Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Slavoj Žižek - Λ Α Κ Α Ν


TO ΔΙΑΠΑΘΗΤΙΚΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ :
Ο LACAN ΓΥΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΘΙΒΕΤΙΑΝΟ ΤΡΟΧΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ (ΙΙ)



Με αυτό περνάμε στο επόμενο χαρακτηριστικό της συμβολικής τάξης: τον μη ψυχολογικό της χαρακτήρα. Όταν πιστεύω μέσω ενός άλλου ή όταν εξωτερικεύω την πίστη μου στο τελετουργικό που ακολουθώ μηχανικά, όταν γελάω μέσω του τηλεοπτικού γέλιου-κονσέρβας ή όταν κάνω το πένθος μου μέσω της μοιρολογίστρας, τότε επιτελώ ένα καθήκον που αφορά τις ενδόμυχες πεποιθήσεις και τα αισθήματά μου, χωρίς ουσιαστικά να τα κινητοποιώ. Εδώ εδράζεται ο αινιγματικός χαρακτήρας αυτού που ονομάζουμε "ευγένεια" : όταν συναντάω έναν γνωστό και του δίνω το χέρι λέγοντας; "Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω! Τι γίνεσαι;" είναι ξεκάθαρο και στους δύο μας ότι δεν το εννοώ πλήρως (αν ο γνωστός μου υποπτευθεί ότι ενδιαφέρομαι ειλικρινά, μπορεί μάλιστα να νιώσει και μια δυσάρεστη έκπληξη, σαν να αναφέρομαι σε κάτι υπερβολικά προσωπικό, το οποίο δε με αφορά-ή, για να το πω αλλιώς, παραφράζοντας το παλιό φροϋδικό αστείο: "Γιατί λες ότι χαίρεσαι που με βλέπεις αν όντως χαίρεσαι που βλέπεις;). Θα ήταν όμως εξίσου λάθος να χαρακτηρίσουμε τη συμπεριφορά μου υποκριτική, εφ όσον, κατά κάποιον τρόπο, εννοώ πράγματι αυτό που λέω:η ευγενική συνομιλία ανανεώνει ένα είδος συμφωνίας που έχουμε συνάψει΄κατ'αναλογία, όντως γελάω "ειλικρινά" μέσω του τηλεοπτικού γέλιου-κονσέρβας (και η απόδειξη είναι ότι μετά αισθάνομαι πράγματι ανακουφισμένος).

Αυτό σημαίνει ότι τα αισθήματα που εξωτερικεύω δια την μάσκας(ή του προσωπείου)που φοράω μπορεί, κατά έναν παράξενο τρόπο, να είναι πιο αυθεντικά και ειλικρινή απ'αυτά που υποθέτω ότι κατά βάθος αισθάνομαι. Όταν κατασκευάζω μια ψεύτικη εικόνα του εαυτού μου, η οποία με εκπροσωπεί στη διαδικτυακή κοινότητα στην οποία μετέχω (στα σεξουαλικά παιχνίδια ρόλων, για παράδειγμα, ένας ντροπαλός άνδρας μπορεί να υιοθετήσει το προσωπείο μιας ελκυστικής και τολμηρής γυναίκας), τα αισθήματα που αισθάνομαι και παρουσιάζω στο πλαίσιο του εικονικού μου χαρακτήρα δεν είναι απλώς ψεύτικα: αν και ο (θεωρούμενος από μένα ως) αληθινός μου ευατός δεν τα αισθάνεται, εντούτοις είναι, κατά μια έννοια, αληθινά. Ας υποθέσουμε ότι, βαθιά μέσα μου, είναι ένας διεστραμμένος σαδιστής που ονειρεύεται ότι δέρνει άλλους άνδρες και ότι βιάζει γυναίκες : στις πραγμτικές μου επαφές με τους άλλους ανθρώπους δε μου επιτρέπεται να εκφράσω τον αληθινό μου εαυτό, και έτσι υιοθετώ ένα πιο ταπεινό και ευγενικό προσωπείο. Σ' αυτή την περίπτωση, δε θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο αληθινός μου ευατός είναι πιο κοντά στο φανταστικό προσωπείο που υιοθετώ στον υπολογιστή, ενώ ο εαυτός που παρουσιάζω στις καθημερινές μου επαφές είναι μια μάσκα.: Παραδόξως, το γεγονός ότι γνωρίζω ότι στον κυβερνοχώρο κινούμαι μέσα σε μια μυθοπλασία είναι αυτό ακριβώς που μου επιτρέπει να εκφράω τον αληθνό μου εαυτό εκεί - να τι εννοεί μεταξύ άλλων ο Lacan όταν ισχυρίζεται ότι " η αλήθεια έχει δομή μυθοπλασίας" Αυτό το πλασματικό καθεστώς της αλήθειας μας επιτρέπει επίσης να εντοπίσουμε τι είναι ψεύτικο στα "ριαλιτι " της τηλεόρασης : η ζωή που παρουσιάζεται εκεί είναι τόσο πραγματική όσο και ο καφές χωρίς καφείνη. Με δύο λόγια, ακόμα κι αν αυτές οι εκπομπές δείχνουν την "πραγματικότητα", όσοι συμμετέχουν σε αυτές υποκρίνονται-απλώς παίζουν τους εαυτούς τους. Η καθιερωμένη δήλωση αποποίησης στα μυθιστορήματα (" Οι χαρακτήρες σε αυτό το μυθιστόρημα είναι φανταστικοί· οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικούς χαρακτήρες είναι καθαρά συμπτωματική") ισχύει και για τους πρωταγωνιστές των "ριάλιτι " : αυτό που βλέπουμε είναι φανταστικοί χαρακτήρες, ακόμα κι αν υποδύονται τους πραγματικούς εαυτούς τους. Το καλύτερο σχόλιο για τα"ριάλιτι" είναι η ειρωνική εκδοχή της παραπάνω δήλωσης που χρησιμοποίησε πρόσφατα ένας Σλοβένος συγγραφέας : "Όλοι οι χαρακτήρες στο διήγημα που ακολουθεί είναι φανταστικοί και όχι πραγματικοί - αλλά το ίδιο ισχύει και για τους χαρακτήρες των περισσότερων ανθρώπων που γνωρίζω στην πραγματική ζωή, άρα αυτή η δήλωση δε λεει και πολλά..."
Σε μια ταινία των αδελφών Marx, όταν πιάνουν το Groucho να λέει ψέμματα, ο ίδιος απαντά θυμωμένα:"Και σε τι θα πιστέψεις δηλαδή, στα μάτια σου ή στα λόγια μου;" Αυτή η φαινομενικά εξωφρενική λογική αποδίδει τέλεια τη λειτουργία της συμβολικής τάξης, στην οποία η κοινωνική μάσκα μετράει περισσότερο από την άμεση πραγματικότητα του ατόμου που τη φοράει. Η λειτουργία αυτή εμπεριέχει τη δομή αυτού που ο Freud αποκάλεσε "φετιχιστική απάρνηση" : "Γνωρίζω πολύ καλά ότι τα πράγματα είναι όπως τα βλέπω, ότι το άτομο ενώπιόν μου είναι ένα διεφθαρμένο ψοφίμι, του φέρομαι εντούτοις με σεβασμο εφόσον φέρει τον τίτλο του δικαστή, οπότε, όταν μιλάει, μέσω αυτού μιλάει ο νόμος". Άρα, κατά μία έννοια πιστεύω στα λόγια του και όχι στα μάτια μου. Εν προκειμένω ο κυνικός, που πιστεύει μόνο στα απτά δεδομένα, μπορεί μπορεί να την πατήσει : όταν μιλάει ένας δικαστής, υπάρχει, κατά κάποιο τρόπο, περισσότερη αλήθεια στα λόγια του (στα λόγια του νομικού θεσμού), παρά σ΄αυτό που βλέπει κανείς πραγματικά για το άτομο του εν λόγω δικαστή· αν περιοριστεί κανείς μόνο σ' αυτό που βλέπει, τότε χάνει την ουσία. Σε αυτό το παράδοξο αποβλέπει ο Lacan όταν λέει Les non-dupes errent (αυτοί που νομίζουν ότι δεν πιάστηκαν κορόιδα πλανώνται): όσοι δεν αφήνονται στη συμβολική μυθοπλασία, όσοι συνεχίζουν να πιστεύουν στα μάτια τους, είναι αυτοί που κάνουν το μεγαλύτερο σφάλμα. Αυτό που παραβλέπει ο κυνικός, που πιστεύει μόνο σε αυτό που βλέπει με τα μάτια του, είναι η αποτελεσματικότητα της συμβολικής μυθοπλασίας, ο τρόπος με τον οποίο αυτή οργανώνει την πραγματικότητά μας. Ένας διεφθαρμένος ιερέας που κηρύττει την αρετή μπορεί να είναι υποκριτής, αλλά αν οι άνθρωποι περιβάλλουν τα λόγια του με το κύρος της εκκλησίας, τότε μπορεί να να τους παρακινήσει να κάνουν καλές πράξεις.

Αυτό το χάσμα ανάμεσα στην άμεση ψυχολογική μου ταυτότητα και τη συμβολική μου ταυτότητα (το συμβολικό προσωπείο ή τον τίτλο που φέρω, και που ορίζει ποιος είμαι για τον - και μέσα στον - μεγάλο Άλλο) είναι αυτό που ο Lacan αποκαλεί (για σύνθετους λόγους, που εν προκειμένω θα πραβλέψουμε)"συμβολικό ευνουχισμό", με τον φαλλό ως σημαίνον του. Γιατί για τον Lacan ο φαλλός είναι ένα σημαίνον και όχι απλώς το όργανο της γονιμοποίησης; Στα παραδοσιακά τελετουργικά της αναγόρευσης, τα αντίκειμενα που συμβολίζουν την εξουσία δίνουν επίσης στο υποκείμενο που τα αποκτά τη δυνατότητα να την ασκήσει-αν ένας βασιλιάς κρατάει στα χέρια του το σκήπτρο και φοράει το στέμμα, ο λόγος που εκφέρει θα εκληφθεί ως βασιλικός λόγος. Τα εμβλήματα αυτά είναι εξωτερικά και δεν αποτελούν κομμάτι της φύσης μου; τα φοράω και τα περιφέρω προκειμένου να ασκήσω εξουσία. Ως τέτοια, τα εμβλήμματα με "ευνουχίζουν", εισάγοντας ένα χάσμα ανάμεσα σ' αυτό που είμαι άμεσα και στο λειτούργημα που ασκώ (δεν είμαι ποτέ πλήρης στο επίπεδο του συμβολικού μου λειτουργήματος). Αυτό λοιπόν είναι το νόημα του περιβόητου "συμβολικού ευνουχισμού" : είναι ο ευνουχισμός που επιφέρει το γεγονός και μόνο ότι έχω παγιδευτεί μέσα στη συμβολική τάξη αναλαμβάνοντας ένα συμβολικό προσωπείο ή τίτλο. Ο ευνουχισμός είναι το χάσμα ανάμεσα σ' αυτό που είμαι και στον συμβολικό μου τίτλο, που μου δίνει συγκεκριμένο κύρος και αυθεντία. Με αυτήν ακριβώς την έννοια, όχι μόνο δεν είναι το αντίθετο της εξουσίας, αλλά είναι συνώνυμος με την εξουσία· ο συμβολικός ευνουχισμός είναι που μου δίνει την εξουσία. Επομένως, πρέπει να σκεφτεί κανείς τον φαλλό όχι ως το όργανο που εκφράζει άμεσα τη ζωτική δύναμη του είναι μου, αλλά ως ένα είδος εμβλήματος, ως ένα προσωπείο που φοράω, κατά τον ίδιο τρόπο που ένας βασιλιάς ή ένας δικαστής φοράνε τα δικά τους εμβλήματα - ο φαλλός είναι ένα χωρίς σώμα όργανο που φοράω, το οποίο προσφύεται στο σώμα μου χωρίς ποτέ να γίνει οργανικό του κομμάτι, που προεξέχει εσαεί ως το ασυνάρητο και καταχρηστικό του πρόσθεμα.
απόσπασμα από το βιβλίο του
Slavoj Žižek
ΛΑΚΑΝ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:  ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΓΙΑΛΑΡΗΣ
                   ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ :  ΔΗΜΗΤΡΙΣ ΒΕΡΓΕΤΗΣ
                  ΑΛΕΞΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΛΑΚΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ

Επιμέλεια Carina

________________


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου