτώσω.
ΚΟΠΕΛΑ: Βοήθεια, μανούλα μου, λυπήσου με, άσε με!
ΑΝΤΡΑΣ: Δε θα σου κάνω κακό... ίσως. Ίσως να μου 'ναι αρκετός ο φόβος σου, ο αληθινός φόβος, που γράφεται κύματα-κύματα στα μούτρα σου, κρυμμένος πίσω απ' τη ντροπή... κι από τη σκέψη ότι, αν φανερωθεί, θα 'ναι χειρότερα... Βλέπεις; Βλέπεις ότι καμιά άλλη πραγματικότητα δε μετρά; Είναι μια έκσταση όπου ο κόσμος χάνεται κι αρχίζει να εμφανίζεται πάλι ο Θεός.
ΚΟΠΕΛΑ: Ναι. αλλά πάμε τώρα, είναι αργά, πρέπει να γυρίσω σπίτι!
ΑΝΤΡΑΣ: Προηγουμένως σου είπα ότι η γυναίκα και τα παιδιά μου φύγανε το Πάσχα. Είναι ψέμμα. Τους σκότωσα. Έπρεπε να σκοτώσω μόνο κείνη, αλλά ήτανε πιο ωραίο να τους σκοτώσω όλους. Έπειτα τους πήρα και τους πέταξα στο ποτάμι.
ΚΟΠΕΛΑ: Δεν είναι αλήθεια! Δε σε πιστεύω! Σε παρακαλώ, λύσε μου τα χέρια!
ΑΝΤΡΑΣ: Ξέρεις ότι δε μ' ενδιαφέρει διόλου ο θάνατός σου; Γιατί δεν υπάρχει τίποτ' άλλο εκτός από το θάνατο -και τη θέλησή μου. Ξέρεις ότι μπορεί να μη ξαναγυρίσεις σπίτι σου;  Να μη ξαναδείς τη μάνα σου;
ΚΟΠΕΛΑ: Τί είναι αυτά που λες; Αχ, Θεέ μου...
ΑΝΤΡΑΣ: Θα μείνεις εδώ, στα χέρια μου, γιατί είσαι μια μικρούλα με τα χέρια κοκκινισμένα απ' τη δουλειά και μια πρώτη ανάλαφρη ρυτίδα στο μέτωπο... Είσαι μια μικρούλα σαν αγοράκι, παράτολμη κι εύπιστη σαν αρσενικό. Τη σχισμή στο βάθος της κοιλιάς σου τη δίνεις στον άντρα σαν σε φίλο, ε; Έτσι θα μάθεις να δείχνεις τόση εμπιστοσύνη στη φιλία!
ΚΟΠΕΛΑ: Μιλάς σαν τρελός, Θεέ μου, άσε με να φύγω...
ΑΝΤΡΑΣ: Θα σε γαμήσω εκατό φορές και θα κρατιέμαι... Και θα σε πάρω με μπουνιές και κλωτσιές, σα μεθύστακας σύζυγος...
ΚΟΠΕΛΑ: Φτάνει φτάνει, μαμά, μανούλα μου!
ΑΝΤΡΑΣ: Θα σε πιάσω στις μπουνιές και στις κλωτσιές, γιατί έτσι αξίζει να τιμωρηθεί η αθωότητά σου! Και πνίγομαι από τη λαχτάρα να χαθώ και να τελειώνω μια για πάντα. (αρχίζει να τη χτυπά).
ΚΟΠΕΛΑ: Αχ, όχι! Μη στη πλάτη!
ΑΝΤΡΑΣ: Θα σε χτυπάω όπου θέλω... (συνεχίζει να τη χτυπά).
ΚΟΠΕΛΑ: Σε παρακαλώ, μη στη πλάτη! Ήμουνα στο σανατόριο ! Στο 'πα, στο 'πα!
ΑΝΤΡΑΣ: Αααααχ, το ξέρω: και να 'ξερες πόσο χάρηκα! Ήσουνα στο σανατόριο, κει που παν' οι άποροι... Σαν το σκυλί, ψωρόσκυλο, που μου ήρθες με το πουτανίστικο φουστανάκι σου... να με συγκινήσεις... γεμάτη υγεία, κακομοίρα κι ας είχες τα πνευμόνια σου τρύπια... Είσαι φτωχή κι η ζωή σε χτυπά, έτσι δεν είναι; Κι εγώ κάνω ό,τι κι η ζωή. Φώναξε, αν θες, τώρα, γιατί μετά θα σκάσεις, γιατί αύριο το πρωί -αν δε σε σκοτώσω- θα συμβιβαστείς και θα ξαναπάρεις τους δρόμους σα να μην έγινε τίποτα! Τί σημαντική που είναι η επιβίωση, αγία, αγαπημένη μου πουτάνα! Θα διηγείσαι αυτή την ιστορία, θριαμβεύτρια κι ύστερα θα βρεις κάποιον άλλο, γιατί η ζωή σε βαρά από δω κι από κει κι εσύ προχωρείς ηρωικά, έτσι δεν είναι;
ΚΟΠΕΛΑ: Ναι. ναι, έτσι είναι. 'Ασε με τώρα να φύγω!
ΑΝΤΡΑΣ: Ούτε να σου περνά απ' το μυαλό! (ξαναρχίζει να τη χτυπά. κείνη ουρλιάζει). Κι όταν θα σωριαστείς κάτω, χτυπημένη σα μοσχάρι, ίσως να ξεκουμπωθώ και παρόλο που ξέρω ότι το κάτουρό μου δεν έχει καμία αθωότητα ή ζωική δροσιά, θα το αδειάσω πάνω σου, κατάλαβες; Πάνω σ' αυτά τα μάτια μιας ηλίθιας ανίδεης, πάνω σ' αυτά τα στήθη με την ιερή ξετσιπωσιά! (ξαναρχίζει να χτυπά. κείνη ουρλιάζει). Ε! νόμιζες ότι αστειευόμουν; Νόμιζες ότι δεν ήθελα ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ...
(ξαφνικά σταματά να τη χτυπά και τρικλίζει). Αχ. δε νιώθω καλά... Το μέτωπό μου είναι ιδρωμένο και τρέμω... όπως όταν πραγματικά... είμαι χάλια... Βοήθησε με, Θεέ μου! (κάνει εμετό). Έπρεπε να συμβεί. Κάτι με τραβά κάτω. Μια κάψα στο κεφάλι, Θεέ μου, μου 'ρχεται να λιποθυμήσω... Αν αυτός είναι ο θάνατος... θα του αφεθώ... δε θα σκέφτομαι τίποτα...
(λιποθυμά πάνω στα ξερατά του. η Κοπέλα καταφέρνει να λύσει τα χέρια της, φορά μόνο τα παπούτσια της και το πανωφόρι πάνω στο γυμνό κορμί της και φεύγει τρέχοντας).

αναδημοσίευση από Περί..γραφής

_________________________________________
___________________



__________________________

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου