Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρίση στην Ελλάδα 2015. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρίση στην Ελλάδα 2015. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Ιουλίου 2015

O Slavoj Žižek για την Ελλάδα: το θάρρος της απελπισίας.






O Slavoj Žižek για την Ελλάδα: το θάρρος της απελπισίας.
Δημοσιεύθηκε:  

‘’Η Ελλάδα δεν καλείται να καταπιεί πολλά πικρά χάπια σε αντάλλαγμα για ένα ρεαλιστικό σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης, καλείται να υποφέρει έτσι ώστε κάποιοι άλλοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση να συνεχίσουν να ονειρεύονται ανενόχλητοι.’’

Ο Ιταλός φιλόσοφος Giorgio Agamben, δήλωσε σε συνέντευξή του ότι “η σκέψη είναι το θάρρος της απελπισίας” – μια ενόραση που είναι ιδιαίτερα σχετική με την ιστορική μας στιγμή όπου ακόμη και τα πιο απαισιόδοξα προγνωστικά κατά κανόνα τελειώνουν με έναν κεφάτο υπαινιγμό κάποιας έκδοσης του παροιμιώδους φωτός στο τέλος του τούνελ. Το αληθινό θάρρος δεν είναι να φανταστούμε μια εναλλακτική λύση, αλλά να αποδεχθούμε τις συνέπειες του γεγονότος ότι δεν υπάρχει ευδιάκριτη εναλλακτική λύση: το όνειρο μιας εναλλακτικής είναι ένα σημάδι θεωρητικής δειλίας, λειτουργεί ως φετίχ που μας εμποδίζει να σκεφτούμε ως το τέλος το αδιέξοδο της κατάστασης μας. Εν ολίγοις, το πραγματικό θάρρος είναι να παραδεχτούμε ότι το φως στο τέλος του τούνελ είναι πολύ πιθανόν ο προβολέας μιας αμαξοστοιχίας που μας πλησιάζει από την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα της ανάγκης για ένα τέτοιο θάρρος από την σημερινή Ελλάδα.

Η διπλή τυφλή στροφή που πήρε η Ελληνική κρίση, τον Ιούλιο του 2015 δεν μπορεί παρά να εμφανιστεί ως ένα βήμα όχι μόνο από την τραγωδία στην κωμωδία, αλλά, όπως ο Στάθης Κουβελάκης σημειώνει στο περιοδικό Jacobin, από την τραγωδία γεμάτη κωμικές ανατροπές απευθείας σε ένα θέατρο του παραλόγου – υπάρχει άλλος τρόπος για να χαρακτηρίσει την έκτακτη αντιστροφή κάτι ακραίου στο αντίθετό του, που θα μαγέψει ακόμα και τον πιο θεωρητικό Εγελιανό φιλόσοφο; Κουρασμένος από τις ατέλειωτες διαπραγματεύσεις με τα στελέχη της ΕΕ, στις οποίες η μία ταπείνωση ακολουθούσε την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ ζήτησε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος την Κυριακή 5η Ιουλίου, ζητώντας από τον Ελληνικό λαό, αν υποστηρίζει ή απορρίπτει την πρόταση της ΕΕ για νέα μέτρα λιτότητας. Αν και η ίδια η κυβέρνηση δήλωσε σαφώς ότι υποστηρίζει το Όχι, το αποτέλεσμα ήταν μια έκπληξη: η συντριπτική πλειοψηφία άνω του 61% ψήφισε Όχι στον Ευρωπαϊκό εκβιασμό. Οι φήμες άρχισαν να κυκλοφορούν ότι το αποτέλεσμα – νίκη για την κυβέρνηση – ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη για τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος κρυφά ήλπιζε ότι η κυβέρνηση θα χάσει, έτσι ώστε μια ήττα θα του επέτρεπε να σώσει την ψυχή του κατά την παράδοση στις απαιτήσεις της ΕΕ (“έχουμε να σεβαστούμε τη φωνή των ψηφοφόρων”). Ωστόσο, κυριολεκτικά το επόμενο πρωί, ο Τσίπρας ανακοίνωσε ότι η Ελλάδα ήταν έτοιμη να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις, και μερικές μέρες μετά η Ελλάδα διαπραγματεύτηκε μια πρόταση της ΕΕ που είναι βασικά η ίδια με αυτή που οι ψηφοφόροι απέρριψαν (σε κάποιες λεπτομέρειες ακόμα πιο σκληρή) – με λίγα λόγια, ενήργησε ως εάν η κυβέρνηση έχανε, δεν κέρδιζε, το δημοψήφισμα. Όπως ο Κουβελάκης έγραψε:

«Πώς είναι δυνατόν ένα συγκλονιστικό «όχι » στις μνημονιακές πολιτικές λιτότητας να ερμηνεύεται ως πράσινο φως για ένα νέο μνημόνιο; … Η αίσθηση του παραλόγου δεν είναι απλώς ένα προϊόν αυτής της απροσδόκητης ανατροπής. Προέρχεται κυρίως από το γεγονός ότι όλα αυτά εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια μας σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, σαν το δημοψήφισμα να ήταν κάτι σαν μια συλλογική ψευδαίσθηση που τελείωσε ξαφνικά, αφήνοντας μας να συνεχίσουμε ελεύθερα ό, τι κάναμε πριν. Αλλά επειδή δεν έχουμε όλοι γίνει Λωτοφάγοι, ας δώσουμε τουλάχιστον μια σύντομη σύνοψη των όσων έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών. … Από τη Δευτέρα το πρωί, πρωτού οι ιαχές της νίκης στις δημόσιες πλατείες πεθάνουν πλήρως, το θέατρο του παραλόγου άρχισε. …
Το κοινό, ακόμα στην χαρούμενη ομίχλη της Κυριακής, βλέπει τον εκπρόσωπο του 62 τοις εκατό να ενσωματώνεται στο 38 τοις εκατό στον άμεσο απόηχο μιας θριαμβευτικής νίκης για τη δημοκρατία και τη λαϊκή κυριαρχία. … Αλλά το δημοψήφισμα συνέβη. Δεν ήταν μια παραίσθηση από την οποία ο καθένας έχει πλέον ανακάμψει. Αντίθετα, η ψευδαίσθηση είναι η προσπάθεια να υποβαθμιστεί σε προσωρινή ‘εκτόνωση’, πριν την επανέναρξη της κατηφορικής πορείας προς ένα τρίτο μνημόνιο. »

Και τα πράγματα πήραν αυτή την κατεύθυνση. Την νύχτα της 10ης Ιουλίου, η Βουλή των Ελλήνων έδωσε στον Αλέξη Τσίπρα την εξουσιοδότηση να διαπραγματευτεί ένα νέο πακέτο διάσωσης με 250 ψήφους υπέρ έναντι 32 κατά, αλλά 17 βουλευτές της κυβέρνησης δεν υποστήριξαν το σχέδιο, το οποίο σημαίνει ότι έχει περισσότερη στήριξη από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, παρά από το δικό του. Ημέρες αργότερα, η Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ κυριαρχούμενη από την αριστερή πτέρυγα του κόμματος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι πρόσφατες προτάσεις της ΕΕ είναι «παράλογες» και «υπερβαίνουν τα όρια της αντοχής της Ελληνικής κοινωνίας» – Αριστερός εξτρεμισμός;
Αλλά και το ίδιο το ΔΝΤ (στην περίπτωση αυτή μια φωνή ελάχιστα ορθολογικού καπιταλισμού) έκανε ακριβώς την ίδια τοποθέτηση: μια μελέτη του ΔΝΤ είχε δημοσιευτεί μια μέρα νωρίτερα και έδειξε ότι η Ελλάδα χρειάζεται πολύ περισσότερο μια ελάφρυνση του χρέους από ο,τι οι Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ήταν πρόθυμες να μελετήσουν μέχρι στιγμής – οι Ευρωπαϊκές χώρες θα έπρεπε να δώσουν στην Ελλάδα μια περίοδο χάριτος 30 ετών για την εξυπηρέτηση όλων των Ευρωπαϊκών χρεών της, συμπεριλαμβανομένων των νέων δανείων, και μια δραματική επέκταση ωριμότητας …
Δεν αναρωτιόμαστε λοιπόν γιατί ο Τσίπρας διευκρίνισε ο ίδιος δημοσίως την αμφιβολία του σχετικά με το σχέδιο διάσωσης: “Δεν πιστεύουμε στα μέτρα που μας επιβλήθηκαν”, είπε κατά τη διάρκεια μιας τηλεοπτικής συνέντευξης, καθιστώντας σαφές ότι τα υποστηρίζει από καθαρή απόγνωση, με στόχο να αποτρέψει την πλήρη οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάρρευση. Οι ευρωκράτες χρησιμοποιούν τέτοιες ομολογίες με εκπληκτική κακοπιστία: τώρα που η Ελληνική κυβέρνηση αποδέχθηκε τις σκληρές συνθήκες, αμφισβητούν την ειλικρίνεια και τη σοβαρότητα της δέσμευσής της. Πώς μπορεί ο Τσίπρας να αγωνιστεί πραγματικά για ένα πρόγραμμα που δεν πιστεύει; Πώς μπορεί η Ελληνική κυβέρνηση να δεσμευτεί πραγματικά για τη συμφωνία, όταν αυτή αντιτίθεται στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος;

Ωστόσο, δηλώσεις σαν αυτές του ΔΝΤ δείχνουν ότι το πραγματικό πρόβλημα έγκειται αλλού: άραγε η Ε.Ε. πραγματικά πιστεύει στο δικό της σχέδιο διάσωσης; Πιστεύει πραγματικά ότι η βίαιη επιβολή μέτρων θα θέσει σε κίνηση την οικονομική ανάπτυξη και θα καταστεί έτσι δυνατή η πληρωμή των οφειλών; Ή μήπως το τελικό κίνητρο για τη στυγνή εκβιαστική πίεση προς την Ελλάδα δεν είναι αμιγώς οικονομικό (αφού είναι προφανώς παράλογο από οικονομικής απόψεως) αλλά πολιτικο-ιδεολογικό – ή, όπως ο Paul Krugman είχε γράψει στην εφημερίδα New York Times, “η ουσιαστική παράδοση δεν είναι αρκετή για τη Γερμανία, η οποία θέλει αλλαγή καθεστώτος και συνολική ταπείνωση – και υπάρχει μια σημαντική φατρία που απλά θέλει να πιέσει την Ελλάδα να βγει, και προσδοκούσε λίγο πολύ σε ένα αποτυχημένο κράτος ως προειδοποίηση για τους υπόλοιπους”. Πρέπει πάντα να έχουμε κατά νου τι φρίκη αποτελεί ο ΣΥΡΙΖΑ για το Ευρωπαϊκό κατασκεύασμα – ένας Συντηρητικός Πολωνός, μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, απευθύνθηκε ακόμη και απευθείας στον Ελληνικό στρατό να κάνει ένα πραξικόπημα για να σώσει τη χώρα.

Γιατί αυτή η φρίκη; Οι Έλληνες τώρα καλούνται να πληρώσουν το υψηλό τίμημα, αλλά όχι για την προοπτική ρεαλιστής ανάπτυξης. Το τίμημα που καλούνται να πληρώσουν είναι για τη συνέχιση της φαντασίωσης ”επέκταση και υποκρισία” . Καλούνται να ανέβουν επίπεδο στην πραγματική ταλαιπωρία τους, προκειμένου να διατηρήσουν το όνειρο ενός άλλου (ευρωκράτη). Ο Ζιλ Ντελέζ, δήλωσε πριν από μερικές δεκαετίες: ”Αν είσαι παγιδευμένος στο όνειρο κάποιου άλλου, την γάμησες” και αυτή είναι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα σήμερα. Οι Έλληνες δεν καλούνται να καταπιούν πολλά πικρά χάπια για ένα ρεαλιστικό σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης, καλούνται να υποφέρουν έτσι ώστε οι άλλοι να συνεχίσουν το όνειρο τους ανενόχλητοι.

Αυτός που χρειάζεται τώρα ξύπνημα δεν είναι η Ελλάδα, αλλά η Ευρώπη. Ο καθένας που δεν έχει παραδοθεί σε αυτό το όνειρο ξέρει τι μας περιμένει αν το σχέδιο διάσωσης τεθεί σε ισχύ: 90 ή και περισσότερα δισεκατομμύρια θα ριχτούν στο Ελληνικό καλάθι, αυξάνοντας το Ελληνικό χρέος στα 400 δις ευρώ (και τα περισσότερα από αυτά θα επιστρέψουν γρήγορα γρήγορα στην Δυτική Ευρώπη – η πραγματική διάσωση είναι η διάσωση των Γερμανικών και των Γαλλικών τραπεζών, όχι της Ελλάδας), και μπορούμε να αναμένουμε ότι η ίδια κρίση θα εκραγεί σε ένα-δύο χρόνια.

Αλλά είναι αυτό το αποτέλεσμα πραγματικά μια αποτυχία; Σε άμεσο επίπεδο, αν συγκρίνει κανείς το σχέδιο με την πραγματική έκβαση του, προφανώς ναι. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να αποφύγει την υποψία ότι ο πραγματικός στόχος δεν είναι να δοθεί στην Ελλάδα μια ευκαιρία, αλλά να μεταλλαχθεί σε μια οικονομική ημι-κρατική αποικία, διατηρούμενη σε μόνιμη φτώχεια και εξάρτηση, ως προειδοποίηση για τους άλλους. Αλλά σε ακόμη βαθύτερο επίπεδο, υπάρχει και πάλι μια αποτυχία – δεν είναι της Ελλάδας, αλλά και της ίδιας της Ευρώπης, του χειριστικού πυρήνα της Ευρωπαϊκής κληρονομιάς.

Το Όχι του δημοψηφίσματος ήταν αναμφίβολα μια μεγάλη ηθικο-πολιτική πράξη: κατά μιας καλά συντονισμένης εχθρικής προπαγάνδας, διασποράς φόβου και ψεμάτων, χωρίς σαφή προοπτική για το τι βρίσκεται μπροστά, ενάντια σε όλες τις ”ρεαλιστικές” αποδόσεις, οι Έλληνες ηρωικά απέρριψαν την βίαιη πίεση της ΕΕ. Το Ελληνικό Όχι επρόκειτο για μια αυθεντική χειρονομία της ελευθερίας και της αυτονομίας, αλλά το μεγάλο ερώτημα είναι, βέβαια, τι θα συμβεί την επόμενη μέρα, όταν θα έχουμε να επιστρέψουμε από την εκστατική άρνηση στην καθημερινές βρώμικες δουλειές – και εδώ, μια ακόμη ένωση προέκυψε, η ένωση των “πραγματιστικών” δυνάμεων (του ΣΥΡΙΖΑ και των μεγάλων κόμματων της αντιπολίτευσης) έναντι του Αριστερού ΣΥΡΙΖΑ και της Χρυσής Αυγής. Αλλά αυτό σημαίνει ότι ο μεγάλος αγώνας του ΣΥΡΙΖΑ ήταν μάταιος, ότι το Όχι του δημοψηφίσματος ήταν απλά μια συναισθηματικά κενή χειρονομία που προοριζόταν να κάνει την συνθηκολόγηση πιο προφανή;

Το πραγματικά καταστροφικό πράγμα για την ελληνική κρίση είναι ότι τη στιγμή που η επιλογή εμφανίζονταν ως επιλογή μεταξύ ενός Grexit και της συνθηκολόγησης με τις Βρυξέλλες, η μάχη είχε ήδη χαθεί. Και οι δύο όροι αυτής της επιλογής κινούνται εντός του κυρίαρχου ευρωκρτατικού οράματος (θυμηθείτε ότι οι Γερμανοί ανθ-‘Ελληνες σκληροπυρηνικοί όπως ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε προτιμούν το Grexit!). Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν αγωνίζεται μόνο για μια μεγαλύτερη ελάφρυνση του χρέους και για περισσότερα νέα χρήματα μέσα στις ίδιες συνολικά συντεταγμένες, αλλά και για την αφύπνιση της Ευρώπης από το δογματικό λήθαργο.

Εκεί κρύβεται το αυθεντικό μεγαλείο του ΣΥΡΙΖΑ: στο βαθμό που η εικόνα της λαϊκής αναταραχής στην Ελλάδα ήταν οι διαμαρτυρίες στην πλατεία Συντάγματος, ο ΣΥΡΙΖΑ εμπλέκονταν σε μια ηράκλειο εργασία θεσπίζοντας την μετάβαση από το σύνταγμα στο παράδειγμα, σε μια μακροπρόθεσμη και υπομονετική εργασία της μετάφρασης της ενέργειας της εξέγερσης σε συγκεκριμένα μέτρα που θα αλλάξουν την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Πρέπει να είμαστε πολύ ακριβείς εδώ: το Όχι του ελληνικού δημοψηφίσματος δεν ήταν Όχι στην “λιτότητα”, με την έννοια των αναγκαίων θυσιών και της σκληρής δουλειάς, αλλά ένα Όχι στο Ευρωπαϊκό όνειρο του ”business as usual”.

O πρώην υπουργός Οικονομικών της χώρας, Γιάνης Βαρουφάκης, έχει επανειλημμένα αναφερθεί στο θέμα αυτό με σαφήνεια: όχι περισσότερος δανεισμός, αλλά μια συνολική αναθεώρηση χρειάζεται ώστε να δώσει στην Ελληνική οικονομία την ευκαιρία να ανακάμψει. Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να είναι η αύξηση της δημοκρατικής διαφάνειας των μηχανισμών εξουσίας. Οι δημοκρατικά εκλεγμένοι κρατικοί μηχανισμοί μας θα είναι έτσι όλο και περισσότερο ενδυναμωμένοι από ένα πυκνό δίκτυο «συμφωνιών» και μη εκλεγμένων ”ειδικών” οργάνων που θα αποδίδουν την πραγματική οικονομική (και στρατιωτική) δύναμη. Εδώ είναι η αναφορά του Βαρουφάκη για μια εξαιρετική στιγμή στις συναλλαγές του με το διαπραγματευτή της ΕΕ Jeroen Dijsselbloem:

”Υπήρξε μια στιγμή κατά την οποία ο Πρόεδρος του Eurogroup αποφάσισε να κινηθεί εναντίον μας και αποτελεσματικά να μας κλείσει απ’ έξω, και έκανε γνωστό ότι η Ελλάδα ήταν ουσιαστικά στο δρόμο της για έξοδο από την Ευρωζώνη. / … / Υπάρχει μια συμφωνία πως τα ανακοινωθέντα θα πρέπει να είναι ομόφωνα, και ο Πρόεδρος δεν μπορεί απλά να συγκαλέσει συνεδρίαση της Ευρωζώνης και να αποκλείσει ένα κράτος μέλος. Και είπε, “Ω είμαι σίγουρος ότι μπορώ να το κάνω αυτό.” Γι ‘αυτό και ζήτησα μια νομική γνωμοδότηση. Αυτό δημιούργησε μια κάποια αναταραχή.

Για περίπου 5-10 λεπτά η συνεδρίαση διακόπηκε, υπάλληλοι και αξιωματούχοι μιλούσαν ο ένας στον άλλο, στο τηλέφωνό τους, και τελικά κάποιος αξιωματούχος, νομικός εμπειρογνώμονας μου απευθύνθηκε, και είπε τα εξής λόγια: «Λοιπόν, το Eurogroup δεν υφίσταται κατά νόμο , δεν υπάρχει συνθήκη που έχει συγκαλέσει αυτή την ομάδα». Έτσι, αυτό που έχουμε είναι μια ανύπαρκτη ομάδα, η οποία έχει τη μεγαλύτερη δύναμη για να καθορίσει τη ζωή των Ευρωπαίων. Δεν είναι υπόλογοι σε κανέναν, δεδομένου ότι δεν υφίστανται κατά νόμο, δεν υπάρχουν πρακτικά, και οι συνεδριάσεις είναι εμπιστευτικές. Έτσι, κανένας πολίτης δεν ξέρει ποτέ τι λέγεται εκεί μέσα … Αυτές είναι αποφάσεις σχεδόν ζωής και το θανάτου, και κανένα μέλος δεν έχει να λογοδοτήσει σε κανέναν. “

Ακούγεται οικείο; Ναι, σε όποιον ξέρει τον τρόπο που η Κινεζική εξουσία λειτουργεί σήμερα, αφού ο Deng Xiaoping έθεσε σε κίνηση ένα μοναδικό διπλό σύστημα: ο κρατικός μηχανισμός και το νομικό σύστημα ενδυναμώθηκαν από τα κομματικά θεσμικά όργανα τα οποία είναι κυριολεκτικά παράνομα- ή, όπως ο He Weifang, καθηγητής Νομικής στο Πεκίνο, το έθεσε λακωνικά: “Ως ένας οργανισμός, το Κόμμα είναι εκτός και πάνω από το νόμο. Θα έπρεπε να έχει νομική προσωπικότητα, με άλλα λόγια, ένα άτομο να μπορείς να μηνύσεις, αλλά δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί ως οργάνωση. Το Κόμμα υπάρχει έξω από το νομικό σύστημα συνολικά ». (Richard McGregor, The Party, Λονδίνο: Allen Lane 2010, σελ. 22) Είναι σαν, σύμφωνα με τα λόγια του McGregor, η κρατική βία παραμένει παρούσα, ενσωματωμένη σε έναν οργανισμό με ένα ασαφές νομικό καθεστώς:

”Θα φαινόταν δύσκολο να κρύψεις μια οργάνωση τόσο μεγάλη όσο το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά καλλιεργεί τον παρασκηνιακό του ρόλο με προσοχή. Τα τμήματα του μεγάλου κόμματος τα οποία ελέγχουν το προσωπικό και τα μέσα ενημέρωσης, κρατούν σκόπιμα ένα χαμηλό δημόσιο προφίλ. Οι επιτροπές του κόμματος (γνωστές και ως «μικρές ηγετικές ομάδες»), οι οποίες οδηγούν και υπαγορεύουν την πολιτική στα υπουργεία, τα οποία με τη σειρά τους έχουν το έργο της εκτέλεσης τους, εργάζονται εκτός οπτικού πεδίου. Η κάλυψη όλων αυτών των επιτροπών, και σε πολλές περιπτώσεις ακόμα και η ύπαρξή τους, σπάνια αναφέρεται στα κρατικά-ελεγχόμενα μέσα μαζικής ενημέρωσης, πόσο μάλλον οποιαδήποτε συζήτηση για το πώς καταλήγουν σε αποφάσεις. “

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ακριβώς το ίδιο πράγμα συνέβη στον Βαρουφάκη, όπως σε έναν Κινέζο αντιφρονούντα ο οποίος, πριν από μερικά χρόνια, επισήμως έφερε στο δικαστήριο χρεώνοντας το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα ως ένοχο της σφαγής της Tienanmien. Μετά από μερικούς μήνες, πήρε μια απάντηση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης: δεν μπορούν να ακολουθήσουν την δίωξή του, από την στιγμή που δεν υπάρχει οργάνωση που ονομάζεται “Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα” επισήμως καταχωρημένη στην Κίνα.

Και είναι σημαντικό να σημειωθεί πως η άλλη όψη αυτής της έλλειψης διαφάνειας στην εξουσία είναι ο ψευδής ανθρωπισμός: μετά την ήττα των Ελλήνων, υπάρχει, φυσικά, χρόνος για ανθρωπιστικές ανησυχίες. Ο Jean-Claude Juncker δήλωσε αμέσως σε μια συνέντευξη ότι ήταν τόσο χαρούμενος για τη συμφωνία διάσωσης, διότι θα διευκολύνει γρήγορα τον πόνο του Ελληνικού λαού που τον ανησυχεί πολύ. Κλασικό σενάριο: μετά από μια πολιτική ρωγμή, έρχονται οι ανθρωπιστικές ανησυχίες και η βοήθεια … ακόμα και η αναβολή των πληρωμών του χρέους.

Τι πρέπει να κάνει κανείς σε μια τέτοια απελπιστική κατάσταση; Κάποιος θα πρέπει να αντισταθεί ιδιαίτερα στον πειρασμό του Grexit ως μια μεγάλη ηρωική πράξη απόρριψης της περαιτέρω ταπείνωσης και της οδήγησης έξω – σε τι; Σε ποια νέα θετική τάξη εισερχόμαστε; Η επιλογή Grexit εμφανίζεται ως ”πραγματικά αδύνατο”, ως κάτι που θα οδηγήσει σε άμεση κοινωνική αποσύνθεση. Ο Κρούγκμαν γράφει: «Ο Τσίπρας προφανώς επέτρεψε στον εαυτό του να πειστεί, πριν από λίγο καιρό, ότι η έξοδος από το ευρώ ήταν εντελώς αδύνατη. Φαίνεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έκανε καν τον σχεδιασμό έκτακτης ανάγκης για ένα παράλληλο νόμισμα (ελπίζω να ανακαλύψει ότι αυτό είναι λάθος). Αυτό τον άφησε σε απελπιστική θέση διαπραγμάτευσης. ”

Η θέση του Κρούγκμαν είναι ότι το Grexit είναι επίσης «πραγματικά αδύνατο», που μπορεί να συμβεί με απρόβλεπτες συνέπειες και το οποίο, ως εκ τούτου, μπορεί να διακινδυνευτεί. “Όλοι οι σοφοί αρχηγοί που λένε ότι το Grexit είναι αδύνατο, ότι θα οδηγήσει σε πλήρη κατάρρευση, δεν ξέρουν για τι μιλάνε. Όταν το λέω αυτό, δεν εννοώ ότι είναι απαραίτητα λάθος – νομίζω ότι είναι, αλλά όποιος είναι σίγουρος για οτιδήποτε τρέφει αυταπάτες. Αντιθέτως εννοώ ότι κανείς δεν έχει καμία εμπειρία του τι έχουμε μπροστά μας ”

Ενώ κατ ‘αρχήν αυτό είναι αλήθεια, υπάρχουν, ωστόσο, πάρα πολλές ενδείξεις ότι ένα ξαφνικό Grexit τώρα θα οδηγούσε στην απόλυτη οικονομική και κοινωνική καταστροφή. Οι οικονομικοί στρατηγοί του ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζουν πολύ καλά ότι μια τέτοια χειρονομία θα μπορούσε να προκαλέσει μια άμεση περαιτέρω πτώση του βιοτικού επιπέδου για ένα επιπλέον (ελάχιστο) 30% του πληθυσμού, φέρνοντας την δυστυχία σε ένα νέο δυσβάσταχτο επίπεδο, με την απειλή της λαϊκής αναταραχής, ακόμα και της στρατιωτικής δικτατορίας. Η προοπτική αυτών των ηρωικών πράξεων είναι έτσι ένας πειρασμός προς αντίσταση.

Έπειτα, υπάρχουν και εκκλήσεις προς τον ΣΥΡΙΖΑ να επιστρέψει στις ρίζες του: Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να γίνει απλά ένα ακόμα κυβερνών κοινοβουλευτικό κόμμα, η πραγματική αλλαγή μπορεί να έρθει μόνο από την περιφέρεια, από τους ίδιους τους ανθρώπους, από την αυτο-οργάνωσή τους, όχι από τους κρατικούς μηχανισμούς … άλλη μια υπόθεση κενού πλασαρίσματος, δεδομένου ότι αποφεύγει το κρίσιμο πρόβλημα το οποίο είναι το πώς θα ασχοληθεί με τη διεθνή πίεση όσον αφορά το χρέος, ή, γενικότερα, πώς θα ασκήσει εξουσία και θα διοικήσει το κράτος. Η περιφερειακή αυτο-οργάνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το κράτος, και το ερώτημα είναι πώς θα αναδιοργανωθεί ο κρατικός μηχανισμός για να κατασταθεί πιο λειτουργικός με διαφορετικό τρόπο.

Ωστόσο, δεν είναι αρκετό να πούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει μία ηρωική μάχη, δοκιμάζοντας τι είναι δυνατό – ο αγώνας συνεχίζεται, έχει μόλις αρχίσει. Αντί να μαχόμαστε τις «αντιφάσεις» της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ (μετά από ένα θριαμβευτικό Όχι, αποδέχεται το ίδιο πρόγραμμα που απορρίφθηκε από τον λαό), και να πιανόμαστε σε αλληλοκατηγορίες για το ποιος είναι ένοχος (έκανε η πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ μια καιροσκοπική “προδοσία », ή ήταν η Αριστερά ανεύθυνη στην προτίμησή της για Grexit;), θα πρέπει μάλλον να επικεντρωθεί κανείς σε αυτό που κάνει ο εχθρός: οι ”αντιφάσεις” του ΣΥΡΙΖΑ είναι μια κατοπτρική εικόνα των ”αντιφάσεων” του οικοδομήματος της ΕΕ που σταδιακά υπονομεύουν τα ίδια τα θεμέλια της ενωμένης Ευρώπης.

Με το πρόσχημα των “αντιφάσεων” του ΣΥΡΙΖΑ, η ΕΕ απλώς παίρνει πίσω το δικό της μήνυμα στην πραγματική του μορφή. Και αυτό είναι ό, τι πρέπει να κάνει τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ. Με έναν αδίστακτο πραγματισμό και ψυχρό υπολογισμό, θα πρέπει να εκμεταλλευτεί τις πιο μικρές ρωγμές στην πανοπλία του αντιπάλου. Θα πρέπει να χρησιμοποιήσει όλους εκείνους που αντιστέκονται στις κυρίαρχες πολιτικές της ΕΕ, από τους Βρετανούς Συντηρητικούς εώς τον UKIP στο Ηνωμένο Βασίλειο. Θα πρέπει ξεδιάντροπα να φλερτάρει με τη Ρωσία και την Κίνα, παίζοντας με την ιδέα να δοθεί ένα νησί στη Ρωσία ως στρατιωτική βάση της Μεσογείου, μόνο και μόνο για να χεστούν πάνω τους οι στρατηγοί του ΝΑΤΟ. Για να παραφράσω τον Ντοστογιέφσκι, τώρα που ο Θεός της ΕΕ έχει αποτύχει, τα πάντα επιτρέπονται.

Όταν κάποιος ακούει τα παράπονα οτι η διοίκηση της ΕΕ αγνοεί βάναυσα τα δεινά του Ελληνικού λαού στην τυφλή εμμονή της με την ταπείνωση και πειθάρχηση των Ελλήνων, ότι ακόμη και οι χώρες του Ευρωπαικού Νότου, όπως η Ιταλία ή η Ισπανία δεν έδειξαν καμία αλληλεγγύη στην Ελλάδα, η αντίδρασή μας θα πρέπει να είναι: αποτελούν έκπληξη όλα αυτά; Τι περίμεναν οι κριτικοί; Ότι η διοίκηση της ΕΕ θα καταλάβαινε με μαγικό τρόπο την επιχειρηματολογία του ΣΥΡΙΖΑ και θα ενεργούσε σύμφωνα με αυτό; Η διοίκηση της ΕΕ απλά κάνει ό, τι έκανε πάντα. Στη συνέχεια, υπάρχει η μομφή ότι η Ελλάδα ψάχνει για βοήθεια στη Ρωσία και την Κίνα – λες και η ίδια η Ευρώπη δεν πιέζει την Ελλάδα προς αυτή την κατεύθυνση με την ταπεινωτική πίεση.

Στη συνέχεια, υπάρχει ο ισχυρισμός ότι φαινόμενα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύουν πως η παραδοσιακή Αριστερά / Δεξιά διχοτομία έχει επιβιώσει. Ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα ονομάζεται Άκρα Αριστερά, και η Marine Le Pen στη Γαλλία Άκρα Δεξιά, αλλά αυτά τα δύο κόμματα έχουν πράγματι πολλά κοινά: και οι δύο αγωνίζονται για την κρατική κυριαρχία, ενάντια σε πολυεθνικές εταιρείες. Ως εκ τούτου, είναι πολύ λογικό ότι στην ίδια την Ελλάδα, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σε συνασπισμό με ένα μικρό Δεξιό κόμμα υπέρ της κυριαρχίας. Στις 22 Απριλίου, του 2015, ο Φρανσουά Ολάντ, δήλωσε στην τηλεόραση ότι η Marine Le Pen σήμερα ακούγεται σαν τον George Marchais (ένα Γάλλο κομμουνιστή ηγέτη) την δεκαετία του ‘70 – την ίδια πατριωτική υπεράσπιση των απλών Γάλλων εκμεταλλευομένων από το διεθνές κεφάλαιο – να γιατί η Marine Le Pen υποστηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ. . . ένας παράξενος ισχυρισμός που δεν λέει πολλά περισσότερα από ό, τι η παλιά Φιλελεύθερη σοφία ότι ο φασισμός είναι επίσης ένα είδος του σοσιαλισμού. Η στιγμή που φέρνουμε στο προσκήνιο το θέμα των μεταναστών εργαζομένων, όλος αυτός ο παραλληλισμός καταρρέει.
Το τελικό πρόβλημα είναι πολύ πιο βασικό. Η επαναλαμβανόμενη ιστορία της σύγχρονης Αριστεράς είναι αυτή ενός ηγέτη ή κόμματος εκλεγμένου με καθολικό ενθουσιασμό, υποσχόμενου ενός «νέου κόσμου» (ο Μαντέλα, ο Λούλα) – αλλά, μετά, αργά ή γρήγορα, συνήθως μετά από μερικά χρόνια, σκοντάφτουν επάνω στο δίλημμα-κλειδί: τολμά κανείς να αγγίξει τους καπιταλιστικούς μηχανισμούς, ή μήπως κανείς πρέπει να αποφασίσει να “παίξει το παιχνίδι”; Αν κάποιος ενοχλήσει τους μηχανισμούς, τότε πολύ γρήγορα “τιμωρείται” με διαταραχές στην αγορά, οικονομικό χάος και τα ρέστα.

Ο ηρωισμός του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι, μετά τη νίκη του δημοκρατικού πολιτικού αγώνα, ρίσκαραν σε ένα βήμα παραπέρα στο να διαταραχθεί η ομαλή λειτουργία του Κεφαλαίου. Το μάθημα της Ελληνικής κρίσης είναι ότι το Κεφάλαιο, αν και, τελικά, μια συμβολική φαντασία, είναι η πραγματικότητά μας. Δηλαδή, οι σημερινές διαδηλώσεις και εξεγέρσεις προκύπτουν από τον συνδυασμό (επικάλυψη) των διαφορετικών επιπέδων, και ο συνδυασμός αυτός ευθύνεται για τη δύναμή τους: αγωνίζονται για (“κανονική” κοινοβουλευτική) δημοκρατία κατά των αυταρχικών καθεστώτων, κατά του ρατσισμού και του σεξισμού, εναντίων του μίσους που στρέφεται ιδιαίτερα κατά των μεταναστών και των προσφύγων, για κράτος πρόνοιας ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό, την καταπολέμηση της διαφθοράς στην πολιτική και την οικονομία (επιχειρήσεις που ρυπαίνουν το περιβάλλον, κλπ), για νέες μορφές δημοκρατίας που φτάνουν πέρα από τα πολυκομματικά τελετουργικά (συμμετοχή, κλπ)? και, τέλος, αμφισβητώντας το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα και προσπαθώντας να κρατήσει ζωντανή την ιδέα μιας μη-καπιταλιστικής κοινωνίας. Και οι δύο παγίδες πρέπει να αποφευχθούν εδώ: ο ψευδής ριζοσπαστισμός («αυτό που πραγματικά έχει σημασία είναι η κατάργηση του φιλελεύθερου-κοινοβουλευτικού καπιταλισμού, όλοι οι άλλοι αγώνες είναι δευτερεύοντες»), καθώς και η ψευδής αντίληψη του βαθμιαίου («τώρα αγωνιζόμαστε ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία και για την απλή δημοκρατία, ξεχάστε τα Σοσιαλιστικά σας όνειρά, αυτό έρχεται αργότερα – ίσως … »).

Όταν έχουμε να κάνουμε με έναν συγκεκριμένο αγώνα, το βασικό ερώτημα είναι: πώς η εμπλοκή μας σε αυτό ή η αποχώρηση μας από αυτό επηρεάζει άλλους αγώνες; Ο γενικός κανόνας είναι ότι, όταν μια εξέγερση ξεκινά από ένα καταπιεστικό μισο-δημοκρατικό καθεστώς, όπως συνέβη στη Μέση Ανατολή το 2011, είναι εύκολο να κινητοποιηθούν μεγάλα πλήθη με συνθήματα τα οποία δεν μπορεί κανείς παρά να χαρακτηρίσει ως ικανοποιητικά για τα πλήθη – υπέρ της δημοκρατίας, για την καταπολέμηση της διαφθοράς, κ.λπ. Αλλά τότε πλησιάζουμε σταδιακά σε πιο δύσκολες επιλογές: όταν η εξέγερση μας τον άμεσο στόχο της, αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε ότι αυτό που πραγματικά μας ενοχλούσε (η μn-ελευθερία μας, η ταπείνωση, η κοινωνική διαφθορά, η έλλειψη προοπτικής μιας αξιοπρεπούς ζωής ) συνεχίζεται με νέα εμφάνιση.

 Στην Αίγυπτο, οι διαδηλωτές κατάφεραν να απαλλαγούν από το καταπιεστικό καθεστώς του Μουμπάρακ, αλλά η διαφθορά παρέμεινε, και η προοπτική μιας αξιοπρεπούς ζωής έφυγε ακόμη πιο μακριά. Μετά την ανατροπή ενός αυταρχικού καθεστώτος, τα τελευταία απομεινάρια της πατριαρχικής φροντίδας για τους φτωχούς απομακρύνονται, έτσι ώστε η νεοαποκτηθείσα ελευθερία εκ των πραγμάτων μειώνεται στην ελευθερία επιλογής της επιθυμητής μορφής δυστυχίας σου – η πλειοψηφία όχι μόνο παραμένει φτωχή, αλλά, για να προστεθεί προσβολή στον τραυματισμό, της λένε ότι, δεδομένου ότι είναι πλέον ελεύθερη, η φτώχεια είναι δική τους ευθύνη. Σε μια τέτοια κατάσταση, πρέπει να παραδεχτούμε ότι υπήρξε ελάττωμα στον ίδιο το στόχο μας, ότι αυτός ο στόχος δεν ήταν αρκετά συγκεκριμένος – ας πούμε, ότι η τυπική πολιτική δημοκρατία μπορεί επίσης να χρησιμεύσει ως η μορφή μη-ελευθερίας: η πολιτική ελευθερία μπορεί εύκολα να προσφέρει το νομικό πλαίσιο για την οικονομική σκλαβιά, με τους μη προνομιούχους να πουλούν “ελεύθερα” τον εαυτό τους στην υποτέλεια. Ερχόμαστε έτσι σε θέση να απαιτήσουμε κάτι περισσότερο από την πολιτική δημοκρατία – τον εκδημοκρατισμό και της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Εν ολίγοις, πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτό που πρώτα αντιληφθήκαμε ως αποτυχία να αξιοποιήσουμε πλήρως μια ευγενή αρχή (της δημοκρατικής ελευθερίας) είναι μια αποτυχία εγγενής στην ίδια την αρχή αυτή – η γνώση αυτής της κίνησης από την παραμόρφωση της έννοιας, την ελλιπή υλοποίηση της, στην στρέβλωση σύμφυτη με την έννοια αυτή είναι το μεγάλο βήμα της πολιτικής παιδαγωγίας.

Η κυρίαρχη ιδεολογία κινητοποιεί εδώ ολόκληρο το οπλοστάσιο της για να μας εμποδίσει να φτάσουμε σε αυτό το ριζοσπαστικό συμπέρασμα. Αρχίζουν να μας λεν πως η δημοκρατική ελευθερία φέρνει τη δική της ευθύνη, ότι έρχεται με ένα τίμημα, ότι δεν έχουμε ακόμα ωριμάσει αν περιμένουμε πολλά από τη δημοκρατία. Με αυτόν τον τρόπο, μας κατηγορούν για την αποτυχία μας: σε μια ελεύθερη κοινωνία, έτσι όπως μας λένε, είμαστε όλοι καπιταλιστές που επενδύουμε στη ζωή μας, που πρέπει να αποφασίσουμε να βάλουμε περισσότερα στην εκπαίδευση μας από ό, τι σε διασκέδαση, αν θέλουμε να πετύχουμε, κλπ Σε πιο άμεσα πολιτικό επίπεδο, η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ εκπόνησε μια λεπτομερή στρατηγική για το πώς να ασκήσουν έλεγχο των ζημιών μέσω ενός τρόπου επαναδιοχέτευσης μιας λαϊκής εξέγερσης σε αποδεκτά κοινοβουλευτικούς-καπιταλιστικούς περιορισμούς – όπως έγινε με επιτυχία στη Νότια Αφρική, μετά την πτώση του καθεστώτος του απαρτχάιντ, στις Φιλιππίνες μετά την πτώση του Μάρκου, στην Ινδονησία μετά την πτώση του Σουχάρτο, κ.λπ. Σε αυτήν ακριβώς την συγκυρία, η ριζική χειραφετική πολιτική αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη πρόκληση: πώς να ωθήσει τα πράγματα περαιτέρω όταν η πρώτη ενθουσιώδης φάση έχει τελειώσει, πώς να κάνει το επόμενο βήμα χωρίς να υποκύψει στην καταστροφή του “ολοκληρωτικού” πειρασμού – με λίγα λόγια, πώς να κινηθεί μακρύτερα από τον Μαντέλα χωρίς να γίνει Μουγκάμπε. 

Το θάρρος της απελπισίας είναι ζωτικής σημασίας σε αυτό το σημείο.
 

Πηγή:
http://www.newstatesman.com/world-affairs/2015/07/slavoj-i-ek-greece-courage-hopelessness
 

Μετάφραση/Επιμέλεια για το Νόστιμον ἦμαρ: Παπαποστόλου Θανάσης



Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Slavoj Žižek on Greece: This is a chance for Europe to awaken


The Greeks are correct:
Brussels' denial that this is an ideological question is ideology at its purest - and symptomatic of our whole political process.

 

Varoufakis during negotiations. Pretending the Greek question is administrative,
rather than ideological, is tantamount to bullying.
Photo by Milos Bicanski- Getty Images

Slavoj Zizek

The unexpectedly strong No in the Greek referendum was a historical vote, cast in a desperate situation. In my work I often use the well-known joke from the last decade of the Soviet Union about Rabinovitch, a Jew who wants to emigrate. The bureaucrat at the emigration office asks him why, and Rabinovitch answers: “There are two reasons why. The first is that I’m afraid that in the Soviet Union the Communists will lose power, and the new power will put all the blame for the Communist crimes on us, Jews – there will again be anti-Jewish pogroms . . .”
“But,” the bureaucrat interrupts him, “this is pure nonsense. Nothing can change in the Soviet Union, the power of the Communists will last for ever!”
“Well,” responds Rabinovitch calmly, “that’s my second reason.”
I was informed that a new version of this joke is now circulating in Athens. A young Greek man visits the Australian consulate in Athens and asks for a work visa. “Why do you want to leave Greece?” asks the official.
“For two reasons,” replies the Greek. “First, I am worried that Greece will leave the EU, which will lead to new poverty and chaos in the country . . .”
“But,” interrupts the official, “this is pure nonsense: Greece will remain in the EU and submit to financial discipline!”
“Well,” responds the Greek calmly, “this is my second reason.”
Are then both choices worse, to paraphrase Stalin?
The moment has come to move beyond the irrelevant debates about the possible mistakes and misjudgments of the Greek government. The stakes are now much too high.

That a compromise formula always eludes in the last moment in the ongoing negotiations between Greece and the EU administrators is in itself deeply symptomatic, since it doesn’t really concern actual financial issues – at this level, the difference is minimal. The EU usually accuse Greeks of talking only in general terms, making vague promises without specific details, while Greeks accuse the EU of trying to control even the tiniest details and imposing on Greece conditions that are more harsh than those imposed on the previous government. But what lurks behind these reproaches is another, much deeper conflict. The Greek prime minister, Alexis Tsipras, recently remarked that if he were to meet alone with Angela Merkel for dinner, they would have found a formula in two hours. His point was that he and Merkel, the two politicians, would treat the disagreement as a political one, in contrast to technocratic administrators such as the Eurogroup president, Jeroen Dijsselbloem. If there is an emblematic bad guy in this whole story, it is Dijsselbloem whose motto is: “If I get into the ideological side of things, I won’t achieve anything.”

This brings us to the crux of the matter: Tsipras and Yanis Varoufakis, the former finance minister who resigned on 6 July, talk as if they are part of an open political process where decisions are ultimately “ideological” (based on normative preferences), while the EU technocrats talk as if it is all a matter of detailed regulatory measures. When the Greeks reject this approach and raise more fundamental political issues, they are accused of lying, of avoiding concrete solutions, and so on. And it is clear that the truth here is on the Greek side: the denial of “the ideological side” advocated by Dijsselbloem is ideology at its purest. It masks (falsely presents) as purely expert regulatory measures that are effectively grounded in politico-ideological decisions.

On account of this asymmetry, the “dialogue” between Tsipras or Varoufakis and their EU partners often appears as a dialogue between a young student who wants a serious debate on basic issues, and an arrogant professor who, in his answers, humiliatingly ignores the issue and scolds the student with technical points (“You didn’t formulate that correctly! You didn’t take into account that regulation!”). Or even as a dialogue between a rape victim who desperately reports on what happened to her and a policeman who continuously interrupts her with requests for administrative details. This passage from politics proper to neutral expert administration characterises our entire political process: strategic decisions based on power are more and more masked as administrative regulations based on neutral expert knowledge, and they are more and more negotiated in secrecy and enforced without democratic consultation. The struggle that goes on is the struggle for the European economic and political Leitkultur (the guiding culture). The EU powers stand for the technocratic status quo that has kept Europe in inertia for decades.

In his Notes Towards a Definition of Culture, the great conservative T S Eliot remarked that there are moments when the only choice is the one between heresy and non-belief, ie, when the only way to keep a religion alive is to perform a sectarian split from its main corpse. This is our position today with regard to Europe: only a new “heresy” (represented at this moment by Syriza) can save what is worth saving in European legacy: democracy, trust in people, egalitarian solidarity. The Europe that will win if Syriza is outmaneuvered is a “Europe with Asian values” (which, of course, has nothing to do with Asia, but all with the clear and present tendency of contemporary capitalism to suspend democracy).

***
In western Europe we like to look on Greece as if we are detached observers who follow with compassion and sympathy the plight of the impoverished nation. Such a comfortable standpoint relies on a fateful illusion – what has been happening in Greece these last weeks concerns all of us; it is the future of Europe that is at stake. So when we read about Greece, we should always bear in mind that, as the old saying goes, de te fabula narrator (the name changed, the story applies to you).
An ideal is gradually emerging from the European establishment’s reaction to the Greek referendum, the ideal best rendered by the headline of a recent Gideon Rachman column in the Financial Times: “Eurozone’s weakest link is the voters.”

In this ideal world, Europe gets rid of this “weakest link” and experts gain the power to directly impose necessary economic measures – if elections take place at all, their function is just to confirm the consensus of experts. The problem is that this policy of experts is based on a fiction, the fiction of “extend and pretend” (extending the payback period, but pretending that all debts will eventually be paid).

Why is the fiction so stubborn? It is not only that this fiction makes debt extension more acceptable to German voters; it is also not only that the write-off of the Greek debt may trigger similar demands from Portugal, Ireland, Spain. It is that those in power do not really want the debt fully repaid. The debt providers and caretakers of debt accuse the indebted countries of not feeling enough guilt – they are accused of feeling innocent. Their pressure fits perfectly what psychoanalysis calls “superego”: the paradox of the superego is that, as Freud saw it, the more we obey its demands, the more we feel guilty.

Imagine a vicious teacher who gives to his pupils impossible tasks, and then sadistically jeers when he sees their anxiety and panic. The true goal of lending money to the debtor is not to get the debt reimbursed with a profit, but the indefinite continuation of the debt that keeps the debtor in permanent dependency and subordination. For most of the debtors, for there are debtors and debtors. Not only Greece but also the US will not be able even theoretically to repay its debt, as it is now publicly recognised. So there are debtors who can blackmail their creditors because they cannot be allowed to fail (big banks), debtors who can control the conditions of their repayment (US government), and, finally, debtors who can be pushed around and humiliated (Greece).

The debt providers and caretakers of debt basically accuse the Syriza government of not feeling enough guilt – they are accused of feeling innocent. That’s what is so disturbing for the EU establishment about the Syriza government: that it admits debt, but without guilt. They got rid of the superego pressure. Varoufakis personified this stance in his dealings with Brussels: he fully acknowledged the weight of the debt, and he argued quite rationally that, since the EU policy obviously didn’t work, another option should be found.

Paradoxically, the point Varoufakis and Tsipras are making repeatedly is that the Syriza government is the only chance for the debt providers to get at least part of their money back. Varufakis himself wonders about the enigma of why banks were pouring money into Greece and collaborating with a clientelist state while knowing very well how things stood – Greece would never have got so heavily indebted without the connivance of the western establishment. The Syriza government is well aware that the main threat does not come from Brussels – it resides in Greece itself, a clientelist corrupted state if there ever was one. What the EU bureaucracy should be blamed for is that, while it criticized Greece for its corruption and inefficiency, it supported the very political force (the New Democracy party) that embodied this corruption and inefficiency.
The Syriza government aims precisely at breaking this deadlock – see Varoufakis’s programmatic declaration (published in the Guardian) which renders the ultimate strategic goal of the Syriza government:

A Greek or a Portuguese or an Italian exit from the eurozone would soon lead to a fragmentation of European capitalism, yielding a seriously recessionary surplus region east of the Rhine and north of the Alps, while the rest of Europe would be in the grip of vicious stagflation. Who do you think would benefit from this development? A progressive left, that will rise Phoenix-like from the ashes of Europe’s public institutions? Or the Golden Dawn Nazis, the assorted neofascists, the xenophobes and the spivs? I have absolutely no doubt as to which of the two will do best from a disintegration of the eurozone. I, for one, am not prepared to blow fresh wind into the sails of this postmodern version of the 1930s. If this means that it is we, the suitably erratic Marxists, who must try to save European capitalism from itself, so be it. Not out of love for European capitalism, for the eurozone, for Brussels, or for the European Central Bank, but just because we want to minimise the unnecessary human toll from this crisis.
The financial politics of the Syriza government followed closely these guidelines: no deficit, tight discipline, more money raised through taxes. Some German media recently characterised Varoufakis as a psychotic who lives in his own universe different from ours – but is he so radical?

What is so enervating about Varoufakis is not his radicalism but his rational pragmatic modesty – if one looks closely at the proposals offered by Syriza, one cannot help noticing that they were once part of the standard moderate social democratic agenda (in Sweden of the 1960s, the programme of the government was much more radical). It is a sad sign of our times that today you have to belong to a “radical” left to advocate these same measures – a sign of dark times but also a chance for the left to occupy the space which, decades ago, was that of moderate centre left.

But, perhaps, the endlessly repeated point about how modest Syriza’s politics are, just good old social democracy, somehow misses its target – as if, if we repeat it often enough, the eurocrats will finally realise we’re not really dangerous and will help us. Syriza effectively is dangerous, it does pose a threat to the present orientation of the EU – today’s global capitalism cannot afford a return to the old welfare state.

So there is something hypocritical in the reassurances of the modesty of what Syriza wants: it effectively want something that is not possible within the coordinates of the existing global system. A serious strategic choice will have to be made: what if the moment has come to drop the mask of modesty and openly advocate a much more radical change that is needed to secure even a modest gain?

Many critics of the Greek referendum claimed that it was a case of pure demagogic posturing, mockingly pointing out that it was not clear what the referendum was about. If anything, the referendum was not about the euro or drachma, about Greece in EU or outside it: the Greek government repeatedly emphasised its desire to remain in the EU and in the eurozone. Again, the critics automatically translated the key political question raised by the referendum into an administrative decision about particular economic measures.


***

In an interview with Bloomberg on 2 July, Varoufakis made clear the true stakes of the referendum. The choice was between the continuation of the EU politics of the last years that brought Greece to the edge of ruin – the fiction of “extend and pretend” (extending the payback period, but pretending that all debts will eventually be paid) – and a new realist beginning that would no longer rely on such fictions, and would provide a concrete plan about how to start the actual recovery of the Greek economy.

Without such a plan, the crisis would just reproduce itself again and again. On the same day, even the IMF conceded that Greece needs a large-scale debt relief to create “a breathing space” and get the economy moving (it proposes a 20-year moratorium on debt payments).

The No in the Greek referendum was thus much more than a simple choice between two different approaches to economic crisis. The Greek people have heroically resisted the despicable campaign of fear that mobilised the lowest instincts of self-preservation. They have seen through the brutal manipulation of their opponents who falsely presented the referendum as a choice between euro and drachma, between Greece in Europe and “Grexit”.

Their No was a No to the eurocrats who prove daily that they are unable to drag Europe out of its inertia. It was a No to the continuation of business as usual; a desperate cry telling us all that things cannot go on the usual way. It was a decision for authentic political vision against the strange combination of cold technocracy and hot racist clichés about the lazy, free-spending Greeks. It was a rare victory of principles against egotist and ultimately self-destructive opportunism. The No that won was a Yes to full awareness of the crisis in Europe; a Yes to the need to enact a new beginning.

It is now up to the EU to act. Will it be able to awaken from its self-satisfied inertia and understand the sign of hope delivered by the Greek people? Or will it unleash its wrath on Greece in order to be able to continue its dogmatic dream?

Slavoj Žižek’s is a senior researcher at the University of Ljubljana in Slovenia. His latest book is “Trouble in Paradise: from the End of History to the End of Capitalism” (Allen Lane)

Πηγή: NewStatesman (NS)
_



Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

χρεωμένοι Ναι, ένοχοι Όχι!

.

Μια σημείωση για τον ΣΥΡΙΖΑ:
χρεωμένοι Ναι, αλλά όχι ένοχοι! -του Slavoj Žižek




μετάφραση Νικήτας Φεσσάς

Η εντύπωση που έχει κανείς από από τα δικά μας ΜΜΕ είναι ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα αποτελείται από  ένα τσούρμο λαϊκιστών εξτρεμιστών που υποστηρίζουν «παράλογα» και «ανεύθυνα» λαϊκιστικά μέτρα. Τίποτα δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Είναι, αντιθέτως, η πολιτική της ΕΕ που έχει υπάρξει και συνεχίζει να είναι, καταφανώς παράλογη. Από το 2008, η Ελλάδα έχει αναγκαστεί να πάρει σκληρά μέτρα λιτότητας για να βάλει τα οικονομικά της σε τάξη. Ωστόσο σήμερα, επτά χρόνια αργότερα, αφού η χώρα υπέστη μια τρομακτική οπισθοδρόμηση, τα οικονομικά της Ελλάδας είναι σε ακόμα μεγαλύτερη αναταραχή. Πράγματι, το χρέος της χώρας αυξήθηκε από λίγο πιο πάνω από το 100% του ΑΕΠ στο 175%, και αυτή τη στιγμή ανέρχεται στα 320 δις ευρώ. Αν αυτό δεν είναι παράλογο, τότε αυτή η λέξη δεν έχει πλέον κανένα νόημα. Γιατί, λοιπόν, η ΕΕ κάνει αυτό το πράγμα στην Ελλάδα; 

Όπως όλοι γνωρίζουμε, η πολιτική της ΕΕ προς τις υπερχρεωμένες χώρες όπως η Ελλάδα ακολουθεί την τακτική «παράταση και υποκρισία” – παρατείνουμε την περιόδο αποπληρωμής, αλλά προσποιούμαστε ότι όλα τα χρέη τελικά θα αποπληρωθούν. Γιατί, λοιπόν, η μυθοπλασία της αποπληρωμής είναι τόσο επίμονη; Δεν είναι μόνο ότι αυτή η φαντασίωση κάνει την παράταση αποπληρωμής του χρέους πιο εύκολα αποδεκτή στους Γερμανούς ψηφοφόρους. Ούτε ότι ενδεχόμενη διαγραφή του ελληνικού χρέους μπορεί να δώσει αφορμή για παρόμοια αιτήματα εκ μέρους των Πορτογάλων, των Ιρλανδών και των Ισπανών. Ο πραγματικός λόγος είναι απλά ότι αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία δεν θέλουν πραγματικά το χρέος να αποπληρωθεί. Ο πραγματικός στόχος εκείνου που δανείζει χρήματα στον οφειλέτη δεν είναι να πάρει πίσω τα χρωστούμενα με τόκο, αλλά η επ ‘αόριστον διαιώνιση του χρέους που διατηρεί τον οφειλέτη σε θέση μόνιμης εξάρτησης και υποταγής. Μια δεκαετία πριν, η Αργεντινή αποφάσισε να αποπληρώσει το χρέος της προς το ΔΝΤ πριν από την ώρα του (με οικονομική βοήθεια από τη Βενεζουέλα). Η αντίδραση του ΔΝΤ ήταν απρόσμενη: αντί να είναι ευτυχείς που πήραν πίσω τα χρήματά τους, οι κορυφαίοι εκπρόσωποι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου εξέφρασαν την ανησυχία τους ότι η Αργεντινή θα χρησιμοποιήσει τη νεοαποκτηθείσα ελευθερία και οικονομική ανεξαρτησία από διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για να εγκαταλείψει τη συντηρητική δημοσιονομική πολιτική και να επιδοθεί σε αλόγιστες σπατάλες… Το χρέος είναι ένα μέσο ελέγχου του οφειλέτη, και ως εκ τούτου, αγωνίζεται να διευρυνθεί και να αναπαραχθεί. 

Η συνεχιζόμενη πίεση της ΕΕ προς την Ελλάδα να εφαρμόσει μέτρα λιτότητας ταιριάζει απόλυτα σε αυτό που η ψυχανάλυση ονομάζει υπερεγώ. Το υπερεγώ δεν είναι ένας καθαρά ηθικός παράγων, αλλά ένας σαδιστικός παράγων, ο οποίος βομβαρδίζει το θέμα με αδύνατα αιτήματα, αντλώντας αισχρή απόλαυση απο την αποτυχία του υποκειμένου να συμμορφωθεί με αυτά. Το παράδοξο με το υπερεγώ είναι ότι, όπως ο Φρόιντ είδε ξεκάθαρα, όσο περισσότερο υπακούμε στις απαιτήσεις του, τόσο περισσότερο αισθανόμαστε ένοχοι. Φανταστείτε ένα φαύλο δάσκαλο ο οποίος αναθέτει στους μαθητές του αδύνατες εργασίες, και στη συνέχεια αποδοκιμάζει σαδιστικά όταν βλέπει το άγχος και τον πανικό τους. Αυτό είναι και το στοιχείο που είναι τόσο τρομερά λάθος με τις απαιτήσεις/εντολές της ΕΕ: δεν δίνει στην Ελλάδα καν μια ευκαιρία – η Ελληνική αποτυχία είναι μέρος του παιχνιδιού. 

Σαν να μην έχουν υποφέρει ήδη αρκετά, οι Έλληνες είναι θύματα μιας εκστρατείας που κινητοποιεί τα χαμηλότερα εγωιστικά ένστικτα. Όποτε μιλάνε για διαγραφή μέρους του χρέους, τα δικά μας ΜΜΕ το παρουσιάζουν ως ένα μέτρο που θα πλήξει τους απλούς φορολογούμενους, βάζοντας τους τεμπέληδες και διεφθαρμένους Έλληνες απέναντι στους σκληρά εργαζόμενους απλούς ανθρώπους σε άλλες χώρες. Στη Σλοβενία, τη δική μου χώρα, όσοι εκφράζουν συμπάθεια προς τον ΣΥΡΙΖΑ κατηγορούνταν ακόμη και για εθνική προδοσία … Έτσι, όταν, κατά τη διάρκεια της οικονομικής κατάρρευσης του 2008, οι μεγάλες τράπεζες κατέστησαν αφερέγγυες, ήταν εντάξει για το κράτος να καλύψει τις απώλειές τους ξοδεύοντας τρισεκατομμύρια (από τα χρήματα των φορολογουμένων φυσικά), αλλά όταν ένας ολόκληρος λαός δυστυχεί, θα πρέπει να καταβάλει το χρέος. 

Πώς μπορούμε να βγούμε από αυτό το κολασμένο κύκλο του χρέους και την ενοχής; Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ το πέτυχε. Οι δανειστές κατηγορούν ουσιαστικά την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν αισθάνεται τόσες ενοχές όσο θα έπρεπε. Την κατηγορούν για το ότι αισθάνεται αθώα. Αυτό είναι που το κατεστημένο της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκει τόσο ενοχλητικό σχετικά με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ: παραδέχεται το χρέος, αλλά χωρίς ενοχή. Ο ΣΥΡΙΖΑ ξεφορτώθηκε την πίεση του υπερεγώ. Ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών Γιάννης Βαρουφάκης προσωποποιεί τη στάση αυτή στις συναλλαγές του με τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο: ο ίδιος αναγνωρίζει πλήρως το βάρος του χρέους, και υποστηρίζει αρκετά ορθολογικά ότι, δεδομένου ότι η πολιτική της ΕΕ προφανώς δεν λειτούργησε, θα πρέπει να βρεθεί μια άλλη επιλογή. Παραδόξως, αυτό που επανειλημμένα ισχυρίζονται Βαρουφάκης και Τσίπρας είναι ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι η μόνη ευκαιρία για τους δανειστές να πάρουν τουλάχιστον ένα μέρος των χρημάτων τους πίσω. Ο ίδιος ο Βαρουφάκης αναρωτιέται γιατί οι τράπεζες έριχναν λεφτά στην Ελλάδα και συνεργάζονταν με ένα πελατειακό κράτος, ενώ την ίδια στιγμή όλοι γνώριζαν πολύ καλά πώς είχαν τα πράγματα. Η Ελλάδα δεν θα είχε ποτέ αποκτήσει τόσο μεγάλο χρέος χωρίς τη συνενοχή του Δυτικού κατεστημένου. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζει πολύ καλά ότι η κύρια απειλή δεν προέρχεται από τις Βρυξέλλες. Αντιθέτως, κατοικοεδρεύει στην ίδια την Ελλάδα – ένα πελατειακό, διεφθαρμένο Κράτος. Αυτό για το οποίο η Ευρώπη (η γραφειοκρατία της ΕΕ) θα πρέπει να κατηγορηθεί είναι για το ότι, ενώ επικρίνει την Ελλάδα για διαφθορά και αναποτελεσματικότητα του, υποστήριξε την πολιτική δύναμη (Νέα Δημοκρατία) που ενσάρκωνε αυτή τη διαφθορά και την αναποτελεσματικότητα. 

Για το λόγο αυτό, το κύριο καθήκον όλων των πραγματικών αριστερών σήμερα να είναι να επιδείξουν πανευρωπαϊκή αλληλεγγύη προς την Ελλάδα, όχι μόνο επειδή η μοίρα της Ελλάδας είναι στα χέρια της Ευρώπης. Εμείς οι Δυτικοευρωπαίοι θέλουμε να βλέπουμε την Ελλάδα ως αποστασιοποιημένοι παρατηρητές που παρακολουθούν τη δεινή κατάσταση της φτωχής χώρας με συμπόνια και συμπάθεια. Ωστόσο, μια τέτοια ‘χαλαρή’ οπτική στηρίζεται σε μια μοιραία ψευδαίσθηση. Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα αυτές τις τελευταίες εβδομάδες αφορά όλους μας – διακυβεύεται το μέλλον της Ευρώπης. Έτσι, όταν διαβάζουμε για την Ελλάδα αυτές τις μέρες, θα πρέπει πάντα να έχουμε κατά νου ότι, όπως λέει το παλαιό ρητό, de te fabula narrator. 

Αριστεροί σε όλη την Ευρώπη διαμαρτύρονται πως σήμερα κανείς δεν τολμά να διαταράξει πραγματικά το νεοφιλελεύθερο δόγμα. Το πρόβλημα είναι πραγματικό, φυσικά: τη στιγμή που κάποιος παραβιάζει αυτό το δόγμα, ή μάλλον, τη στιγμή που κάποιος θεωρείται ως πιθανός παράγων που μπορεί να προκαλέσει αυτή τη διαταραχή, τεράστιες δυνάμεις εξαπολύονται εναντίον του. Παρά το γεγονός ότι οι δυνάμεις αυτές εμφανίζονται ως αντικειμενικοί οικονομικοί παράγοντες, στην πραγματικότητα είναι δυνάμεις ψευδαισθήσεων και ιδεολογίας. Αλλά η υλική δύναμή τους είναι ωστόσο εντελώς καταστροφική. Σήμερα είμαστε κάτω από την τεράστια πίεση αυτού που τι θα πρέπει να ονομάσουμε ‘εχθρική προπαγάνδα’. Επιτρέψτε μου να παραθέσω τον Alain Badiou : “Ο στόχος κάθε εχθρικής προπαγάνδας δεν είναι να εξολοθρεύει μια υπάρχουσα δύναμη (η λειτουργία αυτή συνήθως επαφίεται στις αστυνομικές δυνάμεις), αλλά να εξολοθρεύει μια απαρατήρητη δυνατότητα της κατάστασης “. Με άλλα λόγια, η εχθρική προπαγάνδα προσπαθεί να σκοτώσει την ελπίδα: το μήνυμα αυτής της προπαγάνδας είναι η παραιτημένη πεποίθηση ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε, ακόμα και αν δεν είναι ο καλύτερος από όλους τους δυνατούς κόσμους, είναι ο λιγότερο κακός, κατά συνέπεια οποιαδήποτε ριζική αλλαγή θα μπορούσε μόνο να κάνει τα πράγματα χειρότερα. 

Κάποιος πρέπει να κάνει την πρώτη κίνηση και να κόψει τον γόρδιο δεσμό του νεοφιλελεύθερου δόγματος. Πράγματι, ας μην ξεχνάμε ότι αυτοί που κηρύττουν αυτό το δόγμα – από τις ΗΠΑ ως τη Γερμανία – το παραβιάζουν ελεύθερα όποτε τους βολεύει. Ο αγώνας του ΣΥΡΙΖΑ πηγαίνει πολύ πιο πέρα ​​από έναν απλό αγώνα για ευημερία. Είναι αγώνας για έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, η αντίσταση ενός κόσμου που απειλείται από ταχεία παγκοσμιοποίηση ή μάλλον ενός πολιτισμού με καθημερινές τελετουργίες και τους τρόπους που απειλούνται από μετα-ιστορική εμπορευματοποίηση. Είναι αυτή η αντίσταση συντηρητική; Σήμερα οι mainstream αυτοαποκαλούμενοι  πολιτικά και πολιτισμικά συντηρητικοί δεν είναι πραγματικά συντηρητικοί. Υιοθετώντας πλήρως τη συνεχή αυτο-επανάσταση του καπιταλισμού, θέλουν απλά να την κάνουν πιο αποτελεσματική συμπληρώνοντάς την με κάποιους παραδοσιακούς θεσμούς (θρησκεία, κλπ) ώστε να περιορίσουν τις καταστροφικές συνέπειές της για την κοινωνική ζωή και να διατηρήσουν την κοινωνική συνοχή. Αληθινός συντηρητικός σήμερα είναι αυτός που παραδέχεται πλήρως τις αντιθέσεις και τα αδιέξοδα του παγκόσμιου καπιταλισμού, αυτός που απορρίπτει τον απλό προοδευτισμό, και είναι προσεκτικός απέναντι στη σκοτεινή πλευρά της προόδου. 

Αυτός είναι ο λόγος που τρέφω βαθύ σεβασμό για τον αγώνα του ΣΥΡΙΖΑ. Το ίδιο το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να υφίσταται, μάς καθιστά όλους ελεύθερους: όλοι γνωρίζουμε ότι όσο ο ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει, υπάρχει μια ευκαιρία και για όλους εμάς.


N.

_

A Note on Syriza: Indebted Yes, but Not Guilty!

Εδώ το αρχικό κείμενο στα αγγλικά>>>

_