Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Γλώσσα και μικρά existenzialia

_


Ιωάννης Ε. Θεοδωρόπουλος
Απόλυτος δυνατότης του  Ανθρώπου είναι η τέχνη να κάνει τη ζωή του ύπαρξη και την ύπαρξή του γλώσσα. Αλλά ό,τι  εξαγγέλλει η γλώσσα με το λόγο, δεν είναι απλώς Είναι και Ον.{1} Μάλλον η γλώσσα αποτειχίζει αυτά τα δύο είτε  καταλογίζοντας την συμβατική τους υπόσταση, είτε αντιποιούμενη, όπως  συμβαίνει με  τη γλωσσική  α-φασία των Heidegger και  Lakan, την  προφανή τους δύσνοια. Η γλώσσα εξορύσσει ύπαρξη, τόσο όταν απευθύνει σε  ακολασίες και παραπραξίες, προσκόμματα και παραληρήματα, όσο και όταν «ευθειάζει» αμεριμνησία και ζωής θάμβος, ή εκείνο το «ομολογουμένως ζην» της Στοάς. Εν προεκτάσει, όταν ιδιομελεί  ευ-φράδεια  και  κάθε «ευ» που ωραίζει τον κόσμο και έχει αντίκτυπο στον πολιτισμό μας.  Εξάλλου, αν η γλώσσα είναι όντως «το σπίτι του Είναι», γιατί δεν είναι  και της ύπαρξης και της ζωής; Αυτή δεν είναι που καταυγάζει, και μάλιστα με ευχέρεια, αλήθειες, που υπνώττουν στα σωθικά της ύπαρξης; Επεμβαίνει με ακρίβεια χειρουργική -ευπραξία θα την έλεγα- και τις μετα-τοπίζει σε «διάταξιν» (Άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης) εκτός των τειχών της, σε μια τοπική της διαύγειας, κάτι που συνιστά γροθιά στο στομάχι των υπαρξιστών.  Α-τόπημα, πέφτεις στα χέρια του μύχιου,  στο απώτατο κοίτασμα της ύπαρξης όπου προοικονομούνται οι όροι του αλφάβητου  και από όπου αναθυμιάζει η οπτική της γλώσσας.

Άλματα, θα έλεγα, της conditio humana, η οποία δεν πτοείται με τίποτα χάρη στην έμμεση αμεσότητα της γλώσσας που ταλαντεύεται αρχικώς, αλλά τιθασεύει  εν τέλει τα βιολογικά a priori, το  μάτι και το χέρι, υποτάσσοντάς τα σε μια γλωσσική- κατηγορική  προσταγή.{2} Και, εν προεκτάσει, άλματα χάρη στην αποκλειστική  εξωκεντρική ικανότητα  του ανθρώπου να μιμείται (όχι να «συμπράττει», όπως τα ζώα), να ανταποκρίνεται, να  παίζει ένα ρόλο, να συγκεκριμενοποιεί  και να αντικειμενικεύει με αιχμή τη γλώσσα.{3}αφήνοντας παρασάγγες πίσω του το βιολογικό του Είναι και, ταυτόχρονα, ποντίζοντας  σημαδούρες  στον «τόπο» μεταξύ σώματος και πνεύματος. Προφανώς και αυτή η εξωκεντρικότητα όχι μόνο δεν υπονομεύει την υπαρκτική δυνατότητα, μια αδικαίωτη λακανική άποψη, αλλά την καταυγάζει  στη κοιτίδα της φύσης μας.  Και να ήταν μόνον αυτό. Η γλώσσα με τη σειρά της ξεκλειδώνει την πραγματικότητα,{4} γίνεται «νουνά» και στίλβουσα όψη των πραγμάτων, η «χώρα» του ήθους μας. «Με ενδιέφερε  το μυστήριο της γέννησης των πραγμάτων μέσ΄ απ’ το  βάφτισμά τους στο αναγάλλιασμα εκείνο της ψυχής που είναι ο φθόγγος. Η λέξη που λειαίνεται, όπως η πέτρα, στα χείλη του λαού’ στα χείλη και στα δόντια, κάτι ολόιδιο μ΄ αυτό που σε παρορμά να πολεμάς ΄ η να ερωτεύεσαι έτσι κι όχι αλλιώς. Εσύ κι ο άνθρωπος της ομάδας όπου ανήκεις. Όλοι. Πιστοί, θέλοντας και μη, σ΄ αυτά τα δένδρα, σ’ αυτά τα κύματα, σ΄ αυτό το φως, σ΄ αυτή την ιστορία.  Ω ναι, σε έσχατη ανάλυση, η γλώσσα είναι ήθος».{5} Φιλοφρονήσεις  ενός νομπελίστα στη γλώσσα, ή αναζήτηση μιας τοπικής αντικειμενικών νόμων του αχανούς τοπίου μεταξύ μήτρας και θανάτου; Μυστήριο η γλώσσα, θα καλύψει και θα ανα-καλύψει  τα πράγματα της ύπαρξης, θα τα βαφτίσει. Ο συμβολισμός θα τα «φονεύσει», αλλά πρέπει να απολέσουν την πρώτη εποπτικότητά τους, για να μπορούν να  βρουν έναν «τόπο»  που θα τα γλιτώσει τόσο από την απροσδιοριστία, όσο και από τη λιπόσαρκη χρηστικότητά τους. Όλα αυτά πάντα με μια προϋπόθεση, να μην πλειοδοτεί  η φιλοσοφία της ύπαρξης  σε αθωότητες και αποτιμήσεις που την καταντούν «οικιακή βοηθό» της επιστήμης ή «καθαρίστρια» της γλώσσας.{6}

Bέβαια, η ύπαρξη είναι πέρα από  την κατανόηση που μας επιδαψιλεύει η γλώσσα. Δεν μπορούμε να την «συλλάβουμε», διολισθαίνει, αυτό-εγκαταλείπεται στο άγνωστο και πυροδοτεί φαντασία και υπονοούμενα. Το μόνο που μπορούμε είναι κάπου-κάπου να την επ-αν-ευρίσκουμε, όχι να την «εύρουμε». Ως  «ολική» μάλιστα ύπαρξη φαντάζει  εντελώς ανέφικτο. Γιατί μεγάλο είναι το χάσμα, πως να το κάνουμε, μεταξύ Είναι και ύπαρξης και πενιχρά τα μέσα μας. Όμως, ναι, μέσα σε μικρά γλωσσικά existenzialia, σε  χαρακτηριστικές λέξεις και φράσεις-διέξοδα δεν αποδίδονται απλώς και μόνο ορισμένα καθημερινά χρειώδη ή ανορθογραφίες της ύπαρξης, αλλά οντολογικές περιοχές, στις οποίες   επανευρίσκεις στο έπακρο κάποια τιμαλφή της ολικής ύπαρξης. Παίζεις, λοιπόν, ζωή και θάνατο στα ζάρια με την ανοικτίρμονα  γλώσσα. Θα τα καταφέρεις; Αγνοούμε το λόγο που  η γλώσσα  πρέπει να ακολουθεί την ανεξιχνίαστο σε τελευταία ανάλυση έμμεσο αμεσότητα της επικοινωνίας της γλώσσας με την ύπαρξη και να μας κρατάει  εσαεί εν εγρηγόρσει. Λανθάνει εδώ ίσως η αριστοτέλεια προμηθεϊκή επίνοια, εκείνο το πολυθρύλητο «ρολόι» του Αριστοτέλη που, τάχα, θα τον κρατούσε άυπνο, σε μια ουδέποτε υπνώτουσα συνείδηση, ήτοι 24 ώρες σε τροχιά θεϊκή!  Σήμερα μένει ξάγρυπνο όλο το 24ωρο το χρήμα με  κορυφαίο παράδειγμα την «Wall Street”.{7}  Βλέπεις όμως στη χώρα της ύπαρξης μαίνεται  και ηνιοχεύει ο «καιρός», που υπό όρους σε ανακαινίζει, όχι ο χρόνος.  Και η γλώσσα είναι καιρός.  Η γλώσσα δεν λέει, αλλά κάνει ό,τι θέλει!  Δείτε, για παράδειγμα,  τον καυχησιολόγο «ηρωισμό» της επιστημονικής και της πολιτικής γλώσσας. Βέβαια υπάρχει και ο ψευδοηρωισμός του ουταπού, του  επιθετικού, συνήθως  λόγου που έχει πάρει τα χαρακτηριστικά ενός  γενικευμένου κομφορμισμού της αυθάδειας, ιδίωμα αχυρένιων ηρώων. Όσον κι αν είναι ωραίο το πάθος να αντικρίζεις χείμαρρο ξεχειλισμένο,  δεν παύει να βρωμίζει με το νερό του τη θάλασσα.

Μικρά γλωσσικά existenzialia, λοιπόν. Στον αγαπημένο του ποιητή Rilke  καταφεύγει ο O.F.Bollnow  για να ισχυρισθεί ότι «ο θάνατος είναι της ζωής συστατικό» {8}. Η γλώσσα δεν πράττει μόνον, αλλά παίζει κιόλας. Σε κάνει να παίζεις θρύψαλα την ύπαρξή σου, επειδή ο θρυμματισμός συνιστά «διολίσθηση» σε κάτι  που θα το επανεύρεις τώρα πλέον διαφορετικό. Λέγει ο  Rilke στο «Ορφέας και Ευρυδίκη» στο 13ο σονέτο «… ας είσαι ένα κελαριστό ποτήρι, που πάνω στον κελαρισμό γίνεται θρύψαλα ».{9} Δεν απέχει τούτο καν παρά ελάχιστα βήματα από του Heidegger την τόσο πολυχρονισμένη  «ηρωική στάση» και τη χρονικότητα, έτσι όπως αναδεικνύεται ως «αποτυχία» και ναυάγιο («Scheitern»): «Ό, τι πραγματικά υπάρχει, με άλμα εισέρχεται στον κόσμο και πραγματούμενο διαλύεται».{10}  Και να που στο έργο του William Pownall  ο Ελύτης ανακαλύπτει ένα μήνυμα: πίσω από τη θραυσματική όψη των φαινομένων υπάρχει μια διάρκεια σταθερή, που αντιστοιχεί στην ροή μιας άλλης αληθινής ζωής, όπου το βάρος  της σημασίας των πραγμάτων μετατοπίζεται και αποδεικνύεται το χυσάφι ευτελές και το χώμα πολύτιμο.{11} Οπόταν, κανένας νικητής  στην καθημερινότητα, ούτε η αυθεντικότητα, ούτε η αναυθεντικότητα. Η γλώσσα εν τέλει, δεν λέει, αλλά πράττει, αλλά δεν πράττει μόνο, παίζει κιόλας κορώνα-γράμμα την ύπαρξη. Η γλώσσα προηγείται της ύπαρξης.

Η ύπαρξη δεν μετριέται, αλλά η γλώσσα μετράει. Μια μικρή παρέκβαση εδώ με προορισμό την ανθρωπολογική αχλύ του Βιβλικού τοπίου, γιατί και εκείνη η γλώσσα θρυμματίζει, χωρίς αυτό να αντιβαίνει προς τις  αρχές της λογικής σκέψης. Η γλώσσα απηχεί, αναπαριστά την διολίσθηση, την αμετρία, το απολολός, εκθέτει το Ολίγιστο. «Ωλιγώθησαν αι αλήθειαι», λέγει ένας Ψαλμός(ΙΑ,2-6). Θα τις επανεύρει, άραγε, η γλώσσα; Αφηνιάζει κάποτε και μπορεί έτσι να τα καταφέρει. Ο άνθρωπος βέβαια είναι αυτός που αφηνιάζει. Είναι, κατά τον Nietzsche, ένας Reiter auf vorwärts schnaubendem Rose(Bollnow), ήτοι ένας  ανεξέλεγκτος καβαλάρης αλόγου χωρίς χαλινάρι. Η εικόνα λίαν παραστατική. Αλλά  η γλώσσα είναι εκείνη που αναπαριστά φρενίτιδα, αμετροέπεια, μέχρι και αυθάδη επιθετικότητα. Η μεταφορά χαρακτηριστική στον Ψαλμό:  ίνα τί εφρύαξαν έθνη;(Β,1). Η ύπαρξη ασφυκτιά στην άτεγκτη «χώρα» του  φρικτού πνιγμού: πνίγει το λόγο και πνίγεται από τον ίδιο. Το στόμα δεν εσωκλείει απλώς και μόνον ένα βιολογικό όργανο, τη γλώσσα του ανθρώπου. Ο λόγος, ο προφορικός πρωτίστως, δανείζεται την έννοια και η ύπαρξη διολισθαίνει, χάνεται: «Στόμα έχουσι και ου λαλήσουσιν» (ΡΛΔ, 16). Γιατί το βιολογικό όργανο έχει πάρει άλλη ρότα, φαρμακερή: «ηκόνισαν γλώσσαν αυτών ωσεί όφεως»(ΡΛΘ,4).Ποια είναι η συνέπεια: «ανήρ γλωσσώδης ου κατευθυνθήσεται επί της γης(ΡΛΘ,12). Και «…χείλη δόλια, ….εξολοθρεύσαι … Κύριος ..γλώσσαν μεγαλορρήμονα»(ΙΑ,2-6). Αλλά η επανεύρεση του απολολότος δεν είναι σε τόπο μακρινό. Και να που επαληθεύεται ο Hölderlin: «Εκεί που βυσσοδομεί ο κίνδυνος, θάλλει η σωτηρία».

Μεταπτώσεις, θα πείτε, και τίποτα παραπάνω. Αλλά και αυτές πως τις φέρνεις στην επιφάνεια χωρίς τη γλώσσα; «Ημέρα τη ημέρα ερεύγεται(εν. ο ουρανός) ρήμα» (ΙΗ,3). Και πιο καθαρά: «ηγαλλιάσατο η γλώσσα μου (ΙΕ, 9). Επίσης: το στόμα μου λαλήσει σοφίαν (ΜΗ, 4) και «εξηρεύσατο η καρδία μου λόγον αγαθόν»(ΜΔ, 2). Και τέλος: «ότι ουκ έστι δόλος εν γλώσση μου»(ΡΛΘ,4). Εκεί, λοιπόν,  που φάνταζε δεδομένη η «εκτόπιση της αλήθειας» και η τιμωρία της γλωσσώδους αυθάδειας, εκεί ακριβώς, στην διολίσθηση, στην «χώρα» του απολολότος, εκεί και λόγος αγαθός, άδολος και αγαλλίαση. Εκεί επανευρίσκεις την ύπαρξη σε μια νέα «τοπική». Γιατί, με  παραφρασμένα αριστοτελικά εκφραστικά εργαλεία «Φίλος μου ο λόγος, αλλά μεγαλύτερος φίλος η αλήθεια». Η γλώσσα προηγείται, μάλλον, και της αλήθειας.
 
Η γλώσσα, βλέπετε, από τη μια, με το πενάκι των φιλοσόφων, του μύθου, αλλά και των ποιητών και από την άλλη η γλώσσα του σώματος. Μια αυτονόητη περίπτωση, οι φιγούρες στους ελληνικούς χορούς, από το ζεϊμπέκικο μέχρι τον τσάμικο,  «τσακίσματα» τα λέει ο λαός μας.{12} Τι «σπάζει» τώρα πάλι, τι γίνεται θρύψαλα; Στιγμές πραγματικής «εκ-σπερμάτωσης» της ύπαρξης. Με μια θαρραλέα διατύπωση από τον R.J.Kozljanic αναδύεται το «εξωχωρικό εγώ». {13} Εκτός χώρου ύπαρξη,- στον  Faust συναντάμε «άχωρο όνειρο»-  αλλά εις τύπον τόπου, «τοπική», λοιπόν. Όταν αποσύρεται ο εύτακτος ρυθμός του χρόνου και θριαμβεύει το σκάνδαλο της ασυνέχειας και της α-ταξίας, θάλλουν γόνιμες μορφές παροντικότητας. Άλλοτε τις συναντάς στο μορφασμό, στο κλείσιμο της ματιάς ή στη χειρονομία, στο σήμα της νίκης με τα δύο δάκτυλα και άλλοτε το «δείχνεις» με εύστοχες γλωσσικές διατυπώσεις. Σε όλα αυτά υποφώσκει ο υπαρξιακός «καιρός». Ο άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλιβίτης το έλεγε «τσακ». Ωσαύτως, στην ίδια κατεύθυνση κινούνται οι τόσο γνωστές φράσεις: «εν ριπή οφθαλμού», «…..εν κελεύσματι …αρπαγησόμεθα εν νεφέλαις», όπως και το «ακαρές»  του χρόνου του αγίου Γρηγορίου Νύσσης.

Μπορεί παραπληρωματικά να το δει κανείς ανατρέχοντας και στον Schiller: «Το δώρημα που σου πρόσφερε η στιγμή και περιφρόνησες ποτέ πια δεν στο ξαναδίνει». Γλώσσα βγαλμένη από την Υψικάμινο της ύπαρξης. Ιδέα που υπερφαλαγγίζει κάθε θαυμασμό σε μοιραία προσδοκία και λίγο-πολύ σε βγάζει στην ανάγκη μιας «επιβραδυντικής επιμήκυνσης».{14} Καιρός, από εκεί που δεν το περιμένεις, γι’ αυτό είναι καιρός. Η κλήση του ετοιμοθάνατου Goethe για «περισσότερο φως», λόγος έσχατος  ενός ανθρώπου που πεθαίνει, δεν θα ξανα-υπάρξει και γι’ αυτό θεωρείται τόσο σημαντικός. Και αυτός  χαρακτηρίζεται από τον Gadamer ως «καιρός». Ο θάνατος είναι «καιρός», οι έσχατοι λόγοι του ετοιμοθάνατου, γιατί όχι, γίνονται θρύλοι.  Μετά το θάνατο δε μιλάς, οριστικά πια κλείνει το στόμα. Όρια ανυπέρβλητα  του ανθρώπου, μας βασανίζουν επειδή δεν έχουμε κατασταλαγμένη συνείδηση της περατότητας. Γι’ αυτό αδυνατούμε να αποδεχτούμε το θάνατο, η φύση μας  μας εμποδίζει. Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει τι σημαίνει αρχή και τι τέλος, γι’ αυτό φοβούμαστε το θάνατο(Gadamer). Με ποια λέξη μπορείς να τον αντικαταστήσεις; Κοίμηση, μετάσταση, πέρας, φυγή, τέλος, έξοδος; Εν ζωή και μετά θάνατο, τι θα λέγατε για «απολολός»;

Ακόμα-ακόμα και φράσεις του τύπου «για να με βρεις, έπρεπε να με χάσεις», που συλλαμβάνουν στον ύπνο τους ανυποψίαστους ή μονίμως ά -σχετους, εκεί είναι που συνωμοτεί ο καιρός εις βάρος του χρόνου. Μάλιστα η επανεύρεση γίνεται μέσα από το γοητευτικό «ρήγμα» του Ανολοκλήρωτου καθώς σκάζει σαν ρόδι η ύπαρξη. Ο Ορέστης και η Ευρυδίκη, μια αποθέωση της δύναμης της μουσικής, που προκάλεσε ήδη από το 16ο αιώνα μια μεγάλη μουσική δημιουργικότητα, περιλαμβάνει και την «επιτυχή» κάθοδο του Ορφέα στον Άδη για να ελευθερώσει την αγαπημένη του, προσπάθεια όμως που μένει ανολοκλήρωτη. Παρεμφερής είναι και η περιπέτεια του Άδωνη, ο οποίος, εν τέλει, θα διαμένει, μοιράζοντας το χρόνο και με την Περσεφόνη και με την Αφροδίτη. Δεν αστοχούν οι ήρωες, η ύπαρξή τους φλερτάρει με ένα κορυφαίο  υπερκείμενο νόημα, το άσκοπο, αλλά μη μάταιο.
 
Γιατί η φιλοσοφία της ύπαρξης  αναδείχτηκε ως φιλοσοφία του πόνου, παρά της γλώσσας και του σώματος;  Γιατί ,άραγε, λέμε ξέρω «ότι»  με αγαπάς, αλλά και εγώ ξέρω «πόσο» σε αγαπάω! «Ότι» και  «πόσο»  εντατικοποιούν  έναν γλωσσικό  ορίζοντα πέραν  του πόνου. Και το σώμα πάντα παρόν. Δεν νοείται ψυχή περιφερόμενη που διαλέγεται με μιαν άλλη.  Ναι, δεν υπάρχει  μόνο το τραγικό και ο πόνος.  Σε μικρά και «μεγάλα» παιδιά δεν συναντάς το  χαριτωμένο; Πάντως  ποτέ ερρήμην του σώματος και ας διαψεύδει όσο θέλει ο Πλωτίνος. Η ερωτική γλώσσα το αναδεικνύει, όταν μάλιστα ο αυθεντικός έρωτας δεν ζητάει κατακτήσεις, αλλά «αποσύρεται». Και   να σου, προβάλλει η φράση της Φιλίνας στον Βίλχελ Μάϊστερ του Goethe  (με μια διασταλτική μετάφραση) «Κι αν σ’ αγαπώ, εσένα τι σε νοιάζει»;{15} 
 
Μια εκ διαμέτρου αντίθετη απόσυρση έχουμε  αναδείξει, γεμάτη , οντολογική Χάρη, στο αμήχανο-άκτιστο κάλλος ενός  ερημίτη-ησυχαστή, του Ιωσήφ τον Σπηλαιώτη.{16} Στην παιδαγωγική σφαίρα απογειώνεται, όταν αποσύρεται η αυθεντία: να ενθουσιάζεις, αντί να ελέγχεις «(Άγιος π. Πορφύριος καυσοκαλιβίτης). Και μια εισέτι ανθρωπολογικής απόχρωσης απόσυρση, που έχει κι αυτή τη «χάρη» της, στην  «Δευτέρα Οδύσσεια» του Καβάφη: «.. απέβαλε τα επαχθή δεσμά/γνωστών πραγμάτων και οικιακών».{17}  Δεν νοείται η ύπαρξη του ερωτευμένου, του ασκητή, του κάθε αποσυρόμενου-ερημίτη ή μη- παρά ως «τοπική», τουτέστι ως πλήρης σωματικότητα, έτοιμη να δεξιωθεί τα πάντα. Αλλά τι, λοιπόν, ο Ιησούς προηγείται του Χριστού; Βεβαίως εδώ δεν θα παρακολουθήσουμε  κάθε δυνατότητα  απογείωσης της ύπαρξης, αλλά ας θυμηθούμε: «Σωματικάς έχει τας πτερύγας, δια σωματικών σχημάτων φαντάζεται τα θεία. Όταν όμως λάβη αίσθησιν των αιτίων των πραγμάτων, τότε,  κατά το μέτρον της αίσθησης αυτού, υψούται ο νους  βαθμηδόν εκ των σχημάτων των πραγμάτων».{18} Λόγος ελαφηβόλος, ακραιφνής, μη κατατυραννισμένος από τη λόξα την αποδεικτική, λίγη καθαρή καρδιά και ο Θεός υπάρχει, επειδή τον αρνείσαι, έτσι  όπως και με τον ανθρώπινο έρωτα συμβαίνει. Ειδεχθής αμαρτία; Όχι, η ψυχή θάλλει, μια εργώδης προσπάθεια της ύπαρξης να βρει τα βήματά της εκτός     των γήινων «καθαρόν θεμένη νόον», για να θυμηθούμε «βέβηλα» αττικά συμποτικά τραγούδια.{19} Συνεχής αδολεσχία στην «τοπική» χώρα του απολολότος, όπου βρίσκεις ό, τι αποχωρίστηκες, χωρίς στο ελάχιστο να κινδυνεύει με παραχάραξη η ύπαρξη.
 
Εxistanzialia είναι, λοιπόν, λέξεις, φράσεις-νοήματα που σου ανοίγουν ξέφωτο στη «χώρα» της ύπαρξης, την ώρα που είσαι αποκλεισμένος στο πυκνό ορίζοντα της πλαγιάς του δάσους των σκέψεων. Γλώσσα φιλοσόφων (προσωκρατική ρήση, γνωμικό) και  ποιητών(κατεξοχήν είναι ποιητές οι καλλιτέχνες), γλώσσα του λαού (παροιμία), γλώσσα του σώματος, τόσες γλώσσες, αλλά  μία ύπαρξη. Εxistanzialia δείγμα, αυτό κι αν είναι, μιας άλλου είδους  Kategorissche imperative, μιας «κανονικότητας» οντολογικής. Πόσο διαφέρει  από εκείνη  που ξέρει πολύ καλά ο Gadamer να εντοπίζει στον Kant  «με  δανείζει ο άλλος χρήματα, όταν έχω ανάγκη, αλλά αυτό δεν γίνεται νόμος»! Κι όμως  υπάρχει και άλλη επιλογή, η πατερική: Ο θάνατός μου η ζωή σου, η Άκρα Απόσυρση, το Απολολός.

Δεν μεταφράζεις εύκολα τα existanzialia. Φράσεις  που αγγίζουν το μεδούλι της  ύπαρξης. Διηγείται ο Gadamer πόσο δύσκολη υπόθεση ήταν η  προφορική μετάφραση  της γερμανικής στη ρωσική σε διαπραγματεύσεις με Ρώσους ευθύς μετά τον Πόλεμο . Δεν είχε πρόβλημα με τους Ρώσους, αλλά με τον μεταφραστή! Πως μεταγλωττίζεις «περικαθάρματα» (Απ.Παύλος), «καταρκυθμεύω», «άνθρυσκα», «μελίτωτος ανθεμώδης» (Ελύτης ), «ακαρές»(άγιος Γρηγόριος Νύσσης); Πως το «ωλιγώθησαν αι αλήθειαι» και πως τη φράση του Heidegger “Die Sprache spricht”; Τολμάς «η γλώσσα γλωσσεί; Τολμάς να πεις σε αντιστοίχιση «η ύπαρξη υπαρκτεί»; Γιατί, δηλαδή ο Ελύτης να «ευθειάζει»; {20} Νεολογισμοί αφόρητοι και ανεπίτρεπτοι, αλλά ικανοί να μας δείξουν όχι τόσο την ιδιαιτερότητα των γλωσσών- η ύπαρξη είναι μία, οι γλώσσες είναι πολλές-, αλλά πόσο η γλώσσα  και κόκκαλα έχει και  κόκκαλα τσακίζει. Τα νοήματα της ύπαρξης είναι εκείνα των πολλών γλωσσών. Ε, λοιπόν,  άλλο μέτριος καφές και εντελώς άλλο μέτριος μαθητής. Αποθρασύνεται ο μεταφραστής(και ο ερμηνευτής) μόλις  διαπιστώσει ότι  τον βλέπεις κομπάρσο και  αυθαιρετεί. Ναι, η γλώσσα προηγείται της ύπαρξης.

Διαβάζεις Νietzsche και γοητεύεσαι. Πως τον μεταφράζεις; Mεταφράζεις την παραπάνω φράση του που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο Reiter auf vorwärts schnaubendem Rose, «ανεξέλεγκτο καβαλάρη αλόγου χωρίς χαλινάρι», αλλά επουδενί δεν κυριολεκτείς.  Κάτι κρύβεται  υπέρτερο, προκείμενο κάθε μετάφρασης ή ερμηνείας. Πως μεταφράζεις τη ρήση του Ηρακλείτου «τα δε πάντα οιακίζει κεραυνός»; Υιοθετείς τη δική του ερμηνεία: «κεραυνόν το πυρ  λέγων το αιώνιον… και φρόνιμον και το της διοικήσεως των όλων αίτιον»; Πυρ είναι ο Λόγος, ο υπέρτερος κάθε γλωσσικά αρθρωμένου νοήματος, η αιφνίδια λαμπερή δύναμη του κεραυνού, η plötzlich hellender Kraft (Gadamer).Μάλιστα ο Σικελιανός πάει ένα βήμα πιο πέρα και αναφωνεί: «Την αστραπιάν αντάμωσα πριν βγει απ’ το σύννεφο».{21}  Αλλά πυρ είναι και το πάθος, κεραυνός ο γεμάτος αντιφατικότητα  έρωτας . Θα πει η Σαπφώ: «Έρος δ’ ετείναξέ μοι/ φρένας,…./Έρως δηύτε μ΄ ο λυσιμελής δόνει,/ γλυκύπικρον αμάχανον αρπετόν»{22} Τρέλα, δόνηση, δυσχερής η μεταγλώττιση, πρέπει να ξεκολλήσεις τις λέξεις από το σώμα του ανθρώπου. Σε ένα  απαρχής έτσι τυπωμένο ορίζοντα, ώστε να μένει  διαρκές: πήγε δεν πήγε η Ελένη η ίδια στην Τροία -Όμηρος ή Πλάτων- μπαίνει σε δεύτερη μοίρα με το που ακούς τη φράση του Λαοκόοντα!  Και μιας περί Λόγου ο λόγος, «Παίζει γαρ λόγος αιπύς,{23} ήτοι «υψηλός» και «απότομος». Δεν υπάρχει γλώσσα που να μην είναι σύμβολο, και με την ωραία Παλαιοδιαθηκή έννοια που να μην είναι «σύσσημον»{24} της ύπαρξής μου. 
 
Σε ώρες αδιεξόδου, αμηχανίας, «καιρικοτήτων» μου λες μια λέξη, της οποίας  ο εκρηκτικός μηχανισμός πυροδοτεί επανάσταση και… όλα τελείωσαν!  Μια λέξη ή μια φράση λειτουργεί καταλυτικά ή λυτρωτικά. «Τετέλεσται» ή «σ΄ αγαπ(ά)ω». Ρομαντισμός για  μελαγχολικούς ερωτευμένους η γνωστή μελωδία του Χορν «πες μου μια λέξη…» και μάλιστα πριν «να φέξει». Ό, τι έχει πει ο Ελύτης για τη συγκίνηση{25} ισχύει νομίζω και για τη λέξη: Γόησσα, αλλά δεν παύει να είναι και ρουφιάνα. Αποχαλινώνεται, αποθρασύνεται, «πλαστογραφεί», σε βαυκαλίζει και σε «καρφώνει»! Εκεί που λες την κατέχεις, ανατρέπει ειρμούς και Νεύτωνα. Οι λέξεις σε βοηθούν να ζήσεις, αλλά και σε πεθαίνουν{26} Και αυτός ακόμα ο Humbold, εξετάζοντας τη χρονική μορφή του λόγου (χαρακτηρίζει  τις προτάσεις «χρονομερίδες», «Zeitportionen») μετατοπίζει την ιεραρχία του λόγου, κατασκευάζει μιαν αντίστροφη, μιαν «αιρετική» της γλώσσας κλίμακα:  λέξη-φράση-λόγος, οπόταν «….οι λέξεις προηγούνται του λόγου»{27} και σε ποδηγετούν.  Μια λέξη  γίνεται αφορμή να επινοηθεί ένας στίχος και ο στίχος να επινοηθεί  ένα ποίημα: λέξη, στίχος ποίημα. {28} 
Και η  πιο μικρή φράση μπορεί να εκτοξεύει ριπές υπαρξιακές. Ιδού: «Μυριάδες λόγια μαραίνονται  στα  κόκκινα βιβλία, όταν ένα απλό κοριτσάκι πυροβολεί».{29} Η ανθρώπινη φύση μας το ορίζει να βρίσκουμε νόημα τόσο σε αγωνιώδεις (Kierkegaard, Heidegger), όσο και σε εξω-αγωνιώδεις περιοχές του Λόγου, αλλά και πέραν των αισθημάτων μας. Φράσεις-existenzialia,  όπως «η λέξη είναι ο φόνος του πράγματος» (Lacan),  “η επιστήμη δεν σκέφτεται” (Heidegger), «η ύπαρξη δεν σκέφτεται»(υπαρξισμός), ή  η φράση «η δύναμη της θέλησης γίνεται θέληση για δύναμη» (αναφορά στον Schopenhauer), «νικούμε, όταν νικούν οι άλλοι»(Καβάσιλας), φράσεις –τιμαλφή, ρίχνουν τόνους νερό στο μύλο της ύπαρξης και στις μεταπτώσεις της.  Γιατί η ύπαρξη δεν είναι χωρική κατηγορία, ούτε συναισθηματική υπόθεση, είναι παντού, και στο κελί ενός ερημίτη μοναχού και στο εργαστήρι του επιστήμονα. Η ύπαρξη μπορεί να γίνει το πιο ευρύχωρο Ον! Δεν χωράει στη γλώσσα, αλλά χωράει  τα πάντα. Αλλά εάν δεν υπήρχε η γλώσσα δύσκολα θα την  εντοπίζαμε ως «τοπική» επανεύρεσης του απολολότος, ως ατόπημα, λοιπόν.

Συνήθως δεν στέργει η επιστήμη  να ερμηνεύει Καβάσιλα, δεν έχει επίγνωση της παράδοσης ενός π.χ.  άγιου  Ισαάκ Σύρου, ο οποίος μιλάει στους ασκητικούς λόγους του για «άγνοια υπερτέρα πάσης γνώσεως». Μια «τοπική» του απολολότος, όπου δεν ψάχνεις, επανευρίσκεις.  Καιρός, που είναι τώρα-δα, Αμφίπολης, για ίσως φρούδες προσδοκίες να «επανεύρουμε» Κάτι (όχι πάντως εκείνον, τον Κάποιον!). Αλλά ας  θυμηθούμε και την πολυθρύλητη προσφώνηση, ελληνιστικής απόχρωσης, σε αυτόν, στον  Μακεδόνα  Μέγα Αλέξανδρο. Πως τον αποκάλεσαν, «παι-δι-ο(ς  ή παι-Διός; Καιρός, θα πείτε πάλι, και για στρεψοδικίες εγγαστρίμυθης σκέψης, που αρέσκεται να καμώνεται  βαθύνοια. Αμφισημίες και αμφιθυμίες. Αλλά αυτό είναι που αντικατοπτρίζει το διττό πρόσωπο  της αλήθειας, που την ιχνηλατείς σπέρνοντας   εκρηκτικές βομβίδες  της γλώσσας: να νικάς, λογουχάρη,  όταν νικούν οι άλλοι ή  να  διαθέτεις ευλογημένη άγνοια.  Τα υπόλοιπα αναλαμβάνει η γλώσσα της τέχνης και ιδιαίτερα  της ποίησης.  Μια έκλαμπρη άποψη του Goethe δοσμένη από τον Heidegger το πιστοποιεί: «Για τις  καθημερινές μας σχέσεις αρκεί η γλώσσα που έχουμε, για τις βαθύτερες όμως χρειάζεται μια άλλη γλώσσα, η ποιητική». Για να φανερωθεί η άλλη χροιά των πραγμάτων.  Ποια ανάγκη οδηγεί τη ”γλωσσικότητα”, αγαπημένη έννοια του Gadamer,  στην παράκαμψη της ποίησης στο δρόμο της  αναζήτησης του απολολότος, και γενικότερα σε ρητές και σε άρρητες μορφές σκέψης;  Ένα ουδέποτε εξαντλούμενο υπόλοιπο τρυφεράδας της ύπαρξης,  αλώβητο από τη  φοβερή  υπαρξιακή αγωνία και μέριμνα, δε λέω,  και οι δυο τους καλοί αγωγοί της ύπαρξης, αλλά δεν την υποκαθιστούν.
 
Αναζητώ εναγωνίως έναν ζωγράφο ή και γλύπτη να μου φτιάξει «την» ύπαρξη,  «τη» γλώσσα και «το» Πραγματικό του Lakan. Μπορούν να εκπληρωθούν τέτοιες επιθυμίες; Με έναν υπερρεαλιστή τύπου P.Klee, γιατί όχι. Όσο κι αν και τα τρία δεν «άρχονται υπό μηδενός». Αναζητώ και έναν γλωσσολόγο που θα με διδάξει να χειρίζομαι «μη αποκρίσιμες προτάσεις» και στην αποκορύφωση της τέχνης του να μεταγγίζουν οι λέξεις του τη γεύση, την ακοή και την οσμή  των πραγμάτων στο σώμα μου, στην ύπαρξή μου. Αναζητώ υπαρξιστές που δεν θα ιεροποιούν την τραυματική ύπαρξη, και ψυχαναλυτές που δεν θα ιεροποιούν, όπως καλή ώρα ο  Lakan, το τραυματικό Πραγματικό που, όπως λέγει, δεν συμβολοποιείται και δεν εγγράφεται στη γλώσσα, η  οποία αδυνατεί(τραυματική λοιπόν κι αυτή!) να πει όλη την αλήθεια. Υπάρχει άραγε κάτι που τι λέει όλη; Τραυματική ύπαρξη και τραυματικό Πραγματικό, ίσως ναι, αλλά τραυματική γλώσσα;  Καλό είναι από την εποχή των Quanta και εξής, οπότε το σωματίδιο δεν εν-τοπίζεται στο χώρο – είναι, βλέπεις,  το άτιμο, παντού-, να μην διανοείσαι να «ανα-παραστήσεις» ύπαρξη, Πραγματικό και  γλώσσα.  Γιατί η όποια αλήθεια τους διολισθαίνει, φεύγει από μέσα τους κι από τα χέρια σου. Πως θα διολίσθαινε, εάν δεν ήταν εκεί,  ώστε να μπορεί να φεύγει; Δεν έχουν τόπο, έχουν «τοπική», δηλαδή ένα ρεύμα υψηλής τάσεως, που δεν περιέχει μόνο τυφλή βία, αλλά και δύναμη καταύγασης, σαν τον ηρακλείτιο κεραυνό-λόγο. Δηλαδή  εκείνη τη δυνατότητα να αποκαλύπτει η ίδια η γλώσσα, σε πείσμα του υπαρξιακού και ψυχαναλυτικού πεσιμισμού,  την  χαροποιό πλευρά του απολολότος στην τοπική του Πραγματικού. «Σπουδάζουμε» επισταμένως υπαρξιακή μέριμνα και αγωνία, όπως και την άβυσσο του ασυνειδήτου, αλλά σπάνια την ανθρώπινη ευτυχία. Παραφράζοντας ό,τι είπε ο Rilke για το Θεό{30}: «Για να γνωρίσεις τον άνθρωπο, πρέπει να είσαι ευτυχισμένος».

Πηγή: Αντίφωνο

_

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου