Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

Η καλύβα του Wittgenstein


\



Το 1913 ο Wittgenstein επισκέπτεται τη Νορβηγία, περιπλανιέται, φθάνει σ' ένα απομονωμένο χωριό, το Skjolden, τ' αφήνει, διασχίζει το πυκνό δάσος μιας απότομης πλαγιάς, καταλήγει στην άκρη ενός γκρεμού, εκεί που θα στήσει και τη καλύβα του. Μια μικρή, ξύλινη καλύβα, μόλις 7x8 μέτρα, όπου κάτω απ' την στέγη της θα πάρει την απόφαση να εξαντλήσει εκεί τη ζωή και τη γραφή του. Σ' αυτό το μικρό καλύβι θα δουλέψει κι ένα μεγάλο μέρος του Tractatus Logico-Philosophicus καθώς επίσης κι ένα μέρος απ' το Πολιτισμός και αξία. Σε όλη τη διάρκεια της υπόλοιπης ζωής του θα επισκέπτεται την καλύβα του συνεχώς, θα ζει σ' αυτή εβδομάδες και μήνες, τις περισσότερες φορές εντελώς μόνος, μέσα στη μοναξιά του τοπίου, αυτής της τεράστιας οροσειράς του Sognefjord, κρεμασμένος πάνω από μια μικρή λίμνη που τη σχηματίζουν τα νερά του παγετώνα. Μια φθινοπωρινή μέρα του 36, καθισμένος στο γραφείο του και ατενίζοντας απ' το παράθυρο του το κόλπο της λίμνης, θα σημειώσει στο ημερολόγιο του: “Δεν μπορώ να φανταστώ άλλο μέρος για να ζήσω και να εργαστώ απ' ότι εδώ, η ηρεμία και η ομορφιά αυτού του τοπίου με καθηλώνουν”. Την επόμενη χρονιά θα γράψει στον Russel: Είσαι εντελώς μόνος σου εδώ πάνω, ούτε που διανοούμαι να ξαναβρεθώ μεταξύ ανθρώπων. Τα πάντα μέσα μου βρίσκονται σε μια κατάσταση ζύμωσης”. Η τελευταία φορά που θα επισκεφθεί την καλύβα θα είναι το φθινόπωρο του 1950, μαζί με τον φίλο του Ben Richards. Την επόμενη χρονιά θα χτυπηθεί από τον καρκίνο. “Πείτε τους πως έζησα μια όμορφη ζωή”, θα πει στους οικείους του λίγο πριν πεθάνει.

Η απομόνωση του Wittgenstein στην καλύβα του Skjolden θεωρήθηκε, ήδη απ' την εποχή του, ένα πραγματικό σκάνδαλο. Όταν θα εκμυστηρευθεί στο Πανεπιστήμιο το σχέδιό του για τη φυγή του στο φιόρδ ο Bertrand Russell θα επιχειρήσει να τον συνετίσει, αλλά ματαίως: “Του είπα για τις μεγάλες νύχτες και μου είπε ότι μισούσε το φως της μέρας, του είπα ότι θα υποφέρει απ' τη μοναξιά και μου είπε ότι βαρέθηκε να εκπορνεύει το μυαλό του με ευφυείς ανθρώπους, του είπα τέλος ότι είναι τρελός και μου απάντησε ότι ο Θεός τον προφύλαξε απ' τη λογική”, θυμόταν αργότερα ο Russell. Από τότε αλλά κυρίως μετά το θάνατο του πολλοί βιογράφοι και μελετητές του θα προσπαθήσουν να σκεφθούν πάνω στην απόφαση αυτής της αναχώρησης. Οι περισσότεροι θα στηρίξουν τις ερμηνείες τους πάνω στη ψυχολογική κατάσταση του φιλοσόφου, στη σχιζοειδή του προσωπικότητα, στο σύνδρομο Asperger και στην Antropophobic διαταραχή που κατά καιρούς τον εξαντλούσαν. Ήταν παροιμιώδεις στην εποχή του και οι ακρότητες στις οποίες τον οδηγούσαν οι αναγκαστικές του συνάφειες με τον ακαδημαϊκό κόσμο. Αυτός ο εύθραυστος ψυχισμός του που τον οδήγησε σύμφωνα με πολλούς και στην απομόνωση, σ' ένα είδος μοναχισμού. Ένας ιδιότυπος ασκητισμός που ήθελε η εργασία της σκέψης να είναι πρωτίστως μια εργασία του εαυτού, μια “πνευματική άσκηση”, [Hadot], μια εσωτερική καταβύθιση, αλλά και μια φυσική θεώρηση της αλήθειας του περιβάλλοντος κόσμου. Ο φιλόσοφος αποτραβιέται στη γαλήνη και στη μοναξιά του τοπίου για να μπορέσει να αφοσιωθεί, ψυχή τε και σώματι, σε μια εσωτερική συνομιλία ακόμη και μ' αυτό το ίδιο το έργο του. “Η άσκηση της φιλοσοφίας είναι μια άσκηση με τον ίδιο μας τον εαυτό”, θα σημειώσει το 1936. Μια συνθήκη μοναξιάς που θα είναι για τον Wittgenstein αυτή η ίδια η διαδικασία της σκέψης. Ο Russel υποψιασμένος έγραφε σε μια επιστολή του προς την Ottoline: “Είχα αντιληφθεί στο Tractatus μια ιδέα μυστικισμού, αλλά έμεινα έκπληκτος όταν ανακάλυψα ότι έχει γίνει πια ένας κανονικός μυστικιστής. Διαβάζει τη ζωή σαν τον Kierkegaard και τον Angelus Silesius, και μελετάει σοβαρά να γίνει μοναχός. Ο Wittgenstein σε όλη του τη ζωή και απ' όπου κι αν βρισκόταν, αναζητούσε αυτή την απομόνωση. Όταν ζούσε στην Ιρλανδία είχε επίσης εγκατασταθεί στην πιο άγονη και απομακρυσμένη της γωνιά. Το 1948 έγραφε απ' το Kilpatrick της Ιρλανδίας: “Είμαι καλά. Ο χειμώνας εδώ είναι πολύ ήπιος μέχρι στιγμής, αν και αρκετά υγρός. Η ομορφιά του τοπίου είναι ασύλληπτη, αν και τα χρώματα συχνά είναι πολύ μουντά. Νιώθω όμως πολύ καλύτερα εδώ, σ' αυτή τη μοναξιά, απ' ότι στο Καίμπριτζ.” Ερημικά περιβάλλοντα που διαμόρφωσαν σύμφωνα με τον Wall και την ίδια την ακρότητα της σκέψης του. Αυτή η ηθική θέση του Wittgenstein που κατέχει για πολλούς και μια ανθρωπολογική διάσταση. Ο Norman Malcolm αναφερόμενος στο έργο του αναγνωρίζει σ' αυτό μια καθαρή και μοναδική, ανθρωπολογική, κλίση. Ιδέες που εγγράφουν την ανθρωπινότητα στο καθεστώς της μυστικής της αυτοσυνειδησίας.

Σημαντικό ρόλο στην απόφαση του Wittgenstein να απομονωθεί στην καλύβα του Skjolden υποστηρίζεται από πολλούς ότι έπαιξε και η επίδραση που άσκησε πάνω του ένα έργο του Τολστόι, το Ευαγγέλιο εν συντομία. Ο Russell στην προαναφερθείσα επιστολή του προς την Ottoline θα αναφέρει: “Κατά τη διάρκεια του πολέμου, βρέθηκε στην πόλη Tarnov της Γαλικίας, και έτυχε να βρει σε ένα βιβλιοπωλείο, το Ευαγγέλιο εν συντομία του Τολστόι. Το διάβασε και το ξαναδιάβασε, και έκτοτε το είχε πάντα μαζί του. Η ανάγνωση αυτή επιδείνωσε τη μυστικιστική του σκέψη. Νομίζω ότι αυτό που του αρέσει περισσότερο στο μυστικισμό είναι που μας κάνει να μην σκεφτόμαστε.” Στο βιβλίο αυτό γίνεται μια ανασύνθεση των τεσσάρων ευαγγελίων της Καινής Διαθήκης, όπου αφαιρούνται όμως όλα εκείνα τα σημεία που χαρακτήριζαν τη θεϊκή φύση του Χριστού, όπως τα θαύματα, αναγνωρίζοντας έτσι στην περίπτωση του την αληθή θέση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είχε για τον Τολστόι μια θεϊκή καταγωγή που όφειλε να την τιμά στην καθαρότητα και ταπεινότητα του βίου του. Απομονωμένος έτσι στο αγρόκτημα του, και συναναστρεφόμενος ταπεινούς χωριάτες, ο Τολστόι αναζητούσε αυτό το ίχνος της θεϊκότητας του ανθρώπου, πέραν των υλιστικών και κοσμικών του απολαύσεων. Στην Tolstoyan ερμηνεία των Caleb Thompson και Kjell Jojannessen, η ιδιότυπη θρησκευτικότητα του Wittgenstein αναγνωρίζεται στην εγρήγορσή του, στην αντίσταση του σ' αυτό που οι Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζουν ακηδία, μια πνευματική ραθυμία στα όρια της υπαρκτικής αδιαφορίας. Εκτός κόσμου ο φιλόσοφος αφιερώνεται στο έργο της ενδοσκόπησης και αυτοβελτίωσης, της ηθικής και κατ' επέκτασιν λογικής του τελείωσης. Αν και οι περισσότεροι μελετητές του δεν αναγνωρίζουν τη θρησκεία ως μια κεντρική πτυχή της φιλοσοφίας του, εν τούτοις για τον Wittgenstein κατείχε πάντα μια πρωτεύουσα θέση μέσα στη σκέψη του. Σε μια επιστολή του προς τον Ludwig von Ficker, το 1919, γράφει για το Tractatus: “Το νόημα του βιβλίου είναι ηθικό. Το έργο μου αποτελείται από δύο μέρη: από εκείνο που είναι εδώ γραμμένο, αλλά και από ό, τι δεν έχω γράψει. Και ακριβώς αυτό το δεύτερο μέρος είναι και το πιο σημαντικό.” Μια απόλυτα αντιακαδημαϊκή θέση που θα διαγράψει και την απόφαση της αναχώρησής του. Μια αναχώρηση πρώτα από την προσδοκία της κατανόησης του κόσμου, αυτής της φιλοσοφικής του πραγμάτευσης και έπειτα από το ακαδημαϊκό περιβάλλον των Πανεπιστημίων. Ένα μυστικό, άρρητο ίχνος, που αναγνωρίζεται από τον Wittgenstein αντιστεκόμενο στη διατύπωσή του. Μια αποκαλυπτική στιγμή που δεν κομίζει στο λόγο παρά μόνο την απουσία του λόγου, αυτή λοιπόν τη μυστική κρύπτη του Wittgenstein.



Η γλώσσα εντοπίζεται έτσι απ' τον φιλόσοφο στη κρημνώδη θέση της απώλειάς της. Είναι η γλώσσα αυτής της απώλειας, της πρωταρχικής φωνητικής καταγωγής της, όπου οι λέξεις αναδύονται ως ίχνη απουσίας, όπως είναι άλλωστε και όλα τα ίχνη. Κατασκευές άγχους, που αποδίδουν το υποκείμενό τους στη σύγχυση και τη μοναξιά. Από εδώ και το παλίμψηστο της λέξης, ο πληθωρικός της χαρακτήρας, η διασπορά της και πάλι τίποτε, η κενότητα μόνο των σημείων της. Ένα άδειο πουκάμισο. Αυτή η αποκαλυψιακή μόνο προοπτική του Έξω, της νύχτας του Έξω που μπορεί και να διασώσει τη λέξη, τον ίλιγγο της σιωπηλής και ανομολόγητης απεύθυνσής της. Δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με την κατανοησιμότητά ή επαληθευσιμότητά της αλλά με τη διαθεσιμότητά της στον περίκλειστο και άρρητο γλωσσολογικό πυρήνα που την κατέχει. Η δια-στροφή της σε μια αντίστροφη προοπτική, όπου η μέριμνα δεν είναι το ονομάζειν των πραγμάτων αλλά η θεωρία τους, η ενατένισή τους. Μια γλώσσα που δεν απαξιώνει αλλά αξιώνει τις λέξεις στην εσωστρεφή προοπτική τους, στην παραδείσια κατάσταση της αναμονής.

 Το Tractatus, το έργο υπενθυμίζω που συντάχθηκε στην καλύβα, και το μόνο που εξέδωσε ο Wittgenstein, ήταν σύμφωνα και με τη πρόθεση του, ένα έργο που θα έφερνε τη φιλοσοφία στο τελικό της στάδιο. Στο έργο αυτό ο Wittgenstein μιλά για τα όρια της γλώσσας αλλά και γι αυτό το πέραν της γλώσσας, για το αδιανόητο περιβάλλον του μυστικού της ορίζοντα. Το Tractatus θα μπορούσαμε να το παρομοιάσουμε και μ' αυτή την καλύβα του Skjolden. Είναι η καλύβα της γλώσσας στην ακρώρεια του νοήματός της, σ' αυτή την οριακή απόπειρα του δημιουργού της να αναμετρηθεί με το κενό που χάσκει κάτω από τα σαπισμένα της θεμέλια. Να εκφράσει δηλαδή το ανέκφραστο, την ίδια τη σιωπή του λόγου. Για τον Wittgenstein μόνον αν γίνει αυτός ο γλωσσικός διασκελισμός, πάνω απ' το χείλος αυτής της αβύσσου, μπορεί και ν' ανακτηθεί η αλήθεια της φιλοσοφίας. Το α-νόητο ως το απ ο-καλυπτικό όριο του νοητού. Δεν προτάσσεται εδώ το αποκαλυπτικό νόημα των λέξεων αλλά το αποκαλυψιακό ίχνος της απόσυρσής τους. Σημειώνει ο Wittgenstein στο Tractatus του: “Οι προτάσεις μου χρησιμεύουν ως διασαφήσεις με τον ακόλουθο τρόπο: όποιος με κατανοεί τις αναγνωρίζει τελικά ως ανόητες, όταν τις έχει χρησιμοποιήσει - σαν σκαλοπάτια – για να αναρριχηθεί πέρα απ αυτές. (Πρέπει θα λέγαμε, να πετάξει τη σκάλα, αφού πρώτα την ανέβει.) Πρέπει να ξεπεράσει αυτές τις προτάσεις και τότε θα δει τον κόσμο σωστά.” Όταν πετάς όμως τις Προτάσεις δεν χτίζεις ένα νόημα αλλά βρίσκεσαι πάντα στο κενό, σ' αυτό το κενό που ήταν κτισμένη και η καλύβα. Η θέα του κόσμου είναι για τον Wittgenstein ορατή μόνον απ' το σημείο αυτού του χείλους, του χείλους του γκρεμού, της ακρώρειας της γλώσσας. Σ' αυτή την οριακή διακινδύνευση του λόγου, όπου ο λόγος δεν λέγει τα πράγματα αλλά τα δείχνει, στο Έξω που τα περιβάλλει, και τα αποδίδει στην απέναντι όχθη. “Το κύριο σημείο”, αναφέρει σε μια επιστολή του στον Russell, “είναι η θεωρία περί του τι μπορεί να εκφραστεί με προτάσεις – δηλαδή με τη γλώσσα – (και, κάτι που καταλήγει στο ίδιο πράγμα, τι μπορεί να νοηθεί) και τι δεν μπορεί να εκφραστεί με προτάσεις, αλλά μόνο να δειχθεί. Αυτό είναι, πιστεύω, το θεμελιώδες πρόβλημα της φιλοσοφίας.” Και πάλι όπως ο ίδιος σημειώνει στο Tractatus: “ότι μπορεί να δειχθεί δεν μπορεί να λεχθεί”. Αυτή η τελική φάση του φιλοσοφικού λόγου όπου αυτός εγκαταλείπεται στη σιωπή των ονομάτων του, στην αποσβολωτική σαγήνη της διασποράς του.

