Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Γιατί τα κενά σημαίνοντα έχουν σημασία για την πολιτική;




Ερνέστο Λακλάου

Πηγή : Emancipation(s). London: Verso Books (1995), pp. 36-46.

Η κοινωνική παραγωγή «κενών σημαινόντων».


Paul Klee lines - dots drawing
Ένα κενό σημαίνον είναι ένα σημαίνον χωρίς σημαινόμενο. Αυτός ο ορισμός ωστόσο αποτελεί και την άρθρωση ενός προβλήματος.  Πώς είναι δυνατό ένα σημαίνον να μην είναι συνδεδεμένο με ένα σημαινόμενο και να παραμένει  παρόλα αυτά εσωτερικό μέρος ενός συστήματος σήμανσης;  Ένα κενό σημαίνον θα ήταν μια σειρά από ήχους και  αν ο τελευταίος  διαχωριζόταν από κάθε λειτουργία σήμανσης, ο ίδιος ο όρος σημαίνον θα γινόταν υπερβολικός. Η μόνη πιθανότητα μιας ροής ήχων που έχουν διαχωριστεί από τη λειτουργία σήμανσης και παραμένουν σημαίνοντα, είναι μέσω της υπονόμευσης του σημείου, που η πιθανότητα ενός κενού σημαίνοντος ενέχει, δημιουργώντας κάτι που είναι εσωτερικό στη σήμανση. Ποια είναι αυτή η πιθανότητα;
Μερικές ψευδείς απαντήσεις θα μπορούσαν να απορριφθούν πολύ εύκολα. Κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι ένα σημαίνον μπορεί να διαχωριστεί από διάφορα σημαινόμενα σε διαφορετικά πλαίσια. Είναι ξεκάθαρο ότι σε αυτή την περίπτωση το σημαίνον δεν θα ήταν κενό αλλά αμφίσημο: η λειτουργία σε κάθε πλαίσιο θα ήταν πλήρως καθορισμένη. Μια δεύτερη περίπτωση είναι το σημαίνον να μην είναι αμφίσημο αλλά ασαφές:  ο υπερκαθορισμός ή ο υποκαθορισμός των σημαινομένων δεν επιτρέπουν τον πλήρη καθορισμός τους. Αυτή η ροή του σημαίνοντος και πάλι δεν το καθιστά κενό. Παρά το ότι η ροή μας πηγαίνει ένα βήμα μπροστά για να απαντήσουμε στο πρόβλημα οι όροι του  δεν προσεγγίζονται ακόμη. Δεν αντιμετωπίζουμε μια υπερβολή ή ένα έλλειμμα της σήμανσης αλλά την θεωρητική πιθανότητα ενός πράγματος που δείχνει μέσα στη διαδικασία της σήμανσης το όριο του μέσα στο λόγο.
Ένα κενό σημαίνον μπορεί να αναδυθεί μόνον όταν υπάρχει κάποια δομική αδυνατότητα στη σήμανση και μόνο αν αυτή η αδυνατότητα μπορεί να σημάνει τον εαυτό της ως ρήξη (ανατροπή, παραμόρφωση, κτλ) της δομής του σημείου.
Ξέρουμε από τον Σωσσύρ ότι η γλώσσα είναι ένα σύστημα διαφορών και ότι οι γλωσσικές ταυτότητες είναι όλες σχεσιακές και έτσι σε κάθε πράξη σήμανσης εμπλέκεται η ολότητα της γλώσσας. Απαιτείται η ολότητα της γλώσσας, εάν οι διαφορές δεν αποτελούν σύστημα τότε καμιά σήμανση δεν είναι δυνατή. Το πρόβλημα είναι ο καθορισμός των ορίων αυτού του συστήματος. Όταν σκεφτόμαστε τα όρια κάποιου πράγματος, είναι ταυτόσημο με το να σκεφτόμαστε τι είναι πέρα από αυτά τα όρια. Όταν μιλούμε για τα όρια ενός συστήματος σήμανσης είναι ξεκάθαρο ότι αυτά τα όρια δεν μπορούν να σημάνουν τον εαυτό τους αλλά πρέπει να παρουσιαστούν ως ρήξη  ή ως κατάρρευση της διαδικασίας σήμανσης. Έτσι φτάνουμε στο παράδοξο αυτό που συγκροτεί τη δυνατότητα ύπαρξης ενός συστήματος σήμανσης είναι αυτό που συγκροτεί και την αδυνατότητά του – ένα μπλοκάρισμα της συνεχούς διαδικασίας σήμανσης.
Μια πρώτη και κεφαλαιώδης συνέπεια αυτού του γεγονότος είναι  ότι τα αληθινά όρια δεν μπορούν ποτέ να είναι ουδέτερα όρια, πάντα προϋποθέτουν έναν αποκλεισμό.  Ένα ουδέτερο όριο θα ήταν ουσιωδώς συνεχές με αυτό που είναι στις δυο πλευρές του και οι δύο πλευρές είναι απλά διαφορετικές η μία από την άλλη. Μια σημαίνουσα ολότητα είναι ένα σύνολο διαφορών και αυτό σημαίνει ότι και τα δύο είναι μέρος του ίδιου συστήματος και ότι τα όρια μεταξύ των δύο δεν μπορεί να είναι όριο του συστήματος. Στην περίπτωση του αποκλεισμού έχουμε αντιθέτως αυθεντικά όρια επειδή η αναγνώριση του είναι πέρα από αυτά τα όρια θα ενέπλεκε την αδυνατότητα του τι είναι αυτή η πλευρά του ορίου. Τα αληθινά όρια είναι πάντα ανταγωνιστικά. Η λογική των ορίων αποκλεισμού έχουν συνέπειες και για τις δυο πλευρές των ορίων κάτι που θα μας οδηγήσει ευθέως στην έννοια των κενών σημαινόντων.

1. Μια πρώτη συνέπεια του ορίου αποκλεισμού είναι ότι εισάγει μια ουσιώδης ισοδυναμία μέσα στο σύστημα των διαφορών που συγκροτούνται από αυτά τα όρια. Από την μια κάθε στοιχείο του συστήματος έχει  ταυτότητα μόνο εφόσον είναι διαφορετικό από τα άλλα: διαφορά= ταυτότητα. Από την άλλη όλες οι διαφορές είναι ισοδύναμες μεταξύ τους εφόσον όλες ανήκουν στην ίδια πλευρά του ορίου αποκλεισμού. Αλλά σε αυτή την περίπτωση η ταυτότητα κάθε στοιχείου είναι εκ συγκροτήσεως διχασμένη: από τη μια κάθε διαφορά εκφράζει τον εαυτό της ως διαφορά. Από την άλλη κάθε μια ακυρώνει τον εαυτό της  με την εισαγωγή της σε μια σχέση ισοδυναμιών με όλες τις άλλες διαφορές του συστήματος. Εφόσον υπάρχει σύστημα μόνο όταν υπάρχει ριζικός αποκλεισμός, αυτός ο διχασμός ή η ισοδυναμία είναι συγκροτητικά όλων των συστημικών ταυτοτήτων. Αν η συστημικότητα ενός συστήματος είναι το άμεσο αποτέλεσμα του ορίου αποκλεισμού είναι επειδή αυτός ο αποκλεισμός  θεμελιώνει το σύστημα ως τέτοιο.  Αυτή η παρατήρηση είναι σημαντική γιατί από αυτή εξάγεται το συμπέρασμα ότι το σύστημα δεν έχει κάποιο θετικό θεμέλιο και δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε κάποιο θετικό σημαινόμενο. Ας υποθέσουμε ότι ένα σύστημα ήταν το αποτέλεσμα όλων των στοιχείων του που μοιράζονταν ένα θετικό χαρακτηριστικό. Σε αυτή την περίπτωση αυτό το θετικό χαρακτηριστικό θα είναι διαφορετικό από άλλα θετικά χαρακτηριστικά. Αλλά ένα σύστημα  που συγκροτήθηκε μέσω του ριζικού αποκλεισμού διακόπτει τη λογική της διαφοράς: αυτό που αποκλείεται από το σύστημα χωρίς να είναι κάτι θετικό είναι απλά η αρχή της θετικότητας- καθαρό είναι- αυτό είναι το σημαίνον της καθαρής ακύρωσης κάθε διαφοράς.


αναδημοσίευση από το  Στο ντιβάνι με το Λακάν

_________________________________


Γιατί τα κενά σημαίνοντα έχουν σημασία για την πολιτική; (ΙΙ)


2.Αυτό που είναι πέραν του ορίου αποκλεισμού ανάγεται σε καθαρή αρνητικότητα. Αυτή η καθαρή απειλή είναι που συγκροτεί το σύστημα. Αν η διάσταση αποκλεισμού εξαλειφτεί  ή αδυνατίσει τότε ο διαφορικός χαρακτήρας του «πέρα» θα επιβάλλει τον εαυτό του και ως αποτέλεσμα τα όρια αυτά θα θολώσουν. Μόνο εάν το πέρα γίνει το σημαίνον της καθαρής απειλής, της καθαρής αρνητικότητας , του αποκλεισμένου μπορούν να υπάρξουν όρια και  σύστημα.  Έτσι βλέπουμε την δυνατότητα ενός κενού σημαίνοντος που θεμελιώνεται σε μια λογική όπου οι διαφορές καταρρέουν σε αλυσίδες ισοδυναμίας.

3. Γιατί αυτό το καθαρό είναι ή η συστημικότητα του συστήματος  ή – το αντίστροφό του , η καθαρή αρνητικότητα του αποκλεισμένου απαιτούν την παραγωγή κενών σημαινόντων ώστε να σημάνει τον εαυτό του; Η απάντηση είναι  ότι προσπαθούμε να σημάνουμε τα όρια της σήμανσης – το πραγματικό αν θέλετε με λακανικούς όρους- και δεν υπάρχει ευθύς τρόπος να το κάνουμε παρά μέσα από την ανατροπής  της διαδικασίας της σήμανσης. Όπως ξέρουμε από την ψυχανάλυση αυτό που δεν αναπαριστάται ευθέως – το ασυνείδητο-μπορεί να βρει ως μέσο αναπαράστασης την ανατροπή της σήμανσης. Κάθε σημαίνον συγκροτεί ένα σημείο συνδεόμενο με ένα συγκεκριμένο σημαινόμενο, εγγράφοντας  τον εαυτό του ως διαφορά μέσα στη διαδικασία σήμανσης.  Όμως αν αυτό που προσπαθούμε να σημάνουμε δεν είναι διαφορά αλλά αντιθέτως είναι ένας ριζικός αποκλεισμός  που είναι το θεμέλιο και η συνθήκη όλων των διαφορών , τότε καμιά παραγωγή μιας ακόμη διαφοράς δεν μπορεί να κάνει το τρικ.  Έτσι η σήμανση είναι δυνατή μόνο εάν κάποια σημαίνοντα αποσυνδεθούν από τα σημαινόμενα και καταλάβουν το ρόλο της παρουσίασης του καθαρού είναι του συστήματος.
Δύο σημεία πρέπει να σημειωθούν. Πρώτον το Είναι ή η συστηματικότητα ενός συστήματος  αντιπροσωπεύεται από τα κενά σημαίνοντα δεν είναι ένα Είναι  που δεν έχει αναγνωρισθεί αλλά δεν μπορεί να προσεγγιστεί  και οι όποιες  συστημικές συνέπειες είναι το αποτέλεσμα του ασταθούς συμβιβασμού  μεταξύ της ισοδυναμίας και  της διαφοράς. Έτσι ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα συγκροτητικό κενό, με ένα αδύνατο αντικείμενο που όπως στον Καντ παρουσιάζει τον εαυτό του μέσα από την αδυνατότητα της παρουσίασής του. Εδώ μπορούμε να δώσουμε μια πλήρη απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα: μπορούν κενά σημαίνοντα να υπάρχουν στο πεδίο της σήμανσης επειδή κάθε σύστημα σήμανσης  δομείται γύρω από την αδυνατότητα παραγωγής ενός αντικειμένου  που απαιτείται από τη συστηματικότητα του συστήματος. Έτσι έχουμε μια αδυνατότητα χωρίς τόπο  όπως στην περίπτωση της λογικής αντίφασης  αλλά με μια θετική αδυνατότητα , με ένα πραγματικό που το χ του κενού σημαίνοντος  δείχνει.

Ηγεμονία

Ας πάμε πίσω σε ένα παράδειγμα που συζητήσαμε λεπτομερώς στο Ηγεμονία και σοσιαλιστική στρατηγική : την συγκρότηση της ενότητας της εργατικής τάξης  σύμφωνα με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ  μέσα από έναν υπερκαθορισμό μερικών αγώνων για μια μακρά διάρκεια χρόνου. Το βασικό της επιχείρημα είναι ότι η ενότητα της τάξης δεν καθορίζεται από μια a priori θεώρηση της προτεραιότητας της  πολιτικής ή οικονομικής πάλης αλλά από τη συσσώρευση επιρροών του εσωτερικού διχασμού των μερικών κινητοποιήσεων. Σε κλίμα ακραίας καταπίεσης κάθε κινητοποίηση για έναν μερικό στόχο δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως ένα συμπαγές αίτημα ενός αγώνα αλλά επίσης ως μια πράξη εναντίον του συστήματος. Αυτό το γεγονός είναι που συνδέει τους επιμέρους αγώνες- όλοι προσεγγίζονται ως αλληλοσχετιζόμενοι, όχι επειδή οι στόχοι τους σχετίζονται εσωτερικά αλλά επειδή θεωρούνται ισοδύναμοι στην αντιπαράθεση με το καταπιεστικό καθεστώς. Δεν είναι λοιπόν ότι μοιράζονται κάτι θετικό μεταξύ τους που θεμελιώνει την ενότητά τους, αλλά κάτι αρνητικό :  η αντίθεσή τους σε έναν κοινό εχθρό. Ο ισχυρισμός της Λούξεμπουργκ ότι η ταυτότητα της επαναστατικής μάζας θεμελιώνεται μέσω του υπερκαθορισμού για μια ιστορική περίοδο, μιας ποικιλίας ξεχωριστών αγώνων. Αυτές οι παραδόσεις συγχωνεύονται σε μια επαναστατική στιγμή, σε ένα σημείο τομής.

Ας προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε τις προηγούμενες κατηγορίες σε μια τέτοια κατάσταση.  Το νόημα (σημαινόμενο) όλων των συμπαγών αγώνων εμφανίζεται από την αρχή εσωτερικά διχασμένο.  Ο στόχος κάθε αγώνα δεν αφορά μόνο ένα συγκεκριμένο αίτημα αλλά σημαίνει επίσης και την αντίθεση στο σύστημα. Το πρώτο σημαίνον θεμελιώνει το διαφορικό χαρακτήρα κάθε αιτήματος έναντι των  άλλων αιτημάτων . το δεύτερο σημαινόμενο θεμελιώνει την ισοδυναμία όλων των αιτημάτων που βασίζεται στην κοινή αντίθεσή τους στο σύστημα. Όπως μπορεί να γίνει κατανοητό κάθε ξεχωριστός αγώνας κυριαρχείται από μια αντίφαση, που ταυτόχρονα θεμελιώνει και εξαλείφει την ενικότητά του. Η λειτουργία της παρουσίασης του συστήματος ως ολότητας εξαρτάται από τη δυνατότητα υπερίσχυσης της ισοδυναμίας έναντι της διαφοράς. Αυτή η δυνατότητα είναι το αποτέλεσμα κάθε ενικού αγώνα που πάντα ήδη διαπερνάται από αυτή την αμφισημία.

 αναδημοσίευση από το blog  Στο ντιβάνι με το Λακάν

 _____________________________

 Το κείμενο στην αρχική του δημοσίεση είχε άλλη φωτογραφία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου