Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Άρνηση


Με την μαρξιστική έννοια, δεν πρόκειται απλώς για την νοητική δράση του "να λες όχι", όπως την θεωρεί η φορμαλιστική/αναλυτική φιλοσοφία μέσα στην κυκλικότητά της, αλλά αναφέρεται κυρίως στο αντικειμενικό έδαφος τέτοιων αρνητικών διαδικασιών σκέψης, χωρίς το οποίο το "να λες όχι" θα ήταν μια ανέξοδη και αυθαίρετη έκφραση καπρίτσιου, και όχι ένα ζωτικό στοιχείο της διαδικασίας του γνώθειν. Έτσι, η βασική σημασία της άρνησης καθορίζεται από τον χαρακτήρα της ως εμμενούς διαλεκτικής στιγμής της αντικειμενικής ανάπτυξης, του "γίγνεσθαι", της μεσολάβησης και της μετάβασης.

Ως οργανική στιγμή αντικειμενικών διαδικασιών, με τους δικούς τους εσωτερικούς νόμους εκδίπλωσης και μεταμόρφωσης, η άρνηση δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη θετικότητα--εξού και η αξία της φράσης του Σπινόζα "omnis determinatio est negatio", κάθε καθορισμός είναι άρνηση--ούτε [μπορεί να χωριστεί] κάθε "υπερκέραση" από την "συντήρηση." Με τα λόγια του Χέγκελ: "Από την αρνητική αυτή πλευρά, το άμεσο έχει βυθιστεί στο Άλλο, αλλά το Άλλο δεν είναι βασικά το κενό αρνητικό ή το Τίποτε το οποίο θεωρείται συχνά πως είναι το αποτέλεσμα της διαλεκτικής: είναι το Άλλο του πρώτου, το αρνητικό του άμεσου· συνεπώς, καθορίζεται ως διαμεσολαβημένο, -- και περιέχει εντελώς τον καθορισμό του πρώτου. Το πρώτο λοιπόν ουσιαστικά περιέχεται και συντηρείται στο Άλλο" (Επιστήμη της λογικής, 1812). Ακολουθώντας πλήρως αυτή την αντίληψη στα σχόλιά του στο εδάφιο αυτό, ο Λένιν γράφει:
Αυτό είναι πολύ σημαντικό για την κατανόηση της διαλεκτικής. Ούτε η κενή άρνηση, ούτε η μάταιη άρνηση, ούτε η σκεπτικιστική άρνηση, η παλιδνρόμηση ή η αμφιβολία δεν είναι χαρακτηριστικά και ουσιώδη στην διαλεκτική, -- η οποία αναμφίβολα περιέχει το στοιχείο της άρνησης και όντως ως το σημαντικότερό της στοιχείο -- όχι· αλλά η άρνηση είναι στιγμή σύνδεσης, στιγμή ανάπτυξης, συγκράτησης του θετικού (Σημειώσεις για την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ, 1914-16).
Σε αντίθεση με τον Φόιερμπαχ, ο οποίος τείνει να δίνει υπερβολική έμφαση σε μια μονόπλευρη θετικότητα, παραφουσκώνοντας με τρόπο μυθικό την αμεσότητα μέσω της άκαμπτης απόρριιψής του της εγελιανής διαμεσολάβησης και της "άρνησης της άρνησης", οι Μαρξ και Ένγκελς δίνουν έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην άρνηση. Ο Ένγκελς θεωρεί την "άρνηση της άρνησης" γενικό νόμο της ανάπτυξης της "φύσης, της ιστορίας και της σκέψης· νόμο που ισχύει στα βασίλεια των ζώων και των φυτών, στη γεωλογία, τα μαθηματικά, την ιστορία και τη φιλοσοφία" (Αντι-Ντούρινγκ, μέρος 1, κεφ. 13) και εξερευνά επίσης διάφορες όψεις αυτής της προβληματικής με μεγάλη λεπτομέρεια στην Διαλεκτική της φύσης του. Ο Μαρξ επίσης επιμένει για την ζωτική σημασία του νόμου αυτού στις κοινωνικο-οικονομικές διαδικασίες καπιταλιστικής ανάπτυξης: "Ο καπιταλιστικός τρόπος απαλλοτρίωσης, αποτέλεσμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, παράγει την καπιταλιστική ιδιωτική περιουσία. Αυτή είναι η πρώτη άρνηση της ατομικής περιουσίας, όπως αυτή θεμελιώνεται στην εργασία του ιδιοκτήτη. Αλλά η καπιταλιστική παραγωγή δημιουργεί, με την ακαμψία ενός νόμου της φύσης, την δική της άρνηση. Πρόκειται για την άρνηση της άρνησης. Αυτή δεν ξαναεγκαθιστά την ιδιωτική περιουσία για τον παραγωγό, αλλά του δίνει ατομική περιουσία στην βάση των κατακτήσεων της καπιταλιστικής εποχής: πχ, της συνεργασίας και της κατοχής από κοινού της γης και των μέσων παραγωγής" (Κεφάλαιο τομ. 1, κεφ. 24). Έτσι, μέσα από την άρνηση της άρνησης, η "θετικότητα" των προηγούμενων στιγμών δεν επανεμφανίζεται απλώς. Συντηρείται και υπερκεράζεται, μαζί με κάποιες αρνητικές στιγμές, σε ένα επίπεδο που είναι ποιοτικά διαφορετικό και κοινωνικο-ιστορικά ψηλότερο. Η θετικότητα, σύμφωνα με τον Μαρξ, δεν μπορεί ποτέ να είναι ένα ξεκάθαρο, μη προβληματικό και μη διαμεσολαβημένο σύμπλεγμα. Ούτε μπορεί η απλή άρνηση μιας δεδομένης αρνητικότητας να παράγει μια αυτεπαρκή θετικότητα. Γιατί το μόρφωμα που ακολουθεί εξαρτάται από το μόρφωμα που προηγείται, επειδή κάθε συγκεκριμένη άρνηση εξαρτάται αναγκαστικά από το αντικείμενο της άρνησής της (Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα). Έτσι, το θετικό παράγωγο του σοσιαλιστικού εγχειρήματος θα πρέπει να συγκροτηθεί μέσα από διαδοχικά στάδια ανάπτυξης και μετάβασης (Κριτική του προγράμματος της Γκόθα).

Μια ριζικά διαφορετική έμφαση στην άρνηση δόθηκε από τον Σαρτρ· όχι μόνο στην εξαλειπτική néantisation [εκμηδένιση] του συγκροτητικού της ελευθερίας "για τον εαυτό του" (Το είναι και η ανυπαρξία), αλλά ακόμα και στους ύστερούς του στοχασμούς, σύμφωνα με τους οποίους "ο στρόβιλος της μερικής ολοκληροποίησης συγκροτεί τον εαυτό του ως άρνηση της συνολικής κίνησης" (Κριτική του διαλεκτικού λόγου), και έτσι προοικονομεί την τελική αποσύνθεση των θετικά αυτόνομων δομών. Παρόμοια, στην κριτική θεωρία, η άρνηση και η αρνητικότητα κυριαρχούν, από τον Μπένγιαμιν και τον Χορκχάιμερ και από τον Μονοδιάστατο άνθρωπο και τις Αρνήσεις του Μαρκούζε ως την προγραμματική απόπειρα του Αντόρνο να "ελευθερώσει την διαλεκτική από θετικούς προσδιορισμούς" (Αρνητική διαλεκτική).

Ίστβαν Μεζάρος, Λεξικό της μαρξιστικής σκέψης, επιμ. Tom Bottomore, δεύτερη έκδοση.






http://radicaldesire.blogspot.com/2011/06/blog-post_18.html






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου