Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Raphael Lemkin. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Raphael Lemkin. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Η γέννηση της γενοκτονίας







Γενοκτονία: εκ του «γένος» και «κτείνω» (σκοτώνω). Σύνθετη ελληνική λέξη για την οποία πολλή κουβέντα γίνεται τελευταία: το εβραϊκό Ολοκαύτωμα, η αναγνωρισμένη από την ελληνική Βουλή Γενοκτονία του Ποντιακού και Μικρασιατικού Ελληνισμού ή η Αρμενική Γενοκτονία και οι αντιδράσεις της Τουρκίας απέναντι σε ξένα Κοινοβούλια που την αναγνωρίζουν. Αρνητές γενοκτονιών, νομοσχέδια που προβλέπουν την ποινικοποίηση της άρνησης μιας γενοκτονίας – έννοια απόλυτα συνυφασμένη με τον ταραγμένο 20ό αιώνα, η οποία μας ακολουθεί ακόμα. Πώς όμως και πότε ακριβώς προέκυψε ως όρος;

Εδώ υπάρχει ένα μικρό παράδοξο. Παρότι ελληνικός όρος, δεν χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά, αλλά στα αγγλικά (genocide). Το 1944, στο βιβλίο «Η διοίκηση του Αξονα στην κατεχόμενη Ευρώπη», ο Αμερικανός νομικός Ραφαέλ Λέμκιν χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον νεολογισμό «γενοκτονία» ανατρέχοντας για τη δημιουργία του στην ελληνική γλώσσα. (Είχε προτείνει και έναν εναλλακτικό όρο, αντλημένο επίσης από την ελληνική γλώσσα: «εθνοκτονία».) Ηδη από το 1933, σε ένα διεθνές συνέδριο, ο Λέμκιν είχε προτείνει τη θέσπιση διεθνούς συνθήκης που θα προέβλεπε την τιμωρία κάθε είδους επιθέσεων εις βάρος εθνικών, θρησκευτικών και εθνοτικών ομάδων.

Νυρεμβέργη

Το 1945, στη δίκη των ναζί εγκληματιών στη Νυρεμβέργη, εκτός από τον όρο «γενοκτονία», χρησιμοποιήθηκε ο επίσης κομβικός όρος «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας». Ακολούθησαν ζυμώσεις στους κόλπους του ΟΗΕ και, τρία χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1948, θεσπίστηκε στη Γενική Συνέλευση η «Συνθήκη για την Πρόληψη και την Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας», η οποία αποτελείται από 19 άρθρα. Η συνθήκη διακηρύττει ότι «η γενοκτονία, συντελουμένη είτε εν καιρώ ειρήνης είτε εν καιρώ πολέμου, τυγχάνει έγκλημα διεθνούς δικαίου» και οι συμβαλλόμενοι «αναλαμβάνουν την υποχρέωσιν να προλαμβάνουν και να τιμωρούν τούτο». Στο άρθρο 2 δινόταν ο ορισμός της γενοκτονίας: «οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις οι οποίες διαπράττονται με την πρόθεση καταστροφής, εν όλω ή εν μέρει, μιας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας ως τέτοιας α) ανθρωποκτονία μελών της ομάδας, β) πρόκληση βαρείας σωματικής ή διανοητικής βλάβης σε μέλη της ομάδας, γ) με πρόθεση επιβολής επί της ομάδας συνθηκών ζωής υπολογισμένων να επιφέρουν τη φυσική καταστροφή της εν όλω ή εν μέρει, δ) επιβολή μέτρων που σκοπεύουν στην παρεμπόδιση των γεννήσεων εντός της ομάδας, ε) διά της βίας μεταφορά παιδιών της ομάδας σε άλλη ομάδα». Επιπροσθέτως, η συνθήκη καθιστούσε σαφές ότι όσοι συμμετέχουν, εμμέσως ή αμέσως, σε ένα τέτοιο έγκλημα τιμωρούνται «ανεξαιρέτως αν έδρασαν με συνταγματικότητα, με δημόσια εντολή ή ατομικά». Μάλιστα, «τα άτομα που διέπραξαν γενοκτονία... θα τιμωρούνται ανεξάρτητα αν είναι μέλη κυβέρνησης, κρατικοί λειτουργοί ή ιδιώτες», ενώ θα δικάζονται «στη χώρα που έχει διαπραχθεί το αδίκημα ή σε κάποιο διεθνές ποινικό δικαστήριο που θα γίνει αποδεκτό από τους συμβαλλόμενους...».

Οπως γράφει στο συλλογικό έργο «Crimes of War. What the Public should know» (Norton & Company, 1999) η Diane F. Orentlicher, καθηγήτρια του Δικαίου και διευθύντρια του Γραφείου Ερευνών Εγκλημάτων Πολέμου στο Washington College of Law (American University), η ερμηνεία του όρου από τον ΟΗΕ περιόριζε δραστικά αυτό που είχε αρχικά στον νου του ο Λέμκιν, καθώς ο τελευταίος δεν αρκούνταν στον βιολογικό αφανισμό μιας φυλής. «Γενικά, η έννοια της γενοκτονίας δεν σημαίνει απαραιτήτως την άμεση καταστροφή ενός έθνους», γράφει ο Λέμκιν, τονίζοντας ότι η γενοκτονία δεν είναι μονάχα οι «μαζικοί φόνοι» αλλά και μια πιο σταδιακή διαδικασία που μπορεί να περιλαμβάνει τον πολιτισμικό αφανισμό μιας φυλής ή εθνοτικής ομάδας, πολύ πριν φτάσουμε στον βιολογικό.

Η Orentlicher υπογραμμίζει ακόμα ότι από την τελική εκδοχή της συνθήκης του ΟΗΕ αφαιρέθηκαν δύο βασικές παράμετροι: πρώτον, η δίωξη πολιτικών ομάδων και, δεύτερον, η έννοια της «πολιτισμικής γενοκτονίας: η καταστροφή μιας ομάδας μέσα από την επιβεβλημένη αφομοίωσή της από την κυρίαρχη κουλτούρα».

Με εξαίρεση μεμονωμένες δίκες ναζί εγκληματιών (με πιο χαρακτηριστική εκείνη του Αϊχμαν το 1961 στο Ισραήλ), χρειάστηκε να φτάσουμε στη δεκαετία του ’90 για να λειτουργήσουν για πρώτη φορά διεθνή δικαστήρια που θα εξέταζαν «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας», όπως μετά την οργανωμένη απόπειρα εθνοκάθαρσης στην πρώην Γιουγκοσλαβία, τη σφαγή στη Σρεμπρένιτσα κ.ά. Επίσης, η πρώτη σχετική ετυμηγορία που ανακοινώθηκε από διεθνές δικαστήριο ήταν για τους υπαίτιους της γενοκτονίας που διαπράχθηκε στη Ρουάντα το 1994.

Ωστόσο οι διαφωνίες μεταξύ ιστορικών, πολιτικών επιστημόνων, αλλά και μεταξύ κρατών, πάνω σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μαζικών σφαγών και αν αυτές εμπίπτουν στον ορισμό της γενοκτονίας, αφθονούν. Ενδεικτικά: η εθνοκάθαρση συνιστά γενοκτονία; Οι σφαγές των Κούρδων αμάχων στο βόρειο Ιράκ (50.000 θύματα); Οι εκτοπίσεις και οι μαζικές σφαγές ιθαγενών της αμερικανικής ηπείρου τον 19ο αιώνα; Οι σφαγές που διέπραξαν οι Βέλγοι αποικιοκράτες στο Κονγκό;

Καταστροφή της μνήμης

Στο συλλογικό έργο «Century of Genocide» (Garland Publishing, 1997) αναφέρονται, μεταξύ των άλλων, οι περιπτώσεις της σφαγής της φυλής των Χερέρο από τους Γερμανούς αποικιοκράτες (Νοτιοδυτική Αφρική, 1904 – αποκαλούμενη «η πρώτη γενοκτονία»), ο επιβληθείς λιμός στην Ουκρανία απ’ το σταλινικό καθεστώς (1932-33, 7-12 εκατομμύρια νεκροί), οι σφαγές στην Ινδονησία (1965-66), στο Ανατολικό Τιμόρ (1975), στο Μπανγκλαντές (1971), στο Μπουρούντι (1972), στην Καμπότζη (1975-79) κ.ά. Αιματηρά συμβάντα τα οποία όμως είναι, εν πολλοίς, άγνωστα ή λησμονημένα. Οι ιστορικοί συμφωνούν ότι το τελικό στάδιο μιας συστηματικής γενοκτονίας είναι η «άρνηση» (Τουρκία για Αρμενική Γενοκτονία) και η λήθη: δεν συνέβη ποτέ, οι επιζήσαντες ψεύδονται. «Ποιος θυμάται σήμερα τους Αρμένιους;», είχε ρωτήσει ο Χίτλερ, ρητορικά, στο Ράιχσταγκ όταν, έστω και εμμέσως, είχε αρχίσει να γίνεται λόγος στη ναζιστική Γερμανία για την εξόντωση της εβραϊκής φυλής. Και είχε δίκιο – μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον (οι Αρμένιοι χρειάστηκε να μοχθήσουν πολύ για να βγει προς τα έξω η τραυματική ιστορία τους). Πράγματι, μια γενοκτονία δεν ολοκληρώνεται με τον βιολογικό αφανισμό ενός έθνους ή φυλής αλλά με την καταστροφή της κουλτούρας και της μνήμης της. Ο Λέμκιν το είχε προβλέψει από πολύ νωρίς.

 Του Ηλια Μαγκλινη


__



Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Μήπως η κληρονομιά του Λέμκιν περνά απαρατήρητη;


_

Του Έρικ Χέρσταλ
Μετάφραση: Γκαρμπίς  Σιμπατιάν
Τευχος: Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2010
Μέχρι σήμερα, οκτώ άνθρωποι έχουν καταδικαστεί για Γενοκτονία
σε μία περίοδο κατά την οποία έχουν πεθάνει εκατομμύρια άνθρωποι
εξαιτίας αυτού του εγκλήματος

Raphaël Lemkin


Το Κέντρο Εβραϊκής Ιστορίας στη Νέα Υόρκη παρουσιάζει αυτό τον καιρό μία έκθεση αφιερωμένη στη ζωή και το έργο του Ραφαέλ Λέμκιν. Εάν το όνομά του δεν σας είναι και τόσο γνωστό, μην ανησυχείτε, δεν είστε οι μόνοι. Σε κάθε περίπτωση, σίγουρα γνωρίζετε τη μία και μόνη λέξη που αποτελεί συνώνυμό του: Γενοκτονία. Το 1943, ο Λέμκιν επινόησε τον όρο αυτό και το 1951 φρόντισε τα Ηνωμένα Έθνη να τον αναγνωρίσουν ως αξιόποινο έγκλημα.
 
Η έκθεση αυτή είναι επίκαιρη, ωστόσο θα μπορούσε να θεωρηθεί και διαχρονική. Υπάρχει το θέμα του Νταρφούρ, βεβαίως, αλλά ίσως εξίσου τραγική είναι και η συνεχής αντίδραση σε αυτό που συχνά αποκαλείται “Νόμος του Λέμκιν”. Ένας περίπατος ανάμεσα στις μυριάδες γραμμάτων, νομικών εγγράφων και αναλυτικώς ηχογραφημένων λόγων εξηγεί ακριβώς το “γιατί”.

Εξ αρχής, ο Λέμκιν γνώριζε πως το έργο του δεν επρόκειτο να είναι εύκολο. Το 1933, για παράδειγμα, ως νεαρός εβραίος δικηγόρος, που είχε γεννηθεί στην Πολωνία και έπειτα εργάστηκε για λογαριασμό της κυβέρνησής της, ταξίδεψε στη Μαδρίτη για ένα συνέδριο της Συμμαχίας των Εθνών. Η αποστολή του ήταν αρκετά ξεκάθαρη: να διώξει ποινικά τους τούρκους αξιωματικούς που ξεκίνησαν τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Ένα εκατομμύριο Αρμένιοι σφαγιάστηκαν στα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και ο Λέμκιν, ένας ορεξάτος τριαντατριάχρονος, αναρωτιόταν για ποιο λόγο δεν γινόταν κάτι γι’αυτό. “Γιατί”, ρωτούσε, “είναι έγκλημα για έναν άνθρωπο να σκοτώνει έναν άλλο, ωστόσο δεν είναι για μία κυβέρνηση να σκοτώνει ένα εκατομμύριο ανθρώπους;”

Η χρονική στιγμή δεν ήταν η πιο κατάλληλη. Τη χρονιά του συνεδρίου της Μαδρίτης, οι Ναζί ανέβηκαν στην εξουσία και κάτω από το άγρυπνο μάτι του Χίτλερ η πολωνική κυβέρνηση πίεσε τον Λέμκιν να παραιτηθεί. Έξι χρόνια αργότερα, η εισβολή των Ναζί στην Πολωνία τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τη χώρα και  να εγκατασταθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1941. Απέκτησε έδρες με κύρος στις νομικές σχολές του Ντιούκ και του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια με τη βοήθεια φίλων αμερικανών καθηγητών. Ωστόσο, οι ειδήσεις που ολοένα και περισσότερο έφταναν για το Ολοκαύτωμα τον έβγαλαν από τη διανοητική του απομόνωση. Η τελευταία φορά που άκουσε νέα των γονιών του ήταν πριν φύγει από την Πολωνία και, έως το τέλος του πολέμου, έμαθε πως 49 από τους στενότερους συγγενείς του είχαν θανατωθεί. Χρόνια αργότερα περιέγραψε τον αγώνα του για την επιβολή ποινής στο έγκλημα της Γενοκτονίας ως έναν “επικήδειο στον τάφο της μητέρας του”.

Αυτό που η Σαμάνθα Πάουερ στο βιβλίο της, για το οποίο κέρδισε βραβείο Πούλιτζερ και το οποίο συνοψίζει την καριέρα του Λέμκιν, αποκάλεσε “ένα πρόβλημα από την κόλαση”, για τον Λέμκιν είχε γίνει προσωπική υπόθεση. Έως το 1943, είχε ήδη επινοήσει τον όρο “Γενοκτονία” - από τις ελληνικές λέξεις “γένος” και “κτείνω” - αλλά η λέξη έγινε ευρέως γνωστή έπειτα από την έκδοση του βιβλίου του με τίτλο “Οι δυνάμεις του Άξονα κυβερνούν στην κατεχόμενη Ευρώπη”, που εκδόθηκε το 1944. Μόλις τελείωσε ο πόλεμος και δημιουργήθηκαν τα Ηνωμένα Έθνη, ο Λέμκιν ξεκίνησε την επόμενη φάση της καριέρας του: να δώσει στη λέξη διαστάσεις εγκλήματος.

Σε αυτό το σημείο ξεκινά η αληθινή τραγωδία του Λέμκιν. Η Πάουερ στο βιβλίο της ζωντανεύει με εξαιρετικό τρόπο την επαίσχυντη δυστοκία ακόμα και των πιο πολιτισμένων κυβερνήσεων, ιδιαίτερα της Αμερικής, στο να προσυπογράψουν το ψήφισμα της Γενοκτονίας. Το κύριο σημείο που τους απασχολούσε ήταν ξεκάθαρο: οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήθελαν να επικυρώσουν ένα νόμο που θα έβαζε σε κίνδυνο την ίδια τους την κυβέρνηση. Ο φυλετικός διαχωρισμός επιτρεπόταν ακόμα στο Νότο και η κυβέρνηση ένιωθε πως ασχολούμενη με περιπτώσεις εγκλημάτων πολέμου μπορούσε να θεωρηθεί ένοχη.

Βεβαίως, οι Η.Π.Α. δεν είχαν κανένα πρόβλημα να διατυπώσουν κατηγορίες στη δίκη της Νυρεμβέργης, βάσει των οποίων προσήχθησαν οι Ναζί αμέσως μετά τον πόλεμο. Ωστόσο οι νόμοι έτειναν να καταγγέλλουν πως οι Ναζί εφήρμοσαν τον πιο επιεική όρο των “εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας”, ένα κατάλοιπο από τις μέρες της “Συμμαχίας των Εθνών”. Ο όρος αυτός απέτρεψε την ποινική εκδίωξη κυβερνήσεων για εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί εντός των συνόρων τους. “Εάν οι Ναζί είχαν εξολοθρεύσει ολόκληρο τον γερμανο-εβραϊκό πληθυσμό”, γράφει η Πάουερ, “αλλά δεν είχαν εισβάλει στην Πολωνία, δεν θα είχαν υπάρξει υπόλογοι στη Νυρεμβέργη”. Η αποστολή του Λέμκιν στα Η.Ε. ήταν να κλείσει αυτή τη διέξοδο.

Πέτυχε την αποστολή του αυτή, ωστόσο η κληρονομιά επιβολής ποινής στη Γενοκτονία είναι αποκαρδιωτική. Μπορεί το 1951 να επιβλή-θηκε ποινή στη Γερμανία από τα Η.Ε., όμως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν προσυπογράψει μέχρι το 1987. (Ο Λέμκιν απεβίωσε το 1959). Πιο πρόσφατα, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, το οποίο το 2002 έγινε το αρμόδιο σώμα για την ποινική δίωξη των Γενοκτονιών έχει παραλύσει. Δεν έχει επικυρωθεί ακόμα από τις Η.Π.Α. για να μην αναφέρουμε το Ισραήλ, το Ιράκ, την Υεμένη, τη Λιβύη και την Κίνα μεταξύ άλλων. Και ακόμα και τότε είναι ένα δικαστήριο που αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο, συγκαλούμενο μόνο όταν ανεξάρτητες χώρες δεν δικάζουν οι ίδιες τους εγκληματίες.

Μέχρι σήμερα, οκτώ άνθρωποι έχουν καταδικαστεί για Γενοκτονία σε μία περίοδο κατά την οποία έχουν πεθάνει εκατομμύρια άνθρωποι εξαιτίας αυτού του εγκλήματος. Δεδομένης αυτής της καταγραφής, αξίζει να αναρωτηθούμε ποια είναι η έννοια του Νόμου του Λέμκιν κι εάν η κληρονομιά του περνά απαρατήρητη. Εργάστηκε ακούραστα στο όνομα του νόμου, ωστόσο αυτή ήταν μόνο μια πτυχή του ευρύτερου σκοπού του. Η δικαιοσύνη ήταν αυτό που μετρούσε και είναι κάτι που διαφεύγει από εκείνον και εμάς ακόμα.

*Ο Έρικ Χέρσταλ είναι δημοσιογράφος και καλύπτει θέματα τεχνών και πολιτισμού.
αρχική δημοσίευση armenika.gr ΑΡΜΕΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ


αναδημοσίευση από νίκος λυγερός

__