Η φιλοσοφία διασχίζοντας τη διπολική στενωπό της αμήχανης σιωπής της, μεταξύ του νοήματος και της ανοησίας, εξέρχεται από εκεί ως ένας διαμεσολαβητικός λόγος, ως μια εύθραυστη δυνατότητα εκφοράς αυτού που δεν λέγεται. Αν η φιλοσοφία δεν διέλθει απ' αυτή τη στενωπό δεν θα μπορέσει και να εισχωρήσει στο πεδίο της γλώσσας. Μια έξοδος - αυτή η εξορία του φιλοσόφου στη καλύβα του Skjolden - προς το ακάλυπτο και ακατάληπτο, προς το τυφλό σημείο της γλώσσας. Η γλώσσα έτσι του φιλοσόφου - του ποιητή βεβαίως – που τώρα αποκαλύπτεται ως μια γλώσσα δωρεάς, η γλώσσα της ίδιας της δωρεάς, μιας δωρεάς όμως αδύνατης και αδιάθετης πάντα. Είναι η γλώσσα που είναι πριν τη γλώσσα, και γι αυτό η γλώσσα που είναι πέραν της γλώσσας, αλλά ποτέ όμως η γλώσσα του εαυτού της. Ο Ludwig το ξέρει αυτό. Η φιλοσοφία ενώπιον αυτού του αποκαλυπτικού πεπρωμένου της διαγράφεται τώρα ως μια φιλοσοφία της απορίας, της αδύνατης “πρότασης”. Οι λέξεις όταν διάγουν την έξοδό τους γίνονται αδύνατες λέξεις, κενά νοήματα, αινίγματα αριθμολογικά, ασυναρτησίες. Ό, τι θέλει να πει η γλώσσα εξέρχεται μες τη βουβότητά του, στην αδύνατή του διατύπωση. Μία αδιάθετη γλώσσα, μιας και η τεχνογνωσία της δεν είναι συμβατή με τις σιωπές της. Από εδώ και οι παρεξηγήσεις, οι παραναγνώσεις, οι ακαταληψίες της. Παίρνοντας μάλιστα στο ύστερο έργο του όλο και μεγαλύτερες αποστάσεις από την επιστημονική κατανόηση του κόσμου, οι μη θεωρητικές προσεγγίσεις, όπως αυτές της τέχνης, ιδιαιτέρως της μουσικής για τον Wittgenstein, ή της απλότητας του καθημερινού βίου, γίνονται για τον μονήρη φιλόσοφο και οι πιο ασφαλείς προσεγγίσεις του κοσμικού αινίγματος. Αν οι τέχνες μπορούν να εν-τυπώσουν καλύτερα το ανείπωτο απ' ότι η φιλοσοφία, είναι γι αυτό το αδύνατο πεπρωμένο των μορφικών τους συν-κινήσεων που εγείρουν. Η μουσική θα είναι έτσι για τον Wittgenstein ο μουσικός, και μυστικός μαζί, ρυθμός της γλώσσας, που ματαίως θα επιχειρήσει να αποδώσει στην αριθμολογία του Tractatus. Ένας αδιατύπωτος ρυθμός, μια υπόκωφη μουσικότητα, ένα μυστικό tempo που αντιστέκεται στην όποια εκτέλεσή του. Γι αυτό και οι λέξεις για τον Wittgenstein, και οι δικές του λέξεις, δεν λένε τίποτε, αλλά όμως δείχνουν, δείχνουν αυτό που δεν δείχνεται, που δεν οράται, προς το αδύνατο πεδίο της γλώσσας.


 

Ο φιλόσοφος εκ-τοπισμένος στην καλύβα του εν-τοπίζει μέσα του, στις πιο βαθιές του πτυχώσεις, τη μυστική ροή του λόγου, συντονίζεται, σαγηνεύεται, επιχειρεί να αποδώσει αυτό το ρυθμό, να τον κάνει μια γλώσσα, μια γλώσσα μέσα στη γλώσσα, να τον ενθυλακώσει στους στοχασμούς του, να διανοίξει τις μυστικές του κρύπτες, να αποκαλύψει τα ίχνη του, τα ίχνη έστω της απώλειάς του. Θα αποτύχει παταγωδώς. Στο γκρεμό του Tractatus πειραματίζεται με διάφορες τεχνικές για την ανάκληση αυτής της προοπτικής. Αγωνίζεται, με μια απέλπιδα αλλά ηρωική προσπάθεια, να διασώσει σ' αυτό το χαμό, ένα απειροελάχιστο νόημα με την ευρεσιτεχνία της αριθμητικής του μεθόδου. Μια αντικειμενοποιητική εργασία ανίχνευσης μιας, έστω ισχνής, συντακτικής δομής. Η μαθηματική του διαμεσολάβηση, μεταξύ του ειπωμένου και ανείπωτου, θα κατακρημνιστεί όμως στο αβυσσαλέο βάραθρο της ανοησίας. Το ξέρει αυτό, το μαρτυρά καταγράφοντάς το, το εκμυστηρεύεται στους άλλους, προπάντων στον Russell, Αυτό που ριγεί μέσα του δεν κοινωνείται, δεν αποσπάται, δεν μεταδίδεται. Είναι ένα ρίγος πριν απ' το ρίγος, ένα Έξω, που διανοίγει την αισθαντικότητα του ανθρώπου και μέχρι τα όρια αυτή της οριστικής της εξάντλησης. Το στοίχημα του Tractatus, του έργου της καλύβας, αποδεικνύεται έτσι ένα αδύνατο στοίχημα, ένας πανωλεθριάμβος για τον Wittgenstein, όπως ακριβώς το παραδεχόταν κι ο ίδιος στους φίλους του: “μια πραγματική ανοησία”. 

Το Tractatus είναι λοιπόν αυτή η καλύβη της γλώσσας, η ευθραυστότητα του νοήματός της. Η καλύβα δεν είναι μια αδιάσειστη κατασκευή, μια στέρεη γλώσσα πάνω στον κόσμο, αλλά η γλωσσική του διαθεσιμότητα, ένα συρρικνούμενο νόημα, μπροστά στο θάμβος που την περιβάλλει. Μέσα σ' αυτό το περιβάλλον κάθε προσπάθεια αν-έγερσης πέφτει στο κενό, κατακρημνίζεται σ΄ αυτό το χείλος. Ένα γλωσσικό χείλος που αποσύρει τον κόσμο, στο μη είναι του ονόματος του, σ' αυτό το αντίπερα που τα πράγματα μόλις και αρχίζουν να διαφαίνονται. Αυτό το αδιατύπωτο του κόσμου που είναι για τον Wittgenstein και το κύριο σημείο του φιλοσοφικού του στοχασμού. Ένα σημείο κυρίαρχο, που δεν αδυνατίζει τη φιλοσοφία στην αδυνατότητα του πεδίου της αλλά απεναντίας την αποδίδει στη μοναδική της χειρονομία, αυτή της απόσυρσης του κόσμου στον τόπο της γλωσσικής του δι-αφάνειας. Όταν οι λέξεις δεν μιλάνε αλλά δείχνουν προς την αλήθειά τους και γίνονται τότε γλωσσικά συμβάντα, διασαλευμένα νοήματα, πυρακτωμένες φωνές. Η απορημένη γλώσσα είναι ο θρίαμβος της γλώσσας, η ανοικτότητά της, η ολική της διαθεσιμότητα στο άρρητο ίχνος του λόγου, στην προαιώνια φωνή της καταγωγικής της σιωπής. Ό, τι αντιστέκεται στη γλώσσα είναι κι αυτό που εγείρει τη γλώσσα, τον ανέκφραστο πυρήνα της αλήθειάς της. Ένα μονόγραμμα όλος ο κόσμος, περίκλειστος στην ενικότητά του, το ίχνος μόνο της καταδικής του απουσίας. “Η λέξη, θα πει ο Lacan, στη μοναδική του γλώσσα, “είναι μια παρουσία φτιαγμένη όλη απ' την απουσία της. Μια λέξη έτσι της επιθυμίας. Αλλά εδώ μόλις και κρούουμε ατάκτως, τη θύρα μιας άλλης καλύβης, της λακανικής. 



ο


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου