Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Η αδύνατη αναπαράσταση







Υπάρχει ένα σκοτεινό συμβάν στη διάρκεια του 20ου αιώνα, μια μαύρη τρύπα που διέσπειρε το ανείπωτο, το αδιάθετο στη γλώσσα. Είναι το Άουσβιτς - αν πρέπει αυτό να χει ένα όνομα - μια μοναχική και μοναδική ονομασία, την ονομασία αυτού του τραύματος, που αποσύρει στο ακατονόμαστο της λύσης του, το ίχνος του, αυτή τη στάχτη που άφησε πίσω. Μια στάχτη που έσβησε το ίχνος, τη δυνατότητα της μαρτυρίας. «Μια μαρτυρία (πλέον) δίχως μάρτυρα», (Derrida), και γι αυτό μια μαρτυρία που αδυνατεί να κατονομάσει, να αναπαραστήσει στη γλώσσα το ίχνος της μνήμης. Το Άουσβιτς έτσι έμεινε αυτό το ανεικόνιστο και το ανείπωτο του 20ου αιώνα, ένα αποσυρόμενο συμβάν αφιερωμένο στην φιλοτέχνηση μόνο της διασποράς του. Μια οδυνηρή απώλεια που εξαερώνει τις μορφές, την υλικότητα τους, το αναπαραστάσιμο και ιστορίσιμο ίχνος τους. Το Άουσβιτς δεν άφησε τίποτε πίσω του, μόνο τις στάχτες του, και είναι, γι αυτό και μόνο, το τέλειο έγκλημα. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Gerard Wajcman: «Οι σωροί πτωμάτων στο Άουσβιτς που φωτογραφήθηκαν δεν ήταν εκείνοι των θαλάμων αερίων, η μεγάλη ναζιστική βιομηχανία δεν παράγει σωρούς πτωμάτων, αλλά στάχτες, τίποτε το ορατό. Κατασκευάζει την απουσία». Η μοναδικότητα αυτού του τραύματος έγκειται σ’ αυτή ακριβώς την αδυνατότητα της μαρτυρίας του. Είναι ένα συμβάν που εξαντλείται στην αποσυρόμενη ενικότητά του, στο περίκλειστο και αδιάθετο είναι του. Δεν είναι μόνο τα θύματα του που έγιναν στάχτη αλλά και κάθε είδους αρχειακό υλικό που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει μια ελάχιστη μαρτυρία. Δεν ενδιαφέρει εδώ τόσο η αποτελεσματικότητα αυτού του εγχειρήματος, του εγχειρήματος της απόκρυψης του, όσο η πρόθεση του, η επιμέλεια του στην εξαφάνιση της μαρτυρίας. Ακόμη κι αυτή η μαρτυρία των επιζώντων θα είναι εν τέλει μια αδύναμη μαρτυρία, μια α-πίστευτη αφήγηση φρίκης. Επιζώντες που είναι πέραν της θνητότητας αλλά και πέρα της μαρτυρίας τους. Της μαρτυρίας ενός γεγονότος που συμβαντικοποιήθηκε όταν παραδόθηκε στις φλόγες, στην αποτέφρωση του, σ’ αυτή τη βωβότητα της στάχτης. «Η στάχτη», λέει ο Derrida, «εκμηδενίζει ή απειλεί να εκμηδενίσει, ακόμη και τη δυνατότητα να μαρτυρήσει κανείς για την ίδια την εκμηδένιση». Ένα τραυματικό έτσι συμβάν που εγγράφτηκε για πάντα στην α-σχήμια της ιστορίας, στη αιώνια κρύπτη της μαρτυρίας του. Το συμβάν όμως της γενοκτονίας υπήρξε, και υπήρξε στη δική του μοναδική σκηνή. Ένα συμβάν, που όπως κάθε μοναδικό συμβάν, αποκαλύπτει και το ανυπόφορο ίχνος της εγγραφής του, την ακεραιότητα του Πραγματικού του.

 Οι στάχτες είναι το συμβάν της ιστορίας, το αρνητικό ίχνος του πράγματος, το μη ιστορικοποιήσιμο, η ασυνέχεια που συνέχει τα πράγματα, το κενό του Πραγματικού που γίνεται όμως το καταγωγικό κενό του ίδιου του κόσμου, το αφετηριακό του θεμέλιο, η πένθιμη αναμονή του. Οι στάχτες δια-γράφουν το ιστορικό τους περιβάλλον, χάριν μιας ανεικονικής δόξας, μια «δόξα από στάχτες» όπως θα γράψει ο P. Celan. Το ίχνος ενός μηδενικού Είναι αποστερημένου από το ιστορικό του νόημα. Το συμβάν της γενοκτονίας αν και στοιχειώνει έτσι όλη την μαρτυρική του ποίηση, δεν κατονομάζεται σε κανέναν στίχο του, δείχνεται μόνο, στην κατεύθυνση της υπομονής του, της μυστικής του κρύπτης, που γίνεται κι αυτός ο από-καλυπτικός του ορίζοντας, η μεσσιανική του προοπτική. «Σκάβαμε έναν τάφο στον αέρα, εκεί δεν κείται κανείς στα στενά». Στίχοι μιας σκοτεινής καταγωγής που μεταδίδουν ένα αμετάδοτο νόημα, πέρα απ’ το όριο της μαρτυρίας ή της ερμηνείας. Μια μαρτυρία που δεν μαρτυρά τίποτε, μια και «κανείς / δεν μαρτυρεί για τον / μάρτυρά». Ένα διαφυγόν ίχνος μόνο, που διασώζει στο ανεντόπιστο τού χαρακτήρα του την εξωγλωσσική του θέσμιση, την μυστική και αδύνατη καταγωγή του.


 
Αυτή η μη θέση του γεγονότος δεν συνιστά κατ’ ανάγκην και την ανυπαρξία του αλλά την μυστική του διάσταση, την αναμένουσα μορφή του. Η χειρονομία έτσι της τέχνης μέσα σ’ αυτή την αναμονή του κόσμου είναι μια χειρονομία από-καλυπτική. Μια χειρονομία που διασώζει, ως μια βωβή υπενθύμιση, το συμβάν των νεκρών, που το διεγείρει, καθώς εγείρει την έγερση αυτού του ανώνυμου άλλου, ενός άλλου που θα είναι όμως πάντα, πέραν κάθε διαλεκτικής προοπτικής. «Μετά το Άουσβιτς δεν μπορεί να γράφεται ποίηση», υποστήριζε ο Adorno, αλλά ακριβώς όμως μετά το Άουσβιτς η ποίηση μπορεί να γράφεται. Η τέχνη έλκει τη δυνατότητα της απ’ αυτή ακριβώς την αδυναμία, την αδυναμία της εγγραφής, του σβησμένου ίχνους, της αδύνατης αναπαράστασης, γίνεται έτσι η ίδια η αδύνατη μαρτυρία, το ανεικονικό και ανείπωτο ίχνος του άλλου. Μια αρνητική εργασία που της υπαγορεύεται απ’ αυτή την ίδια την αδυνατότητα του άλλου, απ' την ανεντόπιστη θέση του μέσα στον κόσμο μας. Όσο η εικόνα του υποχωρεί, τόσο εξέλκεται το Πραγματικό της μέγεθος, όσο το νόημα του αποδυναμώνεται, τόσο και αποκαθίσταται το γλωσσικό του εύρος. Η τέχνη αφιερώνεται στην απουσία, χάριν αυτής της πραγματικότητας του άλλου, της Πραγματικής του απουσίας. Το υποκείμενο άλλωστε αναδύεται μόνο στον ορίζοντα της απουσίας του άλλου και ποτέ στην κοινωνία της παρουσίας του. Η αδιαφάνεια έτσι αυτού του σκοτεινού συμβάντος του 20ου αιώνα μπορεί να δεξιωθεί το ίδιο το συμβάν της τέχνης. Η τέχνη είναι η σιωπή του κόσμου, η επιστροφή του, η επιστροφή της εικόνας του στο καταγωγικό της μηδέν. Οι ονοματοδοσίες της δεν αναγγέλλουν, δεν μαρτυρούν, από-καλύπτουν μόνο. Το ιστορικό, μέσω της συμβολικής και της φαντασιακής του ακύρωσης, ανακτά το Πραγματικό του μέγεθος, την τελικότητα της πραγμάτωσης του. Εδώ τα σημαίνοντα της ιστορίας υποχωρούν, αποσύρονται από την ιστορική τους σκηνή, και ανακτούν το πυρηνικό τους πεπρωμένο. Γίνονται μέσω της απουσίας τους, μυστικά σύμβολα, σκοτεινές προσδοκίες.

Στη σχετική εικονοποιεία του Christian Boltanski τα πρόσωπα των μαρτύρων δεν ανακτούν την μαρτυρία τους αλλά τη σιωπή της μαρτυρίας τους. Δεν μεταφέρουν τίποτε στο φως. Υπομένουν μόνο. Τη διάρκεια της σιωπής τους και της απορίας τους. Μετεωρίζονται, σ’ αυτό το καθεστώς της εξαφάνισης που αφήνει πίσω του μόνο στάχτες. Γι αυτό και η μαρτυρία τους είναι μια μοναδική μαρτυρία, ακριβώς επειδή δεν κομίζει τίποτε, δεν αφηγείται το συμβάν, αλλά γίνεται η ίδια ένα μυστικό και αδιόρατο συμβάν, ένα αδιάθετο άλλο. Αυτό που έλαβε χώρα μέσα στη σιωπή και στο ανομολόγητο της φρίκης του, δεν συντάσσεται στον ορίζοντα της γλώσσας, αλλά στην αντιστροφή της γλώσσας. Γι αυτό και οι μάρτυρες μένουν στο τέλος χωρίς φωνή, γιατί μόνο έτσι μπορούν να μαρτυρήσουν το ανείπωτο, αυτή την παραγωγή της στάχτης.

 Στο Εβραϊκό μουσείο του Βερολίνου είναι αυτή η φρικώδης αρχιτεκτονική της σιωπής του που καταφέρνει να μεταδώσει κάτι. Όλο το κτίριο είναι μια installation στοιχειωμένη από αυτόν τον εφιάλτη, καθώς βυθίζεται εγκαταλελειμμένη μέσα στην φρίκη του. Όλη η γεωμετρία του κτηρίου αφηγείται αυτήν την θανατόληπτη ιστορία, περικλείει την δυσφορία της, την επιστρέφει αδιάλειπτα και την υπαγορεύει ως ένα σύγχρονο βίωμα. Η σιωπή του κτιρίου όμως, η κενότητα του, μόνον αυτή.

Δίχως να διαρρηγνύει τη σιωπή του συμβάντος, το έργο της τέχνης έρχεται μέσα στη δική του πάλι σιωπή, για να δείξει προς την άρρητη περιοχή, να διανοίξει, σ’ αυτό το καθεστώς της απώλειας, τη δυνατότητα μιας άλλης σκηνής, μια φασματοποιεία όπου η εικόνα δεν αναπαριστά αλλά ενεστωτοποιεί αυτό το αδύνατο και αποσυρόμενο άλλο, την αδύνατη ομοίωση του. Μια εικόνα που είναι έτσι πάντα πέραν της κατανόησης, ένα καινό σημαίνον, έτοιμο όμως να δεξιωθεί όλες τις αντανακλάσεις αυτού του ανώνυμου άλλου. Ένα έργο που υποστασιώνεται το ακατάληπτο της πρωταρχικής του αιτίας, τροποποιώντας, προς την κατεύθυνση της απώλειας, και αυτή την ίδια την αιτία του, καθιστώντας το καταγωγικό του συμβάν, ένα ξένο συμβάν, ξένο και προς τον ίδιον τον εαυτό του. Γιατί το συμβάν είναι ένα αδιάγνωστο Είναι, ένα Είναι πέραν κάθε δέσμευσης. Μια ενικότητα απελπισμένη, μιαν απεύθυνση που δεν προσκρούει πουθενά. Γι αυτό και γίνεται μια αναμονή, η ίδια η αναμονή του κόσμου, το κενό σημείο του φλογισμένου πυρήνα του. Στο κενό αυτού του σημείου το έργο έρχεται με όλη την αποθησαυρισμένη του αδυναμία. Δεν είναι έτσι το έργο που αναπαριστά το συμβάν αλλά το συμβάν που ταυτίζεται με το έργο, η μοναδική εκφραστική του οδός, απ’ τον κόσμο της σιωπής. Το έργο όμως δεν θα επιβεβαιώσει ποτέ την καταγωγή του, θα την βυθίσει μάλιστα σε μια πιο μεγάλη σιωπή. «Η αληθινή γλώσσα της τέχνης», έλεγε ο Adorno, «είναι βουβή, το βουβό της στοιχείο έχει την προτεραιότητα έναντι της δηλωτικής-σημασιοδοτικής της γλώσσας». Η αναπαραστατική αδυναμία έτσι του συμβάντος ανταποκρίνεται στην αναπαραστατική αδιαθεσία του ίδιου του έργου της τέχνης, διανοίγεται, στο αδιανόητο έξω που το υπαγόρευσε και συνεχίζει αδιαλείπτως να το περιβάλλει.

Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε για τον κατάλογο της έκθεσης «Αναφορά / Αναπαράσταση», που πραγματοποιήθηκε στο Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης το Νοεμβρίου του 2011, στα πλαίσια της 3ης Μπιενάλε Θεσσαλονίκης. Ο κατάλογος κυκλοφορεί απ' τις εκδόσεις Futura.

 
Οι φωτογραφίες είναι του Christian Boltanski.

πηγή: Λεξήματα

_



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου