Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Λωτός





O Λωτός (επιστ. Διόσπυρος, Diospyros) είναι φρούτο του ομώνυμου γένους φυτών που ανήκει στην οικογένεια των Εβενοειδών (Ebenaceae). To γένος αυτό περιλαμβάνει περί τα 200 είδη των τροπικών περιοχών, κυρίως των ανατολικών, καθώς και των εύκρατων. Ευδοκιμούν σε όλα τα εδάφη, προτιμούν όμως τα ηλιόλουστα και ζεστά μέρη. Τα περισσότερα είδη είναι διακοσμητικά με εδώδιμο καρπό και κάποια είδη εξ αυτών παρέχουν πολύτιμο ξύλο (έβενος), το οποίο είναι μαύρο και πολύ ανθεκτικό.

Πρόκειται για δέντρα ή θάμνους με ακέραια φύλλα και σπανίως αντίθετα. Τα άνθη είναι μονογενή ή διγενή. Ο καρπός είναι σαρκώδης ράγα, χυμώδης με χρώμα ξανθό, πορτοκαλί, κόκκινο ή κυανόμαυρο. Πολλαπλασιάζονται με σπέρματα.

Ο Λωτός φέρεται να ήταν γνωστός στους αρχαίους Ινδούς από τους οποίους και διαδόθηκε αρχικά στο Θιβέτ και την Κίνα και αργότερα στην Αίγυπτο και την αρχαία Ελλάδα. Το ωραίο άνθος του αρχικά διαδραμάτισε σπουδαίο θρησκευτικό σύμβολο αγνότητας και συμπεριελήφθη ομοίως στην αρχιτεκτονική, ζωγραφική και ποίηση όλων των παραπάνω αρχαίων λαών. Για τους αρχαίους Αιγυπτίους ο λωτός ήταν το σύμβολο των τεσσάρων στοιχείων της φύσης, καθώς και το σύμβολο της μετενσάρκωσης. Θεωρούταν επίσης σύμβολο του ανατέλλοντος Ηλίου και εξ αυτού κοσμούσε τη κεφαλή του Νεφερτούμ, ενός των θεών της Μεμφιτικής τριάδας, ενώ ο θεός Ώρος παριστάνονταν συχνά να αναδύεται από ανθούς λωτού. Η δε κομψότητα και η χάρη του άνθους του λωτού υπήρξε βασικό κοσμητικό στοιχείο στη Φαραωνική αρχιτεκτονική και στην ανατολική ποίηση.

Οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν λωτούς πολλά είδη φυτών ποώδη και δενδροειδή που κατά τον Θεόφραστο δεν είχαν σχέση με το πραγματικό λωτό (κατά «φύλλοις και καυλοίς και άνθεσι και καρποίς» (Ζ-15:3). Ο δε Διοσκουρίδης αναφέρει τέσσερα είδη λωτού που μόνο το ένα είδος αντιστοιχεί με το φυτικό γένος αυτού. Έτσι το πρώτο είδος του Διοσκουρίδη ο «λωτός ο ήμερος» αντιστοιχεί κατ΄ άλλους με τον λωτό τον κερατιοφόρο, κατ΄ άλλους με το φυτό μελίλωτος ο μεσσηνιακός που φύονταν γύρω από τη Σπάρτη και την Τροία όπως αναφέρει και ο Όμηρος, (Ιλιάδα Β-776) που ήταν είδος τριφυλλιού με το οποίο τάιζαν τα άλογα. Το δεύτερο Διοσκούρειο είδος, ο "λωτός ο άγριος" πρόκειται για το ίδιο που καλλιεργούταν στην Αίγυπτο, το κηπευτικό τριφύλλι το αλεξανδρινό. Ο "λωτός το δένδρο" είναι ο "λωτός ο κυρηναϊκός", που αντιστοιχεί με τον ζίζυφο λωτό που φύεται στην Αφρική και Ελλάδα, του οποίου ο καρπός ο τζίτζυφος τρωγόταν όπως αναφέρει και ο Όμηρος από τους λωτοφάγους, τον οποίο οι Άραβες θεωρούσαν φρούτο του Παραδείσου.

Τέλος ο «λωτός ο αιγύπτιος» δεν είναι άλλος από τον λεγόμενο «νυμφαίο» ή «λωτός του Νυμφαίου» που είναι ο ίδιος ο αιγυπτιακός και ινδικός λωτός που αποτελούσε ιερό σύμβολο του Νείλου και του Γάγγη αντίστοιχα, σύμβολο γονιμότητας και ευκαρπίας.


~.~~.~~.~~.~~.~.~.~.~.~.~~~.~~.~~.~~.~



Συνομοταξία : Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία :Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη : Εβενώδη (Ebenales)
Οικογένεια : Εβενοειδή (Ebenaceae)
Γένος : Διόσπυρος (Diospyros)
Κάρολος Λινναίος



~~~~~~~~~~~

 από βικιπαίδεια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου