Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Επιθυμία (desire ) - Λακάν



επιθυμία (γ.:désir - α.:desire)


Ο λακανικός όρος  d é s i r  είναι ο όρος που χρησιμοποιείται στις γαλλικές μεταφράσεις του Freud για τη μετάφραση του φροϋδικού όρου Wunsch, που έχει αποδοθεί ως "ευχή"(wish) στην αγγλική μετάφραση της Standard Edition από τον Strachey. Γι αυτόν τον λόγο οι αγγλόφωνοι μεταφραστές του Lacan αντιμετωπίζουν ένα δίλλημα : πως θα πρέπει να μεταφράσουν τον όρο désir; Ως "ευχή"(wish), που βρίσκεται πιο κοντά στο φροϋδικό Wunsch, ή μήπως ως "επιθυμία"(desire), που βρίσκεται πιο κοντά στον γαλλικό όρο, αλλά δεν παραπέμπει στο φροϋδικό έργο; Όλοι οι μεταφραστές του Lacan προτίμησαν τη δεύτερη λύση, αφού ο αγγλικός όρος "επιθυμία (desire)αποδίδει, όπως και ο γαλλικός όρος, το νόημα μιας συνεχούς δύναμης, κάτι που είναι ουσιώδες στην έννοια του Lacan. Ο αγγλικός όρος παραπέμπει επίσης, όπως και ο γαλλικός, στο εγελιανό Begierde, κι έτσι διαχώζει τις φιλοσοφικές αποχρώσεις που είναι τόσο ουσιώδεις για τη λακανική έννοια desir και οι οποίες την καθιστούν "μια κατηγορία περισσότερο ευρεία και αφηρημένη από οποιαδήποτε έννοια χρησιμοποίησε ποτέ ο ίδιος ο Freud"(Macey,1995Q80).

Αν υπάρχει μια έννοια που διεκδικεί τη θέση του επικέντρου της σκέψης του Lacan δεν είναι άλλη από την έννοια της επιθυμίας. Ο Lacan ακολουθεί τον Spinoza στη θέση του ότι "η επιθυμία είναι η ουσία του ανθρώπου"(Σ11,275'βλ.Spinoza,1677:128). Η επιθυμία συνιστά συγχρόνως την καρδιά της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και το κέντρικό ενδιαφέρον της ψυχανάλυσης. Όταν όμως ο Lacan αναφέρεται στην επιθυμία, δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε επιθυμία, αλλά πάντοτε στην ασυνείδητη επιθυμία. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή θεωρεί τη συνειδητή επιθυμία ασήμαντη, αλλά απλώς επειδή η ασυνείδητη επιθυμία αποτελεί το κεντρικό ενδιαφέρον της ψυχανάλυσης. Η ασυνείδητη επιθυμία είναι αποκλειστικά σεξουαλική: "τα κίνητρα του ασυνείδήτου είναι περιορισμένα...στη σεξουαλική επιθυμία... Η άλλη μεγάλη γενική επιθυμία, η πείνα, δεν αναπαρίσταται"(Ε,142).

Σκοπός της ψυχανάλυτικής θεραπείας είναι να οδηγήσει τον αναλυόμενο στην αναγνώριση της αλήθειας γύρω από την επιθυμία του. Εντούτοις, η αναγνώριση της επιθυμίας μας είναι δυνατή μόνο όταν αρθρώνεται στον λόγο : "μόνο όταν διατυπώνεται, όταν ονοματίζεται παρουσία του άλλου, η επιθυμία αυτή,οποιαδήποτε και αν είναι, αναγνωρίζεται με την πλήρη σημασία του όρου"(Σ1,183).

Έτσι και στην ψυχανάλυση "εκείνο που έχει σημασία είναι να διδαχθεί το υποκείμενο να ονοματίσει, να αρθρώσει, να κάνει την επιθυμία του να υπάρξει"(Σ2,228). Παρ'όλα αυτά το θέμα δεν είναι η αναζήτηση ενός νέου μέσου εκφρασης μιας δεδομένης επιθυμίας, αφού αυτό θα προϋπέθετε την αποδοχή μιας εκφραστικής θεωρίας της γλώσσας. Αντιθέτως, αρθρώνοντας την επιθυμία στον λόγο, ο αναλυόμενος την κάνει να υπάρχει:

Να αναγνωρίσει και να ονοματίσει το υποκείμενο την επιθυμία του, αυτή είναι η αποτελεσματική δράση της ανάλυσης. Δεν πρόκειται όμως για ζήτημα αναγνώρισης ενός πράγματος καθ' ολοκληρίαν δεδομένου... Ονομάζοντας την, το υποκείμενο δημιουργεί, φέρνει στο προσκήνιο, μια νέα παρουσία στον κόσμο.(Σ2,228-9).

Ωστόσο,υπάρχει ένα όριο όσον αφορά τη συνάρθρωση της επιθυμίας στον λόγο εξαιτίας μιας θεμελιακής "ασυμβατότητας ανάμεσα στην επιθυμία και την ομιλία"(Ε,275). Αυτή ακριβώς η ασυμβατότητα εξηγεί τη μη αναγωγιμότητα του ασυνειδήτου(δηλαδή το γεγονός ότι το ασυνείδητο δεν είναι εκείνο που δεν γνωρίζουμε, αλλά εκείνο που δεν μπορούμε να γνωρίσουμε). Αν και η αλήθεια γύρω από την επιθυμία είναι παρούσα, σε κάποιο βαθμό, σε ολόκληρο τον λόγο, δεν είναι δυνατόν να αρθρωθεί σε λόγο όλη η αλήθεια γύρω από την επιθυμία. Όποτε ο λόγος επιχειρεί να αρθρώσει την επιθυμία, παράγεται πάντοτε ένα υπόλοιπο, μια περίσσεια, που υπερβαίνει τον λόγο, το πεδίο το πεδίο της ομιλίας.

Μια από τις πιο σημαντικές επικρίσεις που απευθύνει ο Lacan στις ψυχαναλυτικές θεωρίες της εποχής του είναι ότι έτειναν να συγχέουν την έννοια της επιθυμίας με τις συναφείς έννοιες του ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ και της ΑΝΑΓΚΗΣ. Κόντρα σε αυτή την τάση, ο Lacan επιμένει να διαχωρίζει τις τρεις αυτές έννοιες. Η διάκριση αυτή αρχίζει να εμφανίζεται στο έργο του το 1957(βλ.Σ4,100-1,125), αλλά αποκρυσταλλώνεται μόνο το 1958 (Lacan 1958c).

Η ανάγκη είναι ένα καθαρά βιολογικό ΕΝΣΤΙΚΤΟ, μια όρεξη που εμφανίζεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του οργανισμού και η οποία υποχωρεί τελείως (έστω και προσωρινά), όταν ικανοποιείται. Το ανθρώπινο υποκείμενο, το οποίο γεννιέται σε μια κατάσταση ανημπόριας, είναι ανίκανο να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, και έτσι εξαρτάται από τη βοήθεια του Άλλου για να τις ικανοποιήσει. Για να λάβει τη βοήθεια του Άλλου, το βρέφος πρέπει να εκφράσει τις ανάγκες του φωνητικά· η ανάγκη πρέπει να αρθρωθεί σε αίτημα. Τα πρωταρχικά του βρέφους μπορεί να μην είναι παρά άναρθρες κραυγές, αλλά χρησιμεύουν στο να κανουν τον Άλλο να φροντίσει τις ανάγκες του βρέφους. Παρ'όλα αυτά η παρουσία του Άλλου γρήγορα αποκτά σημασία καθεαυτήν, σημασία που υπερβαίνει την ικανοποίηση της ανάγκης, αφού η παρουσία αυτή συμβολίζει την αγάπη του Άλλου. Έτσι το αίτημα αποκτά γρήγορα διττή σημασία, λειτουργώντας τοσο ως άρθρωση της ανάγκης όσο και ως αίτημα για αγάπη. Εντούτοις, ενώ ο Άλλος είναι δυνατόν να προσφέρει τα αντικείμενα που απαιτεί το υποκείμενο για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, δεν είναι σε θέση να προσφέρει την απεριόριστη αγάπη για την οποία διψά το υποκείμενο. Έτσι, ακόμα και μετά την ικανοποίηση των αναγκών που έχουν αρθρωθεί σε αίτημα, η άλλη διάσταση του αιτήματος, η δίψα για αγάπη, παραμένει ανικανοποίητη. Το υπόλοιπο αυτό είναι η επιθυμία: "Η επιθυμία δεν είναι ούτε η όρεξη για ικανοποίηση, ούτε το αίτημα για αγάπη, αλλά η διαφορά που προκύπτειαν αφαιρέσουμε την πρώτη από το δεύτερο."(Ε,287).

Η επιθυμία είναι επομένως το περίσσευμα που παράγεται από την άρθρωση της ανάγκης σε αίτημα:"Η επιθυμία αρχίζει να λαμβάνει μορφή στο περιθώριο στο οποίο το αίτημα διαχωρίζεται από την ανάγκη"(Ε,311). Σε αντίθεση με την ανάγκη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί και η οποία τότε παύει να κινητοποιεί το υποκείμενο μέχρις ότου ανακύψει μια άλλη ανάγκη, η επιθυμία δεν μπορεί ποτέ να ικανοποιηθεί, η πίεσή της είναι συνεχής και "αιώνια". Η πραγμάτωση της επιθυμίας δεν συνίσταται στην "ικανοποίησή της", αλλά στην αναπαραγωγή της επιθυμίας καθεαυτήν.

Η λακανική διάκριση ανάμεσα στην ανάγκη και την επιθυμία, η οποία απομακρύνει εντελώς την έννοια της επιθυμίας από το πλαίσιο της βιολογίας, θυμίζει αρκετά έντονα τη διάκριση του Kojeve ανάμεσα στην επιθυμία των ζώων και την ανρθώπινη επιθυμία. Η επιθυμία αποκεικνύεται διακριτά ανθρώπινη, όταν προσανατολίζεται στην κατεύθυνση είτε μιας άλλης επιθυμίας, είτε ενος αντικειμένου που είναι "εντελώς άχρηστο από βιολογική σκοπιά"(Κojeve,1947:6).
Ιδιαίτερη σημασία έχει η κιάκριση ανάμεσα στην επιθυμία και τις ορμές. Αν και ανήκουν και οι δύο στο πεδίο του Άλλου(εν αντιθέσει προς την αγάπη), η επιθυμία είναι μια ενώ οι ορμές είναι πολλές. Με άλλα λόγια, οι ορμές είναι οι συγκεκριμένες(μερικές) εκδηλώσεις μιας μοναδικής δύναμης που ονομάζεται επιθυμία(αν και μπορεί να υπάρχουν και επιθυμίες που δεν εκδηλώνονται στις ορμές:βλ.Σ11,243).Υπάρχει μόνο ένα αντικείμενο επιθυμίας, το OBJET PETIT A, και αυτό αντιπροσωπεύεται από μια ποικιλία μερικών αντικειμένων σε διαφορετικές μερικές ορμές.Το OBJET PETITI A δεν αποτελεί το αντικείμενο προς το οποίο τείνει η επιθυμία, αλλά το αίτιο της επιθυμίας. Η επιθυμία δεν αποτελεί σχέση προς ένα αντικείμενο, αλλά σχέση προς μια ΕΛΛΕΙΨΗ.

Μια από τις διατυπώσεις που επαναλαμβάνει συχνά o Lacan είναι η εξής : "η επιθυμία του ανθρώπου είναι η επιθυμία του Άλλου", πράγμα που σημαίνει ότι η επιθυμία είναι συγχρόνως επιθυμία να είναι κανείς το αντικείμενο της επιθυμίας κάποιου άλλου, και επιθυμία για αναγνώριση από κάποιον άλλο. Ο Lacan υιοθετεί την ιδέα αυτή από τον Hegel, μέσω του Kojeve, ο οποίος δηλώνει:

Η επιθυμία είναι ανθρώπινη,όταν κανείς δεν επιθυμεί το σώμα, αλλά την Επιθυμία του άλλου...δηλαδή, όταν θέλει να "είναι επιθυμητός", να "αγαπιέται", ή μάλλον να "αναγνωρίζεται "στην ανθρώπινη αξία του... Με άλλα λόγια, κάθε ανθρώπινη, ανθρωπογεννητική Επιθυμία...είναι, εντελει, μια λειτουργία της επιθυμίας για "αναγνώριση".(Kojeve,1947:6).

O Kojeve φτάνει στο σημείο να υποστηρίξει (στα χνάρια και πάλι του Hegel) ότι για την επίτευξη της επιθυμητής αναγνώρισης, το υποκείμενο πρέπει να διακινδυνεύσει την ίδια του τη ζωή σε έναν αγώνα για καθαρό γόητρο(βλ.ΚΥΡΙΟΣ). Η επιθυμία αυτή, που συνιστά κατ'ουσίαν επιθυμία να γίνει κανείς το αντικείμενο της επιθυμίας ενός άλλου, εικονογραφείται καθαρά στον πρώτο "χρόνο"του συμπλέγματος του Οιδίποδα, όταν το υποκείμενο επιθυμεί να είναι ο φαλλός για τη μητέρα.

2.Το υποκείμενο επιθυμεί qua Άλλος(Ε,312): με άλλα λόγια, το υποκείμενο επιθυμεί από τη σκοπιά ενός άλλου. Η συνέπεια είναο ότι "το αντικείμενο της επιθυμίας του ανθρώπου...είναι ουσιαστικά ένα αντικείμενο που επιθυμείται από κάποιον άλλο"(Lacan,1951b:12). Εκείνο που καθιστά επιθυμητό ένα αντικείμενο δεν είναι κάποια εγγενής ποιότητα του πράγματος καθεαυτό, αλλά απλώς το γεγονός ότι επιθυμείται από κάποιον άλλο. Η επιθυμία του Άλλου είναι επομένως εκείνο που κάνει τα αντικείμενα ισοδύναμα και εναλλάξιμα. Αυτό "τείνει να μειώνει την ιδιαίτερη σημασία οποιουδήποτε συγκεκριμένου αντικειμένου, αλλά την ίδια στιγμή φέρνει στο προσκήνιο την ύπαρξη αναρίθμητων, αντικειμένων" (Lacan,1951b:12).

Η ιδέα αυτή προέρχεται επίσης από την κοζεβιανή ανάγνωση του Hegel. Ο Κojeve υποστηρίζει ότι " η Επιθυμία που κατευθύνεται προς ένα φυσικό αντικείμενο είναι ανρθώπινη μόνο στον βαθμό που "διαμεσολαβείται"από την Επιθυμία ενός άλλου που κατευθύνεται προς το ίδιο το αντικείμενο: είναι ανθρώπινο να επιθυμεί κανείς ό,τι επιθυμούν και οι άλλοι,ακριβώς επειδή το επιθυμούν"(Kojeve,1947:6).Ο λόγος που εξηγεί τα παραπάνω έχει να κάνει με όσα αναφέραμε προηγουμένως για την ανθρώπινη επιθυμία ως επιθυμία για αναγνώριση. Επιθυμώντας εκείνο που επιθυμεί κάποιος άλλος, μπορώ να κάνω τον άλλο να αναγνωρίσει το δικαίωμά μου να κατέχω το αντικείμενο αυτό, κι έτσι να κάνω τον άλλο να αναγνωρίσει την υπεροχή μου εις βάρος του(Kojeve,1947:40).

Αυτό το καθολικό γνώρισμα της επιθυμίας είναι ιδιαίτερα προφανές στην υστερία. Υστερική είναι εκείνη που συντηρεί την επιθυμία του άλλου, που μετατρέπει την επιθυμία κάποιου άλλου σε δική της(η Ντόρα, για παράδειγμα,επιθυμεί τη Frau K, επειδή ταυτίζεται με τον Herr Κ, ιδιοποιούμενη την υποτιθέμενη επιθυμία του, Σ4,1938'βλ.Freud,1905e). Εκείνο επομένως που έχει σημασία στην ανάλυση μιας υστερικής δεν είναι ο εντοπισμός του αντικειμένου της επιθυμίας της αλλά η ανακάλυψη του τόπου από τον οποίο επιθυμεί(του υποκειμένου με το οποίο ταυτίζεται).

3. Η επιθυμία είναι επιθυμία για τον Άλλο (η φράση αυτή βασίζεται στην αμφισημία του γαλλικού de).Η θεμελιακή επιθυμία είναι η αιμομικτική επιθυμία για τη μητέρα,τον πρωταρχικό Άλλο.(Σ7,67).

4. Η επιθυμία είναι πάντοτε "η επιθυμία για κάτι άλλο"(Ε,167), αφού είναι αδύνατον να επιθυμεί κανείς κάτι που ήδη κατέχει. Το αντικείμενο της επιθυμίας μετατίθεται διαρκώς, πράγμα που εξηγεί γιατί η επιθυμία συνιστά ΜΕΤΩΝΥΜΙΑ (Ε,175).

5.Η επιθυμία ανακύπτει αρχικά στο πεδίο του Άλλου, δηλαδή του ασυνειδήτου. Το πιο σημαντικό σημείο που προκύπτει από τη φράση του Lacan είναι ότι η ιδιωτική υπόθεση, γιατί συγκροτείται πάντοτε σε διαλεκτική σχέση με τις επιθυμίες των άλλων υποκειμένων όπως τις αντιλαμβανόμαστε.

Ο πρώτος άνθρωπος που καταλαμβάνει τον τόπο του Άλλου είναι η μητέρα, και στην αρχή το παιδί βρίσκεται στο έλεος της επιθυμίας της. Μόνο όταν ο πατέρας συναρθρώνει την επιθυμία με τον νόμο απελευθερώνεται το υποκείμενο από την υποταγή στα καπρίτσια της επιθυμίας της μητέρας(βλ.ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΥ).

________________________________________________




Γράφημα της ειθυμίας(γ.:graphe du desir - a.:graph of desire)



σχ.1 Το γράφημα της επιθυμίας-στοιχειώδες κύτταρο
Πηγή : Jacques Lacan,Ecrits,Παρίσι : Seuil,1966
Το γράφημα της επιθυμίας είναι μια τοπογραφική αναπαράσταση της δομής της επιθυμίας. Ο Lacan αναπτύσσει για πρώτη φορά το γράφημα της επιθυμίας στο Σεμινάριο, Βιβλίο V (Lacan,1957-8) για να αποσαφηνίσει την ψυχαναλυτική θεωρία του ευφυολογήματος (βλ.Freud,1905c). Το γράφημα επανεμφανίζεται σε μερικά από τα σεμινάρια πο ακολουθούν (βλ.Lacan,1958-9 και 1960-61)· μετά όμως σχεδόν εξαφανίζεται από το έργο του Lacan. Το γράφημα εμφανίζεται σε διάφορες μορφές, αν και η πλέον γνωστή μορφή του εμπεριέχεται στο κείμενο"Ανατροπή του υποκειμένου και διαλεκτική της επιθυμίας (Lacan,1960a).


Στην εργασία αυτή ο Lacan οικοδομεί το γράφημα της επιθυμίας σε τέσσερα στάδια. Το πρώτο από τα στάδια αυτά είναι το "στοιχειώδες κύτταρο" του γραφήματος (σχήμα 1'βλ.Ε,303).

Η οριζόντια γραφμμή αντιπροσωπεύει τη διαχρονική ΣΗΜΑΙΝΟΥΣΑ ΑΛΥΣΙΔΑ ενώ η άλλη γραμμή αντιπροσωπεύει τον φορέα της προθετικότητας του υποκειμένου. Η διπλή διασταύρωση των δύο αυτών γραμμών αποκαλύπτει τη φύση της αναδρομικής ή εκ των υστέρων δράσης (retroaction): το μήνυμα,στο σημείο s(A)στο πλήρες γράφημα, είναι το POINT DE CAPITON που καθορίζεται εκ των υστέρων από τη συγκεκριμένη στίξη που του αποδίδεται από τον Άλλο, Α.Το προγλωσσικό μυθικό υποκείμενο της καθαρής ανάγκης, που αντιπροσωπεύεται από το τρίγωνο, πρέπει να περάσει μέσα από τις στενωπούς του σημαίνοντος που παράγει το διαιρεμένο υποκείμενο, $.

Τα ενδιάμεσα στάδια του γραφήματος της ςπιθυμίας δεν στοιχειοθετούν κάποια εξέλιξη ή χρονική ανάπτυξη,αφού το γράφημα υφίσταται ανά πάσα στιγμή ως όλον: δεν είναι παρά παιδαγωγικοί μηχανισμοί τους οποίους χρησιμοποιεί ο Lacan για να κάνει περισσότερο προσιτή και κατανοητή τη δομή του πλήρους γραφήματος(σχήμα2'βλ.Ε,315, ΚΑΙ Ec,817).


σχ.2 Το γράφημα της επιθυμίας-
ολοκληρωμένη μορφή

Πηγή : Jacques Lacan,Ecrits,Παρίσι : Seuil,1966


Στο πλήρες γράφημα δεν υπάρχει μια, αλλά δύο σημαίνουσες αλυσίδες. Εκείνη που βρίσκεται στο κάτω μέρος (από το σημαίνον στη φωνή )είναι η συνειδητή σημαίνουσα αλυσίδα, το επίπεδο του εκφερομένου. Εκείνη που βρίσκεται στο πάνω μέρος (από τη jouissance στον ευνουχισμό) είναι η σημαίνουσα αλυσίδα στο ασυνείδητο, το επίπεδο της ΕΚΦΟΡΑΣ. Η δομή επομένως διπλασιάζεται: το πάνω μέρος του γραφήματος δομείται ακριβώς όπως και το κάτω μέρος.




________


πηγή
DYLAN EVANS
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΛΑΚΑΝΙΚΗς ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗΣ
μετάφραση
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ
Ελληνικά γράμματα

δημοσίευση από CaRiNa
__________________



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου