Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Η Θυσία του Αβραάμ (δράμα)



The Sacrifice of Abraham (1635) by Rembrandt Harmensz van Rijn

Η Θυσία του Αβραάμ είναι ένα θρησκευτικό δράμα του 17ου αιωνα. που γράφτηκε στην Κρήτη από άγνωστο συγγραφέα. Από αρκετούς μελετητές έχει αποδοθεί στον Βιτσέντζο Κορνάρο εξαιτίας πολλών λεκτικών ομοιοτήτων ανάμεσα σε αυτό και τον Ερωτόκριτο. 

Δομή και υπόθεση 

Το έργο αποτελείται από 1144 ομοιοκατάληκτους στίχους. Δεν ακολουθεί την παραδοσιακή θεατρική δόμηση σε πρόλογο, σκηνές και πράξεις και χορικά, αλλά παραδίδεται ένα ενιαίο κείμενο. Η υπόθεση του έργου είναι το γνωστό επεισόδιο της Παλαιάς Διαθήκης: ο Θεός προστάζει τον Αβραάμ να θυσιάσει τον γιο του Ισαάκ. (Γένεση κεφ. 22) Ο πιστός Αβραάμ έπειτα από έντονη ψυχική δοκιμασία αποφασίζει να υπακούσει. Με μεγάλη προσπάθεια πείθει τη Σάρρα να αποδεχθεί την εντολή και προετοιμάζει τον Ισαάκ για το ταξίδι με πρόσχημα ότι θα θυσιάσουν ένα αρνί. Όταν φτάνουν στο βουνό όπου θα γίνει η θυσία, ο Αβραάμ ανακοινώνει στον Ισαάκ τον πραγματικό σκοπό του ταξιδιού τους και ο Ισαάκ προσπαθεί να τον μεταπείσει, αλλά τελικά υποκύπτει. Τη στιγμή που ο Αβραάμ ετοιμάζεται να τελέσει τη θυσία, εμφανίζεται ο άγγελος που λυτρώνει τον Ισαάκ και τον αντικαθιστά με ένα αρνί. Το έργο τελειώνει με την επιστροφή του Αβραάμ και του Ισαάκ και την προσευχή του Αβραάμ που υμνεί την παντοδυναμία του Θεού. 

Χαρακτήρας 

Ειδολογικά η Θυσία του Αβραάμ ανήκει στα βιβλικά δράματα. Δεν πρόκειται για μυστήριο, όπως υποστηριζόταν παλαιότερα. Το συγκεκριμένο επεισόδιο της Παλαιάς Διαθήκης ήταν δημοφιλές και είχε χρησιμοποιηθεί ευρύτατα στη Δύση τόσο στα μυστήρια όσο και στα βιβλικά δράματα. Σε ένα από αυτά τα έργα, το Lo Isach του Luigi Grotto, βασίζεται και η Θυσία του Αβραάμ. Όπως όμως συμβαίνει και με τα άλλα έργα της κρητικής λογοτεχνίας, η Θυσία δεν είναι απλή μετάφραση ή μίμηση. Ο ανώνυμος συγγραφέας έχει μείνει πιστός στην πλοκή του έργου του Grotto, αλλά σε κάποια σημεία έχει εισαγάγει σκηνές στη μέση περίπου του έργου, που περιορίζουν κάποιες δραματουργικές αδυναμίες του προτύπου και έχει δώσει έμφαση στην ανάλυση των χαρακτήρων και την απόδοση του εσωτερικού κόσμου τους. Σε αντίθεση με το πρότυπο και τις καθιερωμένες δραματικές συμβάσεις της εποχής, έχει καταργήσει τον πρόλογο και τα χορικά, ενώ από όλες τις μαρτυρίες της χειρόγραφης και έντυπης παράδοσης απουσιάζει η διαίρεση σε πράξεις και σκηνές. Απουσιάζει και η καθιερωμένη ενότητα χώρου και χρόνου, η οποία όμως δεν υπάρχει ούτε στο πρότυπο. Στην διάπλαση του χαρακτήρα και του ψυχικού κόσμου των προσώπων ο συγγραφέας διαφοροποιείται και από το πρότυπο, και από τις καθιερωμένες απεικονίσεις των άλλων αντίστοιχων έργων. 

Το πρόβλημα του συγγραφέα 

Ο πρώτος που διατύπωσε την υπόθεση ότι ο Βιτσέντζος Κορνάρος ήταν ο συγγραφέας της Θυσίας του Αβραάμ ήταν ο Στ. Ξανθουδίδης το 1915 και η πρόταση έγινε δεκτή έκτοτε από τους περισσότερους φιλολόγους. Οι μελετητές στηρίζονται σε ομοιότητες υφολογικές και στιχουργικές και παράλληλα χωρία μεταξύ των δύο έργων. Πρόβλημα παραμένει ωστόσο η χρονολόγηση του έργου σε σχέση με τον Ερωτόκριτο: υποστηρίζονται και οι δύο απόψεις, ότι είναι δηλαδή προγενέστερο το δράμα, και μάλιστα νεανικό έργο, ή ότι είναι μεταγενέστερο. Αν αξιολογήσει κανείς πάντως τις γλωσσικές μαρτυρίες, συμπεραίνει ότι γλωσσικά η Θυσία φαίνεται προγενέστερη του Ερωτόκριτου. Για τον χρόνο συγγραφής η μόνη ασφαλής ένδειξη που υπάρχει είναι ότι γράφτηκε πριν από το 1635, χρονολογία που σημειώνεται στο χειρόγραφο του έργου και μπορεί να είναι χρονολογία συγγραφής του έργου ή αντιγραφής του χειρογράφου. Η πρώτη περίπτωση βέβαια δεν μπορεί να ισχύει αν το έργο είναι του Κορνάρου, εκτός αν αποδειχθεί λανθασμένη η ταύτισή του με τον Βιτσέντζο Κορνάρο που πέθανε το 1613/4. Σίγουρο όμως είναι ότι γράφτηκε μετά το 1586, έτος πρώτης έκδοσης του ιταλικού προτύπου της. 

Διάδοση 

Υπάρχουν πολλοί μάρτυρες για την παράδοση του κειμένου, έντυποι και χειρόγραφοι. Κύριες πηγές είναι δύο, η πρώτη σωζόμενη έντυπη έκδοση του 1713 (Βενετία) και ένα χειρόγραφο γραμμένο σε λατινικούς χαρακτήρες (ο Νανιανός κώδικας Marc. gr. XI.19 (1394) της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας, που περιέχει και άλλα κρητικά θεατρικά έργα). Η παλαιότερη μαρτυρημένη έκδοση είναι του 1696, η οποία όμως δεν σώζεται. Κανένας από τους δύο βασικούς μάρτυρες δεν παρέχει αξιόπιστο κείμενο: όπως συνέβαινε με τα περισσότερα έργα της εποχής, έχει υποστεί αλλαγές που αλλοίωσαν τον χαρακτήρα του. Στο χειρόγραφο έχει υποστεί μετατροπές που καθιστούν το κείμενο περισσότερο αφηγηματικό και λιγότερο δραματικό, ενώ στις εκδόσεις έγιναν παρεμβάσεις στον διαλεκτικό χαρακτήρα του, με σκοπό το κείμενο να καταστεί περισσότερο κατανοητό στο ευρύ κοινό. 

Το έργο ήταν δημοφιλές λαϊκό ανάγνωσμα και ως «ιστορία ψυχωφελεστάτη» έκανε 37 εκδόσεις μέχρι το 1874. Παραδίδεται επίσης άλλο ένα χειρόγραφο (χειρόγραφο Κολλυβά) που αποτελεί αντίγραφο μιας από τις εκδόσεις. Πέρα από τον ελληνικό χώρο, μεταφράστηκε το 1783 στην τουρκική γλώσσα με καραμανλήδεια γραφή. Το κείμενο αυτό βασίζεται στη χαμένη σήμερα έκδοση του 1696 και τυπώθηκε άλλες δύο φορές, το 1800 και το 1844. Υπάρχουν άλλες δύο μεταφράσεις στην τουρκική γλώσσα, του 19ου αι, καθώς και μία μετάφραση στην σερβική γλώσσα και μία τουρκική με αρμένικους χαρακτήρες, επίσης του 19ου αι. Το κείμενο αγαπήθηκε πολύ από το λαό και πολλοί στίχοι του χρησιμοποιούνταν ως παροιμίες ή ως υλικό σε τραγούδια. Δεν υπάρχουν βέβαια μαρτυρίες για παράστασή του στην Κρήτη, είναι όμως βέβαιο ότι είχε παρουσιαστεί στα Επτάνησα, στις λεγόμενες «Ομιλίες», δηλαδή παραστάσεις κρητικών θεατρικών έργων, συνήθως σε διασκευές. Αντιθέτως η απήχησή του στους λόγιους κύκλους δεν ήταν μεγάλη. 

Πηγές 
        Wim F. Bakker- Arnold F. van Gemert, «Εισαγωγή» στο: Η θυσία του Αβραάμ. Κριτική
έκδοση, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1996 
        Wim Bakker, «Θρησκευτικό δράμα», Κοινωνία και λογοτεχνία στην Κρήτη της Αναγέννησης, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1997
από Βικιπαιδεία


___________________________
~.~



ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ

Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ

 


ΑΒΡΑΑΜ

Η ευκή τσ' ευκής μου,τέκνο μου,εις τα στρατέματά σου,
στο σφάμα σου,στο κάημα σου,στ' απομισέματά σου,             850
Τον ορισμό τ' Αφέντη μας τελειώνομε κι οι δυό μας,
κι εκείνος να ν' βοήθεια μας στον αποχωρισμό μας.

Και σπούδαξε,στη χάριν του κάμε την προσευκή σου
και σύγκλινε την κεφαλή μ' όλη την όρεξή σου,
Μη λυπηθείς τη νιότη σου και τη ζωή την χάνεις'
χαρά σ' εσέ,παιδάκι μου,απείτις αποθάνεις
χαρά σ' εσέ,χαρά σ' εσέ,απείτις ξεψυχήσεις'
μεγάλα πλούτη και χαρές πας να κληρονομήσεις.
Σαν σώσεις εις τους ουρανούς,ν' ανοίξουσι την θύρα,
να πας μ' όλη την μαρτυριά ομπρός εις του Σωτήρα'                 860
το αίμα σου ν' ανασταθεί ομπρός στο πρόσωπόν του,
να προσκυνάς καθημερνό τον τόπο των ποδιών του,
εκεί όπου οι άγγελοι χαίρονται και αγαλλιούσι,
τιμούσι και δοξάζουσι και στέκοντας πετούσι,
Να μπόρουν να ξεψύχουνα όνταν εβγαίν' η ψη σου,
και να 'ρθα ν' ανεπάηκα εις την ανάπαψή σου!
Ας ήτον ορισμός Θεού να με 'θελε κι εμένα,
εδά να μπήκα στη φωτίά να καίγουμου με σένα'
μα μοναχό σ' εζήτηξεν η χάρη του η μεγάλη
ομπρός του να θυσιαστείς και να γενείς αθάλη.                        870
Κάμε,παιδί μου,μην αργείς,κάμε την προσευκή σου,
την κεφαλή σου κλίνε την εις την ανάπαψή σου,

ΙΣΑΑΚ

Και πού με κράζεις,κύρη μου,να 'ρθω να γονατίσω;
'ς ποιο γάμι,'ς ποια ξεφάντωση,και λες μου μην αργήσω;

          Γονατίζει και προσεύχεται.

Αόρατε,λυπήσου με,άναρχε,πόνεσέ με,                                    875
και πολυέλεε Θεέ,τώρα ελευθέρωσέ με΄
σπλαχνίσου τους γονέους μου εδά στα γερατειά τως,
δώσ' μου ζωή να τως βοηθώ εις την ανημπορία τως.
Μ' ανέν και σαν αμαρτωλοί δε μάσε πρέπει χάρη,
πέψε τση φύσης θάνατο σήμερο να με πάρει'                            880
να μου σφαλίσ' ο κύρης μου τα μάτια και το στόμα,
να κάμει λάκκο του κορμιού,να το σκεπάσει χώμα'
να μη γρικήσω το σπαθί να κόψει το λαιμό μου,
μη δω τρομάρα φοβερή κι άγρια στο θάνατό μου.
Γονή,απέις μεταθεμός δεν είν' κι ελεημοσύνη,                           885
απείτις έτσι ' όρισεν εκείνος οπού κρίνει,
μια χάρη μόνο σου ζητώ στον απομισεμό μου,
να μη θελήσεις άπονα να κόψεις το λαιμό μου'
μα σφάξε με κανακισιά,συργουλιστά κι αγάλια,
για θωρείς τα δάκρυα μου,ν' ακούς τα παρακάλια                     890
να σε θωρώ,να με θωρείς,να δω ανέ λακταρίζεις
και το φτωχό τον Ισαάκ για τέκνο α γνωρίζεις.
Και σαν ταράξω να με δεις σαν πρόβατον ομπρός σου,
απάλυνε την όρεξη και πάψε το θυμό σου'
και μη θελήσεις άποινα κι άλλο κακό να πάθω,                          895
μηδέ με βάλεις στη φωτιά,μηδέ με κάμεις άθο.
Ωσάν με σφάξεις,μην καγώ,μην κάμεις τέτοια κρίση,
μην το γρικήσ' η μάνα μου και κακοθανατίσει'
Το σφάμα και το σκοτωμό πούρι βαστάξει θέλει,
μα της φωτιάς η μάχαιρα νεκρώνει της τα μέλη.                         900
Μάνα μου,και να πρόβαινες,να μ' έβλεπες δεμένο
και να σου σύρω τη φωνή και να σου πω "αποθαίνω"!
Συμπάθιο να σου ζήτουνα,να σ' αποχαιρετήσω,
και να σε σφικταγκαλιαστώ, να σε γλυκοφιλήσω.
Μάνα μου,μπλιο δεν έρχεσαι στο στρώμα να με ντύσεις,             905
να με ξυπνήσεις σπλαχνικά και να με κανακίσεις.
Μισεύγω σου και χάνεις με σα χιόνι όντας λύσει,
και σαν όντας κρατείς κερί κι άνεμος σου το σβήσει.
Εκείνος οπού τ' όρισε να 'ναι παρηγοριά σου,
και πέτρα της αποονής να κάμει την καρδιά σου.                        910
Γονή μου,ανέν κιαμιά φορά σου 'φταιξα σαν κοπέλι,
συμπάθσε του Ισαάκ,και να μισέψει θέλει'
και φίλησέ με σπλαχνικά και δώσ' μου την ευκή σου
Πως να το κάμ' η χέρα σου να κόψει το λαιμό μου                        915
και πως να τόνε δυναστείς τον αποχωρισμό μου;
Τη χάρη οπού σου ζήτηξα σήμερο κάμε μου τη,
επάκουσε του Ισαάκ σκιάς την βολάν ετούτη.
Ανάδια μου,να σε θωρώ,έβγαλε το μαχαίρι
και σίμωσέ μου το κοντά να σε φιλώ στο χέρι.                             920
Κύρη,μη σφίγγεις το σκοινί,άσ' το αχαμνό δαμάκι,
και μη με βιάζεις κι άσι με ' ν' ακροσταθώ λιγάκι.
Εκείν' η χέρα,οπού πολλά με 'χε κανακεμένο,
τα μου τα κάνει σήμερο δε με 'χε μαθημένο.
Για να θυμάσ' ό,τι σου πω,γλυκύ φιλί σου δίδω'                           925
σήμερο τη μητέρα μου εσέ την παραδίδω,
Μίλειε τση,παρηγοριά την,κι άς είστε πάντ' αμάδι,
και πε τση πως ολόχαρος πάω να βρω τον Άδη.
Ό,τι εδικό μου βρίσκεται στη μέση του σπιτιού μας
δώστε τα του Ελισεέκ,του γειτονόπουλού μας,                              930
τα ρούχα μου και τα χαρτιά,άγραφα και γραμμένα,
και το σεπέτι το μικρό,που τα'χω φυλαμένα'
γιατ' είναι συνομήλικος και συνανάθροφός μου,
φίλο καλό και σπλαχνικό τον ηύρα στο σκολειό μου.
Και κάμε να το δυναστείς,κάμε να το βαστάξεις,                            935
εις το ποδάρι του παιδιού τον Ελισεέκ να τάξεις.
Άλλο δεν έχω να σου πω και να σου παραγγείλω,
μόνο πως αποχαιρετώ πάσα ειδικό και φίλο.
Κύρη μου,ομού μ' έσπειρες,και πως δε με λυπάσαι;
Ω πλάστη μου,βοήθα μου! Μάνα μου,και πού να ΄σαι;                    940

ΑΒΡΑΑΜ

Μηδέ φωνάζεις ,τέκνο μου,κι εμένα θανατώνεις,
μ' ας είσ' απομονετικός,τον πόνο σου να χώνεις.
Χαμήλωσε τα μάτια σου,χάμαι στη γης συντήρα,
να κάμομε το θέλημα τ' Αφέντη και Σωτήρα.
Κλίνε το κεφαλάκι σου λιγάκι,καλογιέ μου,
μη με θωρείς και κάμνυσε.Να τη θυσία ,Θεέ μου!

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ

Ω Αβράμ,τη μάχαιρα γιάγειρε στο φηκάρι'
...


Εξώφυλλο της έκδοσης της
Θυσίας του Αβραάμ του 1713

___________________________________________
 ~~~~~~~~~.~~~~~~~~
~.~



2 σχόλια:

  1. Βιογραφικό

    Η οικογένειά του ήταν πολύ πλούσια. Ήταν ο μικρότερος από τους 5 γιούς του Βενετοκρήτου Ιακώβου Κορνάρου και της Ζαμπέτας Ντεμέτζο. Για την οικογένεια των Κορνάρων έχει πλέον αποδειχθεί πως επρόκειτο για εξελληνισμένη αρχοντική βενετσιάνικη οικογένεια, που ρίζες της μπορούμε ν' ανιχνεύσουμε τουλάχιστον ως τις αρχές του 15ου αιώνα. Για την οικογένεια της μητέρας του, δεν έχουμε πολλές γενεαλογικές πληροφορίες, αλλά πρέπει να προερχόταν από πλούσια οικογένεια.
    Γεννήθηκε 26 Μαρτη 1553 στο χωριό Τραπεζούντα κοντά στη Σητεία. Κατάγεται από τους ευγενείς Κορνάρους της Σητείας. Έμεινε ως το 1590 περίπου, στη γενέτειρα με τους γονείς και τους 4 αδελφούς του, ζώντας πλουσιοπάροχα χάρη στη τεράστια οικογενειακή περιουσία. Η χρονολογία του γάμου του με τη Μαριέτα Zένο, είναι άγνωστη και το μόνο που ξέρουμε είναι πως αυτός ο γάμος έγινε στον Χάνδακα. Η γυναίκα του ήταν από παλιά οικογένεια με μεγάλη κτηματική περιουσία. Απ' αυτήν απέκτησε 2 κόρες, τη Κατερούτσα και την Ελένετα (Κατερίνα & Ελένη).
    Μετά τον γάμο και τη μόνιμη πια εγκατάστασή του στη πόλη που γεννήθηκε, έζησε μαζί με τα παιδιά του και τη γυναίκα του. Από το 1591 ανέλαβε διάφορα διοικητικά λειτουργήματα κι αξιώματα, ενώ κατά τη διάρκεια της πανούκλας των ετών 1591-3 ανέλαβε καθήκοντα υγειονομικού επόπτη. Για κάποιο διάστημα (1598-1600) επιστρέφει στον Χάνδακα, όπου και πεθαίνει το 1613 ή 1614. Υπάρχουν φήμες ότι εγκαταστάθηκε στον Χάνδακα κοντά στους δυο αδερφούς του, τον Ιωάννη Φραγκίσκο και τον Αντρέα.
    Τέλος, πέθανε στον Χάνδακα μετά τις 12 Αυγούστου 1613 και θάφτηκε στο μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου. Η αιτία του θανάτου του είναι άγνωστη αλλά αν υπολογίσουμε ότι έζησε 35 χρόνια στη Σητεία, θα πρέπει να πέθανε γύρω στα 60 του χρόνια.
    Ήταν άνθρωπος προφανώς με μεγάλο λογοτεχνικό ταλέντο, με μεγάλη μόρφωση και φιλολογικά ενδιαφέροντα. Hταν μέλος ενός λογοτεχνικού συλλόγου, της Ακαδημίας Των Παράξενων, που είχε ιδρύσει ο συγγραφέας αδελφός του Ανδρέας. Το 1611 κληρονομεί από τον Ανδρέα, βάσει διαθήκης, σημαντικό αριθμό βιβλίων.
    Ο "Ερωτόκριτος" πρωτοτυπώθηκε το 1713 κι από τότε γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις κι αγαπήθηκε τόσο ώστε σήμερα ακόμη να τραγουδιέται. Αποτελεί το κορυφαίο σημείο της νεοελληνικής λογοτεχνίας ως τον 18ο αιώνα κι εφεξής αποτελεί σημείο αναφοράς και πηγή λογοτεχνικής έμπνευσης και λογοτεχνικού ήθους. Πρόκειται γι' αφηγηματικό ποίημα ή έμμετρο μυθιστόρημα, όπως το χαρακτηρίζει ο Πολίτης, που εκτείνεται σε 10.010 στίχους και διακρίνεται σε 5 ενότητες.
    Η υπόθεση αντλείται από ένα γαλλικό ιπποτικό μυθιστόρημα του μεσαίωνα του Pierre de la Cypede, με τίτλο "Paris Εt Vienne", σύμφωνα με τη ταύτιση που πρώτος πραγματοποίησε ο Ν. Cartojian. Ο ποιητής, με άφατη ποιητική ωριμότητα και σοφία, αφαιρεί όλα τα μεσαιωνικά στοιχεία από το πρότυπο του και το εμπλουτίζει με στοιχεία της εποχής, γνωμικά, πρόσωπα και χαρακτήρες οικείους. Το ποίημα περιγράφει τον έρωτα της πριγκήπισσας Αρετούσας και του ψυχογιού του βασιλιά, Ερωτόκριτου, έναν έρωτα κοινωνικά απαγορευμένο. Ο βασιλιάς ανακαλύπτει το ρομάντζο και διώχνει τον Ερωτόκριτο, ο οποίος αγνώριστος με τη βοήθεια ενός μαγικού φίλτρου σπεύδει να βοηθήσει το βασιλιά σε κάποιο δύσκολο πόλεμο κι έτσι κερδίζει τη καλή του. Η αφηγηματική ικανότητα του Κορνάρου καθιστά ενδιαφέρον όλο το έργο και δεν επιτρέπει κοιλιές στην αφήγηση, ούτε λογικά κενά, ούτε καν σημεία με μικρότερη αξία. Ζωντανεύει το λόγο με θεατρικούς διάλογους και ζωντανεύει όλο το έργο με τη δημοτική, άψογα λογοτεχνικά καλλιεργημένη. Ο διάχυτος λυρισμός δε φτάνει ποτέ στην υπερβολή κι η γλωσσική σιγουριά ποτέ στη σοφιστεία ή στη μεγαλορημοσύνη.
    .......

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ....
    Η "Θυσία Του Αβραάμ" είναι γραμμένη πριν από τον "Ερωτόκριτο", νεανικό έργο δηλαδή, ενώ ο "Ερωτόκριτος" είναι γραμμένος γύρω στα 1600 με 1610, πριν δηλαδή και τον Βενετοτουρκικό πόλεμο. Oσο για τη χρονολογία του χειρογράφου της "Θυσίας", δηλαδή το 1635, πιστεύεται πως είναι χρονολογία αντιγραφής του πρωτοτύπου κι όχι συγγραφής, όπως πιστευόταν πριν από τη ταύτιση. "Η Θυσία του Αβραάμ" είναι δραματοποίηση του επεισοδίου της Π. Διαθήκης. Οι ήρωες είναι ανθρώπινοι, ζεστοί, οικείοι, όχι υπερφυσικοί κι απομακρυσμένοι, όπως συνέβαινε στο θέατρο της εποχής. Θαυμάσια αποδίδονται η βαθιά αγάπη κι οι εσωτερικές συγκρούσεις προκαλώντας τη συμμετοχή του θεατή, στοιχείο καινό. Αλλά η μεγαλύτερη ιδιοτυπία της είναι η κατάργηση των πράξεων, των σκηνών, του χορού, των χορικών και των ιντερμεδίων.
    Οι καινοτομίες αυτές είχαν αρχικά θεωρηθεί κακοτεχνία ή άγνοια του ποιητή. Σήμερα όμως που έχουμε ταυτίσει το έργο κι έχουμε βρει και το πρότυπο του, έχουμε καταλάβει πως πρόκειται για συνειδητές επιλογές μ' απώτερο στόχο τη θεατρική ανανέωση, για τολμηρές διαφοροποιήσεις μίας ιδιοφυούς ποιητικής προσωπικότητας. Ετσι η " Θυσία Του Αβραάμ" είναι έργο πρωτοπόρο και σαφώς ανώτερο ποιητικά από το πρότυπο του, το δράμα "Lo Isach" του Luigi Groto, (η ταύτιση οφείλεται στον John Mavrogordato). Μια ακόμη σπουδαία επιλογή του Κορνάρου και καίρια για την ιστορία τηςνεοελληνικής λογοτεχνίας, είναι η λαϊκότερη γλώσσα, η θερμότητα της ομιλούμενης, εμπλουτισμένη με ιδιωματικά στοιχεία κι ο λαϊκός, δημοτικός δεκαπεντασύλλαβος, που κάνουν το δράμα να πλησιάζει πολύ στα δημοτικά μας τραγούδια.
    Χάρη στις έρευνες του Γιάννη Μαυρομάτη και του Νίκου Παναγιωτάκη, στους οποίους χρωστούμε όλα αυτά τα στοιχεία και στην επιστημοσύνη του Στυλιανού Αλεξίου, μπορούμε σήμερα με βεβαιότητα να ταυτίσουμε αυτόν τον Βιτσέντζο Κορνάρο του Ιακώβου με τον ποιητή του "Ερωτόκριτου" και της "Θυσίας του Αβραάμ", ταύτιση που δεν μπόρεσε να κάνει ο Ξανθουδίδης στη πρώτη έκδοση του "Ερωτόκριτου", το 1915, λόγω ανεπάρκειας στοιχείων.

    Πηγές πληροφοριών: Θ. Ροδάνθης, Μαλλιάρης Παιδεία, Υδρία, Δομή και Πάπυρος Larousse Britannica.

    ΑπάντησηΔιαγραφή