Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Walter Benjamin-Για μια κριτική της βίας ( ΙΙ )








Walter Benjamin-Για μια κριτική της βίας
(Δέυτερο Μέρος)

Σημείωση από τις εκδόσεις Εργαστήρι της Ελευθεριακής Κουλτούρας: Το κείμενο του Βάλτερ Μπένγιαμιν Zur Kritik Der Gewalt, Gesammelte Schriften, 1977, μετέφρασε από το γερμανικό πρωτότυπο ο Λεωνίδας Μαρσιανός. Η έκδοση ετοιμάστηκε στο Εργαστήρι της Ελευθεριακής Κουλτούρας με γενική επιμέλεια του Παναγιώτη Καλαμαρά Κυκλοφόρησε στην πόλη της Αθήνας το Καλοκαίρι του 2002 σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων και η χρήση είναι ελεύθερη γιο τους σκοπούς του κοινωνικού ανταγωνιστικού κινήματος με τη θερμή παράκληση να αναφέρονται οι πηγές.
Επεξεργασία: Praxis
Το ενδεχόμενο ενός δικαίου του πολέμου στηρίζεται πάνω στις ίδιες αντικειμενικές αντιφάσεις της νομικής κατάστασης για το δίκαιο της απεργίας, δηλαδή στην επικύρωση από τα υποκείμενα δικαίου ειδών βίας, των οποίων οι σκοποί παραμένουν γι' αυτούς που τα επικυρώνουν φυσικοί σκοποί, ώστε εν συνεχεία να συγκρούονται με τους δικούς τους έννομους ή φυσικούς σκοπούς στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Πράγματι η πολεμική βία αρχικά χρησιμοποιείται, άμεσα, ως ληστρική βία για την επίτευξη των σκοπών της. Αλλά είναι αξιοσημείωτο το ότι ακόμη και -ή μάλλον ιδίως- σε πρωτόγονες συνθήκες, οι οποίες δεν έχουν καν γνωρίσει την εισαγωγή των σχέσεων κρατικής διοίκησης, και ακόμη σε περιπτώσεις όπου ο νικητής έχει αυτοαναγορευτεί ανεπιστρεπτί πλέον σε κύριο και νομέα, είναι εντελώς απαραίτητη μια τελετουργία ειρήνης. 

Μάλιστα η λέξη"ειρήνη" που η έννοια της συνδέεται με τη λέξη"πόλεμος"(υπάρχει επίσης και μια τελείως διαφορετική έννοια, τόσο μη μεταφορική όσο και πολιτική, εκείνη για την οποία κάνει λόγο ο Καντ στην"Αιώνια Ειρήνη"),παραπέμπει άμεσα σ’ ένα τέτοιο a priori και σε μια ανεξάρτητη από άλλες νομικές καταστάσεις αναγκαστική επικύρωση κάποιας νίκης. Η επικύρωση αυτή έγκειται ακριβώς στο ότι η νέα κατάσταση αναγνωρίζεται ως"δίκαιο", χωρίς να εξαρτάται καθόλου απ' το αν χρήζει ή όχι κάποιας de facto κατοχύρωσης για τη διαιώνιση της. Αν μπορεί λοιπόν να εξαχθεί ένα συμπέρασμα από την πολεμική βία, ως πρωταρχική και αρχετυπική κάθε βίας που χρησιμοποιείται για την επίτευξη φυσικών σκοπών, είναι ότι σ' αυτή ενοικεί ένας νομοθετικός χαρακτήρας.

Θα επανέλθουμε αργότερα στις επιπτώσεις αυτής της διαπίστωσης. Εξηγεί την προαναφερθείσα τάση του σύγχρονου δικαίου να αφαιρέσει από το μεμονωμένο άτομο, τουλάχιστον ως υποκείμενο δικαίου, κάθε βία που χρησιμοποιείται ακόμη και για την επίτευξη φυσικών σκοπών. Στον μεγάλο εγκληματία αυτή η βία αντιπαρατάσσει στο δίκαιο την απειλή θέσπισης νέου δικαίου, απειλή που ακόμη και σήμερα, παρά την αδυναμία της, σε ορισμένες περιπτώσεις, τρομάζει το λαό έτσι όπως τον τρόμαζε στα πανάρχαια χρόνια. Όμως το κράτος φοβάται αυτή τη βία απλώς και μόνο επειδή είναι νομοθετική βία, καθώς είναι υποχρεωμένο να την αναγνωρίζει ως τέτοια οποτεδήποτε εξωτερικές δυνάμεις το πιέζουν να τους παραχωρήσει το δικαίωμα διεξαγωγής του πολέμου και οι τάξεις το δικαίωμα στην απεργία.

Αν στον πρόσφατο πόλεμο η κριτική της στρατιωτικής βίας έγινε σημείο αφετηρίας μιας παθιασμένης κριτικής της βίας γενικότερα, γεγονός που τουλάχιστον δίδαξε ένα πράγμα, ότι τη βία δεν την ασκεί πλέον ούτε την υπομένει κανείς με αφέλεια, έτσι και η τελευταία δεν έγινε αντικείμενο κριτικής μόνο ως νομοθετική, αλλά κρίθηκε, ίσως πιο ολέθρια, για μια άλλη λειτουργία της. Γιατί μια δυαδικότητα στη λειτουργία της βίας είναι χαρακτηριστική του μιλιταρισμού, ο οποίος πραγματοποιείται μόνο μέσω της γενικής επιστράτευσης. Μιλιταρισμός είναι η υποχρεωτική, γενικευμένη χρήση βίας ως μέσου για τους σκοπούς του κράτους. Αυτή η υποχρεωτική χρήση της βίας καταδικάζεται προσφάτως το ίδιο ή περισσότερο εμφατικά, απ' ότι η χρήση βίας καθεαυτή.

Στον μιλιταρισμό η βία παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική λειτουργία από εκείνη που έχει κατά την απλή χρήση της ως μέσο προς φυσικούς σκοπούς. Αυτή συνίσταται στη χρήση βίας ως μέσο προς έννομους σκοπούς. Διότι η πειθάρχηση των πολιτών στους νόμους -στη σχετική περίπτωση στο νόμο της γενικής επιστράτευσης- είναι έννομος σκοπός. Αν εκείνη η πρώτη λειτουργία της βίας είναι αυτή που νομοθετεί, που θεσπίζει δίκαιο, τούτη μπορεί να ονομαστεί βία που συντηρεί το δίκαιο. Αφότου η επιστράτευση είναι μια περίπτωση άσκησης της βίας που συντηρεί το δίκαιο και κατ' αρχήν δεν διακρίνεται από άλλες, μια πραγματικά αποτελεσματική κριτική της δεν είναι τόσο εύκολη όσο φαντάζονται οι ρητορείες των ειρηνιστών και των ακτιβιστών. Πολύ περισσότερο συμπίπτει με την κριτική κάθε έννομης βίας, δηλαδή με την κριτική της ίδιας της νόμιμης ή εκτελεστικής εξουσίας και δεν είναι εφικτή σε καμιά περίπτωση με ένα πιο μετριοπαθές πρόγραμμα.

Ούτε βεβαίως μπορεί να επιτευχθεί, εκτός αν θέλει κανείς να διακηρύξει έναν λίγο-πολύ νηπιακό αναρχισμό, μη αναγνωρίζοντας οποιονδήποτε εξαναγκασμό έναντι των ατόμων και δηλώνοντας"ότι μας αρέσει, επιτρέπεται". Το μόνο που κάνει ένα τέτοιο αξίωμα είναι να αποκλείει τον αναστοχασμό στην ηθικοϊστορική σφαίρα, πάνω στο κάθε νόημα του πράττειν και κατά συνέπεια πάνω στο κάθε νόημα της πραγματικότητας ενγένει, η οποία δεν μπορεί να συγκροτηθεί όταν το "πράττειν" αποκόπτεται από την επικράτεια του. Περισσότερο όμως θα έπρεπε να μας απασχολεί το ότι ακόμη και η κατηγορική προσταγή, η επίκληση της οποίας επιχειρείται συχνά -με το αδιαμφισβήτητο πρόγραμμα: πράττε πάντοτε έτσι ώστε η ανθρωπότητα, τόσο στο πρόσωπο σου όσο και στο πρόσωπο οποιουδήποτε άλλου, να σου χρησιμεύει ως σκοπός, ποτέ απλά ως μέσο- δεν επαρκεί καθεαυτή για τούτη την κριτική2. Διότι το θετικό δίκαιο είναι εκείνο που θα απαιτήσει, αν έχει συνείδηση της καταγωγής του, να αναγνωρίσει και να προωθήσει το συμφέρον της ανθρωπότητας στο πρόσωπο του καθενός.

 Το συμφέρον αυτό το διαβλέπει στην απεικόνιση και τη συντήρηση μιας τάξης επιβεβλημένης από τη μοίρα. Κι όπως αυτή, που έχει λόγο να διαφυλάξει το δίκαιο, δεν μπορεί να διαφεύγει της κριτικής, έτσι και κάθε επίθεση απέναντι της είναι αδύναμη, όταν απλώς εκδηλώνεται εν ονόματι μιας άμορφης"ελευθερία", χωρίς να μπορεί και να προσδιορίσει την ανώτερη τάξη πραγμάτων της ελευθερίας αυτής. Και είναι εντελώς αδύναμη όταν δεν επιτίθεται στην ίδια την έννομη τάξη από την κορυφή ως τα νύχια, αλλά μόνο σε ορισμένους νόμους ή νομικές πρακτικές που, βεβαίως, το δίκαιο τις θέτει υπό την προστασία της εξουσίας του, η οποία έγκειται στο ότι υφίσταται μία και μόνο μοίρα και πως ότι υπάρχει, και πιο συγκεκριμένα ότι απειλεί, πρέπει ν' ανήκει απαράβατα στη δική της τάξη πραγμάτων.

Γιατί η ίδια η βία που συντηρεί το δίκαιο είναι μια απειλητική βία. Και μάλιστα η απειλή της δεν έχει την έννοια του εκφοβισμού όπως πιστεύουν οι απληροφόρητοι φιλελεύθεροι θεωρητικοί. Ο εκφοβισμός με την ακριβή έννοια του όρου αφενός απαιτεί μια βεβαιότητα που είναι αντίθετη με τη φύση της απειλής και αφετέρου δεν υλοποιείται με κανέναν νόμο, εφόσον υπάρχει πάντοτε η ελπίδα να ξεφύγει κανείς από τα χέρια του. Αυτό τον κάνει πολύ πιο απειλητικό, όπως συμβαίνει με τη μοίρα, στην οποία επαφίεται η σύλληψη του εγκληματία. Το βαθύτερο νόημα της αβεβαιότητας της έννομης απειλής, θα προκύψει τελικά από τη μετέπειτα εξέταση της σφαίρας της μοίρας, από την οποία και κατάγεται. Ένας πολύτιμος οδηγός σχετικά μ' αυτό υπάρχει στην επικράτεια των ποινών. Απ' αυτές, από τότε που άρχισε να αμφισβητείται το κύρος του θετικού δικαίου, η κριτική προτίμησε να στραφεί κατά της θανατικής ποινής.

Όσο κι αν τα επιχειρήματα της στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αγγίζουν την ουσία, άλλο τόσο τα κίνητρα της ήταν και είναι ζήτημα αρχής. Οι θιασώτες αυτής της κριτικής διαισθάνονταν, ίσως χωρίς να μπορούν να το αιτιολογήσουν και πιθανώς χωρίς και να το επιθυμούν, ότι οι βολές κατά της θανατικής ποινής δεν πλήττουν ένα νομικό μέτρο, ούτε τους νόμους, αλλά το ίδιο το δίκαιο στη ρίζα του. Δηλαδή αν η βία, η εστεμμένη από τη μοίρα βία, είναι η ρίζα του δικαίου, εύκολα εικάζει κανείς ότι όπου η υπέρτατη βία, η εξουσία [Gewalt] επί ζωής και θανάτου απαντάται στην έννομη τάξη, η ρίζα του νόμου προβάλλει ολοφάνερα και φρικιαστικά.

Σε συμφωνία με τα παραπάνω βρίσκεται το ότι στις πρωτόγονες έννομες σχέσεις η θανατική ποινή επιβαλλόταν και σε αδικήματα όπως η προσβολή της ιδιοκτησίας, σε σχέση με τα οποία μοιάζει να είναι
δυσανάλογη. Σκοπός  της όμως δεν είναι η τιμωρία της νομικής παράβασης, αλλά η θέσμιση νέου δικαίου. Διότι με την άσκηση εξουσίας επί ζωής και θανάτου, περισσότερο απ’ ό,τι με οποιαδήποτε άλλη εκτέλεση νόμου, το δίκαιο αυτοεπιβεβαιώνεται. Όμως σ’ αυτή ακριβώς την εξουσία αποκαλύπτεται κάτι σάπιο στο δίκαιο, ιδιαιτέρως στους πλέον ευαίσθητους, γιατί αυτό γνωρίζει πώς να απομακρύνεται απεριόριστα από συνθήκες στις οποίες η μοίρα θα παρουσιαζόταν σ' όλη της τη μεγαλοπρέπεια με μια τέτοια καταδίκη. Η διάνοια [Verstand] όμως, πρέπει να προσεγγίσει με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα αυτές τις συνθήκες, αν θέλει να φέρει σε πέρας τόσο την κριτική της βίας που θεσπίζει, όσο και της βίας που συντηρεί το δίκαιο.

Σ' έναν πολύ πιο αφύσικο συνδυασμό από τη θανατική ποινή, ένα είδος φασματικής επιμειξίας, τα δύο αυτά είδη βίας απαντώνται σ' έναν άλλο θεσμό του σύγχρονου κράτους, την αστυνομία. Πρόκειται για μια βία με έννομους σκοπούς (με το δικαίωμα διαθέσεως), αλλά με την παράλληλη αρμοδιότητα να τους εντάσσει εντός διευρυμένων ορίων (με το δικαίωμα έκδοσης διαταγμάτων). Η ντροπή μιας τέτοιας αρχής, την οποία κατανοούν μόνο λίγοι, επειδή οι αρμοδιότητες της σπάνια φτάνουν στις πλέον βάναυσες παραβιάσεις και καθώς της επιτρέπεται να δρα στις ευπαθέστερες περιοχές και εναντίον των εχεφρόνων, απέναντι στους οποίους οι νόμοι δεν προστατεύουν το κράτος, έγκειται στο ότι ο διαχωρισμός μεταξύ βίας που θεσπίζει και βίας που συντηρεί το δίκαιο, όσον αφορά την εν λόγω αρχή, αίρεται.

Αν από την πρώτη απαιτείται να αποδειχθεί ικανή νίκης, η δεύτερη υπόκειται στον περιορισμό ότι δεν θα θέσει νέους σκοπούς. Όσον αφορά και τους δύο αυτούς όρους, η αστυνομική εξουσία απαλλάσσεται της τήρησης τους. Θεσπίζει δίκαιο -καθώς χαρακτηριστική της λειτουργία δεν είναι η κοινοποηση νόμων, αλλά η έκδοση διαταγμάτων που εγείρουν νομική αξίωση- και συντηρεί το δίκαιο, γιατί έχει σαν πρόθεση της αντίστοιχους σκοπούς. Ο ισχυρισμός ότι οι σκοποί της αστυνομικής εξουσίας ταυτίζονται παγίως ή απλώς και μόνο συνδέονται μ’ αυτούς του ευρύτερου δικαίου, είναι απολύτως αναληθής. Πολύ περισσότερο που το"δίκαιο"της αστυνομίας στην πραγματικότητα χαρακτηρίζει το σημείο εκείνο όπου το κράτος, είτε λόγω αδυναμίας, είτε λόγω των εμμένων συσχετισμών στο εσωτερικό κάθε έννομης τάξης, δεν μπορεί πλέον, μέσω αυτής της έννομης τάξης, να κατοχυρώσει τους εμπειρικούς σκοπούς που επιθυμεί με κάθε τίμημα να  επιτύχει. 
Ως εκ τούτου, η αστυνομία επεμβαίνει σε πολυάριθμες περιπτώσεις "χάριν ασφαλείας" όπου δεν υφίσταται σαφής νομική κατάσταση, όταν -χωρίς την παραμικρή σχέση με έννομους σκοπούς- συνοδεύει τον πολίτη ως επονείδιστο βάρος μιας ζωής ήδη ρυθμιζόμενης από διατάξεις, ή, ακόμα χειρότερα, τον παρακολουθεί. Σε αντίθεση με το δίκαιο, το οποίο αναγνωρίζει στην καθορισμένη από τον τόπο και το χρόνο "απόφαση" μια μεταφυσική κατηγορία, επιτρέποντας έτσι την κριτική, η εξέταση του θεσμού της αστυνομίας δεν καταλήγει σε τίποτα ουσιαστικό. Η εξουσία της είναι άμορφη, όπως η πουθενά απτή, αλλά ωστόσο διάχυτη, φασματική παρουσία της στη ζωή όλων των πολιτισμένων κρατών. Και ενώ η αστυνομία μπορεί μεμονωμένα να μοιάζει παντού ίδια, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι το πνεύμα της είναι λιγότερο καταστρεπτικό όταν εκπροσωπεί, στην απόλυτη μοναρχία, την εξουσία του άρχοντα (ο οποίος κατέχει και τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία), παρά στις δημοκρατίες που η ύπαρξη της, καθώς δεν προκύπτει από καμία τέτοια σχέση, μαρτυρά το μέγιστο εκφυλισμό βίας που μπορεί να συλλάβει κανείς.

Κάθε μορφή βίας ως μέσο είναι είτε βία που θεσπίζει, είτε βία που συντηρεί το δίκαιο. Όταν δεν αξιώνει τίποτα απ' αυτά τα δύο, παραιτείται από κάθε εγκυρότητα. Ως εκ τούτου προκύπτει ότι κάθε βία, ως μέσο, ακόμα και στην καλύτερη περίπτωση, αποτελεί μέρος της προβληματικής του δικαίου καθεαυτού. Κι ενώ δεν μπορεί να διαπιστωθεί με βεβαιότητα η σημασία της βίας στην παρούσα φάση της έρευνας, ωστόσο το δίκαιο εμφανίζεται από τα προειρηθέντα να έχει μια τόσο αμφιλεγόμενη ηθική υφή, ώστε να προκύπτει από μόνο του το ερώτημα για το κατά πόσο υπάρχουν, πλην των βίαιων, αλλά μέσα για τη διευθέτηση των συγκρουόμενων ανθρώπινων συμφερόντων. Πάνω απ’ όλα πρέπει να τονίσουμε ότι μια απολύτως μη βίαιη λύση διαφωνιών δεν καταλήγει ποτέ σε έννομο συμβόλαιο.

Εκείνο είναι που τελικά οδηγεί, όσο ειρηνικά κι αν έχουν προσχωρήσει σ’ αυτό οι συμβαλλόμενοι, σε ενδεχόμενη βία. Γιατί απονέμει σε κάθε μέρος το δικαίωμα να χρησιμοποιεί έναντι του άλλου βία με οποιονδήποτε τρόπο, σε περίπτωση παράβασης του συμβολαίου. Και όχι μόνο αυτό: όπως η κατάληξη, έτσι και η απαρχή κάθε συμβολαίου παραπέμπει στη βία. Ωστόσο, η άμεση παρουσία της ως βίας που θεσπίζει δίκαιο, δεν είναι αναγκαία εντός του συμβολαίου, εκπροσωπείται όμως σ'αυτό στο βαθμό που η εξουσία [Macht] η οποία κατοχυρώνει το έννομο συμβόλαιο κατάγεται με τη σειρά της από τη βία, ακόμα κι αν αυτή η βία δεν ορίζεται ρητά στο συμβόλαιο. Όσο μειώνεται η συνειδητοποίηση της λανθάνουσας παρουσίας της βίας εντός ενός νομικού θεσμού, τόσο αυτός παρακμάζει.

Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελούν σήμερα τα κοινοβούλια. Παρουσιάζουν τους γνωστούς αξιολύπητους θεατρινισμούς γιατί δεν διατήρησαν τη συνείδηση των επαναστατικών δυνάμεων στις οποίες οφείλουν την ύπαρξη τους. Στη Γερμανία ειδικότερα, η τελευταία εκδήλωση τέτοιων δυνάμεων απήλθε χωρίς συνέπειες για τα κοινοβούλια. Κι αυτό γιατί τους λείπει η αίσθηση της νομοθετικής βίας που εμπεριέχουν. Είναι επόμενο, λοιπόν, να μην παίρνουν αποφάσεις αντάξιες τέτοιας βίας, αλλά, μέσα σε συμβιβαστικά πλαίσια, να χειρίζονται μ' ένα δήθεν μη βίαιο τρόπο, τις πολιτικές υποθέσεις. Αυτό όμως παραμένει"προϊόν που εντάσσεται στη νοοτροπία της βίας, όσο κι αν απορρίπτεται κάθε απροκάλυπτη βία, γιατί η επιδίωξη που οδηγεί στον συμβιβασμό δεν κινητοποιείται αφ’ εαυτής, αλλά εξωτερικά και μάλιστα από την αντίθετη επιδίωξη, γιατί κανένας συμβιβασμός, όσο εκούσια κι αν επιλέγεται, δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την ύπαρξη κάποιου εξαναγκασμού. "Και μη χειρότερα" είναι η βαθύτερη αίσθηση πίσω από κάθε συμβιβασμό3. Είναι σημαντικό το ότι η παρακμή των κοινοβουλίων ίσως αποξένωσε τόσα πνεύματα από το ιδεώδες της μη βίαιης διευθέτησης των πολιτικών διαφορών, όσα αντιστοίχως οδήγησε ο πόλεμος σ’ αυτό.

Στους ειρηνιστές αντιπαρατάσσονται οι μπολσεβίκοι και οι συνδικαλιστές. Έχουν ασκήσει μια ανελέητη και καθ' όλα επιτυχημένη κριτική στα σημερινά κοινοβούλια. Ωστόσο, όσο επιθυμητό και ευπρόσδεκτο μπορεί να είναι ένα συγκριτικά αξιόλογο κοινοβούλιο, μια συζήτηση για τα μέσα της πολιτικής συμφωνίας που κατ' αρχήν θα είναι μη βίαια, δεν μπορεί να ασχολείται με τον κοινοβουλευτισμό. Γιατί το μόνο που καταφέρνει ο κοινοβουλευτισμός σε ζωτικές υποθέσεις, είναι έννομες διατάξεις που εν τη γενέσει και την κατάληξη τους, συνοδεύονται από τη βία.

Σημειώσεις:

2 Θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς μήπωςαυτό το διάσημο αίτημα δεν ζητά υπερβολικά λίγα, δηλαδή κατά πόσο είναι θεμιτό να χρησιμοποιεί κανείς ή να επιτρέπει να χρησιμοποιείται, από άλλους ή από τον εαυτό του, υπό οποιαδήποτε οπτική γωνία, σαν μέσο. Υπάρχουν πολλοίλόγοι για μια τέτοια διερώτηση.Θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς μήπως αυτό το διάσημο αίτημα δεν ζητά υπερβολικά λίγα, δηλαδή κατά πόσο είναι θεμιτό να χρησιμοποιεί κανείς ή να επιτρέπει να χρησιμοποιείται, από άλλους ή από τον εαυτό του, υπό οποιαδήποτε οπτική γωνία, σαν μέσο. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για μια τέτοια διερώτηση.

3 Erich Unger, Politik und Metaphysik (Die Theorie.
Versuche zu philosophischer Politik, L
Veroffentlichung),
Βερολίνο 1921, σελ. 8.Erich Unger, Politik und Metaphysik (Die Theorie. Versuche zu philosophischer Politik, L


Veroffentlichung),
Βερολίνο 1921, σελ. 8.


To link

αρχική ανάγνωση από Radical Desire


______
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου