Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλωσσολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλωσσολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

Ορθογραφώντας τη βία







  
του Θεοφάνη Τάση

Στον τελευταίο εθνικό διαγωνισμό ορθογραφίας για μαθητές στις ΗΠΑ η λέξη που έκρινε τον νικητή πυροδότησε μια ζωηρή αντιπαράθεση στη δημόσια σφαίρα. Η επιτροπή αποφάσισε, με βάση το λεξικό Webster, ότι η ορθή απόδοση της γερμανοεβραϊκής λέξης κνέντελ (παραδοσιακό έδεσμα) στα Αγγλικά είναι «knaidel». Το Ινστιτούτο Eβραϊκών Eρευνών (Ι.Ε.Ε.) όμως διαφώνησε, υποστηρίζοντας ότι η σωστή γραφή είναι «kneydel». Τις εβδομάδες μετά τον διαγωνισμό δημοσιεύεται πληθώρα άρθρων για το θέμα, ενώ αρκετοί ακαδημαϊκοί, δημοσιογράφοι και πολίτες των ΗΠΑ και του Ισραήλ συμμετέχουν ενεργά στον δημόσιο διάλογο. Γιατί όμως το Ι.Ε.Ε. ασχολήθηκε με αυτή τη φαινομενικά ήσσονος σημασία υπόθεση; Το Ι.Ε.Ε. ιδρύθηκε το 1925 για την ορθή γραφή των Γερμανοεβραϊκών (yiddish) στο εβραϊκό αλφάβητο και τη μελέτη της ιστορίας του εβραϊκού πολιτισμού στην Ανατολική Ευρώπη, τη Ρωσία και τη Γερμανία. Οι ιδρυτές του αντιλαμβάνονται την εβραϊκότητα όχι με κέντρο τη θρησκεία, αλλά με βάση τη γλώσσα, προάγοντας τα Γερμανοεβραϊκά ως ομιλούμενη γλώσσα.

Ωστόσο, μετά το Ολοκαύτωμα, η συντριπτική πλειονότητα των ομιλούντων Γερμανοεβραϊκά είχε εξολοθρευτεί, και στην Παλαιστίνη -αργότερα το Ισραήλ- προωθoύσαν πλέον συστηματικά τα Εβραϊκά. Έτσι, μια γλώσσα εκατομμυρίων ανθρώπων, η γλώσσα παππούδων και γονέων, κινδύνευε να λησμονηθεί. Για το Ι.Ε.Ε. η ορθογραφία της λέξης «κνέντελ» στο Webster αντικατοπτρίζει απλώς την προφορά της από τον αγγλόφωνο αναγνώστη, αγνοώντας την εκατόμβη των νεκρών. Αποτελεί ειρωνεία, ότι το ίδιο λεξικό, όταν πρωτοδημοσιεύτηκε το 1806, εισήγαγε μια διαφορετική ορθογραφία της Αγγλικής, με σκοπό να διαφοροποιήσει τη γλώσσα του νέου έθνους από εκείνη των πρώην δυναστών του. Σήμερα λοιπόν, σε αντίθεση με το λεξικό Webster, η ορθογραφία της λέξης που προτείνει το Ι.Ε.Ε απηχεί γνώση των Γερμανοεβραϊκών και της ιστορίας, εν ολίγοις, επίγνωση της περιεκτικότητας σε δάκρυα μιας λέξης.

Παρά τις ομοιότητες μεταξύ του ελληνικού και του εβραϊκού λαού ως προς την ίδρυση παροικιών, κοιτίδων γλώσσας και πολιτισμού, που έδρασαν ως ομάδες πίεσης (pressure groups) στην πολιτική, η χώρα μας, κατά τις τελευταίες δεκαετίες μετά την επίσημη επίλυση του γλωσσικού ζητήματος, αμέλησε την πολιτική σημασία της γλώσσας ως φορέα αξιών και ιστορικής μνήμης. Ταυτοχρόνως παραμέλησε τη φροντίδα της με ανησυχητικές συνέπειες: την εξαφάνιση των ντοπιολαλιών, την αλόγιστη κυριαρχία ξενόγλωσσων επιγραφών στο αστικό τοπίο, την άσκοπη ή λανθασμένη χρήση ξένων λέξεων στην καθημερινότητα, τη χρήση του λατινικού αλφαβήτου στον γραπτό λόγο (greeklish), τη σύγκλιση προφορικού και γραπτού λόγου καθώς και τη διαστρέβλωση της σημασίας των λέξεων. Παράλληλα, η συλλογική μνήμη ατρόφησε, δημιουργώντας μια δημόσια σφαίρα με εξασθενημένη την αίσθηση της ιστορικότητάς της και με πολίτες ανήμπορους να προσανατολίσουν τη βιογραφία τους μέσα στην εποχή τους και την ιστορία. Με βάση, λοιπόν, τα προαναφερθέντα μπορούμε να κατανοήσουμε την τρέχουσα κρίση, αφενός ως αδυναμία παραγωγής νοήματος υπό τη μορφή νέων λεξιλογίων και αφηγήσεων, αφετέρου ως επακόλουθο μιας γλωσσικής ακηδίας, με απόληξη την ποιοτική υποβάθμιση της ομιλούμενης Ελληνικής.

Η ακηδία αυτή στη γλώσσα μας επέφερε έκπτωση στην ακρίβεια και σαφήνεια του δημόσιου λόγου συμβάλλοντας στον μαρασμό της κριτικής και σε έναν λαϊκισμό φιλόξενο για την ανθοφορία της βίας στην κοινωνία. Ο λαϊκισμός δεν νοείται, εδώ, ως στρατήγημα, αλλά ως μείγμα πνευματικής νωθρότητας και αδυναμίας διάκρισης/έκφρασης των διαφορών που χαρακτηρίζουν τα φαινόμενα. Πώς όμως η γλωσσική ακηδία συμβάλλει στην αλλοίωση του πολίτη σε ιδιώτη, επιρρεπή στη χρήση βίας; Αρχικά, η ακηδία αυτή δυσχεραίνει τη διαχείριση της οδύνης, των ανασφαλειών και των φόβων, καθώς ο πολίτης δυσκολεύεται να τις επικοινωνήσει έλλογα. Έτσι, η επικοινωνία συρρικνώνεται σταδιακά στην ανταλλαγή πληροφοριών, στην ανάθεση/εκτέλεση εντολών και οδηγιών και στη διατύπωση υποσχέσεων, παρακλήσεων και απειλών. Γλωσσικά απομονωμένος ο πολίτης καταλήγει στο να ιδιωτεύει, έχοντας αποτύχει να διεκδικήσει την κοινωνική αναγνώριση και να διαμορφώσει τη ζωή του σε βίο. Η ικανότητα έκφρασης των διανοητικών και συναισθηματικών διεργασιών ρηχαίνει ολοένα, έως ότου η ηθική συνείδηση και τα συναισθήματα αποξηραίνονται. Ως αντίδραση στην αποξήρανση αναδύονται έντονα πάθη, όπως αγανάκτηση και μίσος, ενώ η ανέκφραστη οδύνη αναζητά εκτόνωση στη συμβολική ή ενίοτε ακόμη και στη φυσική βία. Έτσι, η απόπειρα διάρρηξης της μοναξιάς συντελείται συναντώντας τον Άλλο ως εχθρό.

Από τα προηγηθέντα γίνεται κατανοητό ότι η φροντίδα της γλώσσας, εκ μέρους της πολιτείας αλλά και των πολιτών, συνιστά επιτακτικό πολιτικό πρόταγμα, αποτελώντας άμυνα έναντι της βίας και συνεισφέροντας σε μια πλουσιότερη εσωτερική και εξωτερική πραγματικότητα. Επιπλέον, η γλωσσική επιμέλεια ως αναγκαίος όρος πληρέστερης επικοινωνίας αποτελεί προϋπόθεση ανεκτικότητας, ενώ η τελείωση της γλωσσικής έκφρασης μας επιτρέπει να σκεπτόμαστε βαθύτερα και συνθετότερα, ενισχύοντας την αυτοστοχαστικότητα, αλλά και την ενσυναίσθηση, απαραίτητη συνθήκη αλληλεγγύης και αυτοδιακυβέρνησης. Συγχρόνως, οξύνοντας την ικανότητα σύλληψης και έκφρασης αφηρημένων εννοιών, η γλωσσική επιμέλεια πολλαπλασιάζει το χειραφετητικό δυναμικό της Ελληνικής, ώστε να ενδυναμώνεται η αμφισβήτηση του κυρίαρχου λόγου επιτρέποντάς μας έτσι να φανταζόμαστε και να διεκδικούμε στο πολιτικό πεδίο εναλλακτικές πραγματικότητες. Για τους παραπάνω λόγους η φροντίδα της ελληνικής γλώσσας συνιστά σήμερα περισσότερο παρά ποτέ έκφραση κοσμοπολιτικής φιλοπατρίας, άσκηση πνευματικής αυτοάμυνας, συστατικό ψυχικής υγείας και θεμέλιο μιας δημοκρατικής παιδείας.


*Ο Θεοφάνης Τάσης διδάσκει Σύγχρονη Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Klagenfurt. Το τελευταίο του βιβλίο «Πολιτικές του Βίου: Η Ειρωνεία» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ευρασία.

__



Κυριακή 15 Απριλίου 2012

Γιατί τα κενά σημαίνοντα έχουν σημασία για την πολιτική;




Ερνέστο Λακλάου

Πηγή : Emancipation(s). London: Verso Books (1995), pp. 36-46.

Η κοινωνική παραγωγή «κενών σημαινόντων».


Paul Klee lines - dots drawing
Ένα κενό σημαίνον είναι ένα σημαίνον χωρίς σημαινόμενο. Αυτός ο ορισμός ωστόσο αποτελεί και την άρθρωση ενός προβλήματος.  Πώς είναι δυνατό ένα σημαίνον να μην είναι συνδεδεμένο με ένα σημαινόμενο και να παραμένει  παρόλα αυτά εσωτερικό μέρος ενός συστήματος σήμανσης;  Ένα κενό σημαίνον θα ήταν μια σειρά από ήχους και  αν ο τελευταίος  διαχωριζόταν από κάθε λειτουργία σήμανσης, ο ίδιος ο όρος σημαίνον θα γινόταν υπερβολικός. Η μόνη πιθανότητα μιας ροής ήχων που έχουν διαχωριστεί από τη λειτουργία σήμανσης και παραμένουν σημαίνοντα, είναι μέσω της υπονόμευσης του σημείου, που η πιθανότητα ενός κενού σημαίνοντος ενέχει, δημιουργώντας κάτι που είναι εσωτερικό στη σήμανση. Ποια είναι αυτή η πιθανότητα;
Μερικές ψευδείς απαντήσεις θα μπορούσαν να απορριφθούν πολύ εύκολα. Κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι ένα σημαίνον μπορεί να διαχωριστεί από διάφορα σημαινόμενα σε διαφορετικά πλαίσια. Είναι ξεκάθαρο ότι σε αυτή την περίπτωση το σημαίνον δεν θα ήταν κενό αλλά αμφίσημο: η λειτουργία σε κάθε πλαίσιο θα ήταν πλήρως καθορισμένη. Μια δεύτερη περίπτωση είναι το σημαίνον να μην είναι αμφίσημο αλλά ασαφές:  ο υπερκαθορισμός ή ο υποκαθορισμός των σημαινομένων δεν επιτρέπουν τον πλήρη καθορισμός τους. Αυτή η ροή του σημαίνοντος και πάλι δεν το καθιστά κενό. Παρά το ότι η ροή μας πηγαίνει ένα βήμα μπροστά για να απαντήσουμε στο πρόβλημα οι όροι του  δεν προσεγγίζονται ακόμη. Δεν αντιμετωπίζουμε μια υπερβολή ή ένα έλλειμμα της σήμανσης αλλά την θεωρητική πιθανότητα ενός πράγματος που δείχνει μέσα στη διαδικασία της σήμανσης το όριο του μέσα στο λόγο.
Ένα κενό σημαίνον μπορεί να αναδυθεί μόνον όταν υπάρχει κάποια δομική αδυνατότητα στη σήμανση και μόνο αν αυτή η αδυνατότητα μπορεί να σημάνει τον εαυτό της ως ρήξη (ανατροπή, παραμόρφωση, κτλ) της δομής του σημείου.
Ξέρουμε από τον Σωσσύρ ότι η γλώσσα είναι ένα σύστημα διαφορών και ότι οι γλωσσικές ταυτότητες είναι όλες σχεσιακές και έτσι σε κάθε πράξη σήμανσης εμπλέκεται η ολότητα της γλώσσας. Απαιτείται η ολότητα της γλώσσας, εάν οι διαφορές δεν αποτελούν σύστημα τότε καμιά σήμανση δεν είναι δυνατή. Το πρόβλημα είναι ο καθορισμός των ορίων αυτού του συστήματος. Όταν σκεφτόμαστε τα όρια κάποιου πράγματος, είναι ταυτόσημο με το να σκεφτόμαστε τι είναι πέρα από αυτά τα όρια. Όταν μιλούμε για τα όρια ενός συστήματος σήμανσης είναι ξεκάθαρο ότι αυτά τα όρια δεν μπορούν να σημάνουν τον εαυτό τους αλλά πρέπει να παρουσιαστούν ως ρήξη  ή ως κατάρρευση της διαδικασίας σήμανσης. Έτσι φτάνουμε στο παράδοξο αυτό που συγκροτεί τη δυνατότητα ύπαρξης ενός συστήματος σήμανσης είναι αυτό που συγκροτεί και την αδυνατότητά του – ένα μπλοκάρισμα της συνεχούς διαδικασίας σήμανσης.
Μια πρώτη και κεφαλαιώδης συνέπεια αυτού του γεγονότος είναι  ότι τα αληθινά όρια δεν μπορούν ποτέ να είναι ουδέτερα όρια, πάντα προϋποθέτουν έναν αποκλεισμό.  Ένα ουδέτερο όριο θα ήταν ουσιωδώς συνεχές με αυτό που είναι στις δυο πλευρές του και οι δύο πλευρές είναι απλά διαφορετικές η μία από την άλλη. Μια σημαίνουσα ολότητα είναι ένα σύνολο διαφορών και αυτό σημαίνει ότι και τα δύο είναι μέρος του ίδιου συστήματος και ότι τα όρια μεταξύ των δύο δεν μπορεί να είναι όριο του συστήματος. Στην περίπτωση του αποκλεισμού έχουμε αντιθέτως αυθεντικά όρια επειδή η αναγνώριση του είναι πέρα από αυτά τα όρια θα ενέπλεκε την αδυνατότητα του τι είναι αυτή η πλευρά του ορίου. Τα αληθινά όρια είναι πάντα ανταγωνιστικά. Η λογική των ορίων αποκλεισμού έχουν συνέπειες και για τις δυο πλευρές των ορίων κάτι που θα μας οδηγήσει ευθέως στην έννοια των κενών σημαινόντων.

1. Μια πρώτη συνέπεια του ορίου αποκλεισμού είναι ότι εισάγει μια ουσιώδης ισοδυναμία μέσα στο σύστημα των διαφορών που συγκροτούνται από αυτά τα όρια. Από την μια κάθε στοιχείο του συστήματος έχει  ταυτότητα μόνο εφόσον είναι διαφορετικό από τα άλλα: διαφορά= ταυτότητα. Από την άλλη όλες οι διαφορές είναι ισοδύναμες μεταξύ τους εφόσον όλες ανήκουν στην ίδια πλευρά του ορίου αποκλεισμού. Αλλά σε αυτή την περίπτωση η ταυτότητα κάθε στοιχείου είναι εκ συγκροτήσεως διχασμένη: από τη μια κάθε διαφορά εκφράζει τον εαυτό της ως διαφορά. Από την άλλη κάθε μια ακυρώνει τον εαυτό της  με την εισαγωγή της σε μια σχέση ισοδυναμιών με όλες τις άλλες διαφορές του συστήματος. Εφόσον υπάρχει σύστημα μόνο όταν υπάρχει ριζικός αποκλεισμός, αυτός ο διχασμός ή η ισοδυναμία είναι συγκροτητικά όλων των συστημικών ταυτοτήτων. Αν η συστημικότητα ενός συστήματος είναι το άμεσο αποτέλεσμα του ορίου αποκλεισμού είναι επειδή αυτός ο αποκλεισμός  θεμελιώνει το σύστημα ως τέτοιο.  Αυτή η παρατήρηση είναι σημαντική γιατί από αυτή εξάγεται το συμπέρασμα ότι το σύστημα δεν έχει κάποιο θετικό θεμέλιο και δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε κάποιο θετικό σημαινόμενο. Ας υποθέσουμε ότι ένα σύστημα ήταν το αποτέλεσμα όλων των στοιχείων του που μοιράζονταν ένα θετικό χαρακτηριστικό. Σε αυτή την περίπτωση αυτό το θετικό χαρακτηριστικό θα είναι διαφορετικό από άλλα θετικά χαρακτηριστικά. Αλλά ένα σύστημα  που συγκροτήθηκε μέσω του ριζικού αποκλεισμού διακόπτει τη λογική της διαφοράς: αυτό που αποκλείεται από το σύστημα χωρίς να είναι κάτι θετικό είναι απλά η αρχή της θετικότητας- καθαρό είναι- αυτό είναι το σημαίνον της καθαρής ακύρωσης κάθε διαφοράς.


αναδημοσίευση από το  Στο ντιβάνι με το Λακάν

_________________________________


Γιατί τα κενά σημαίνοντα έχουν σημασία για την πολιτική; (ΙΙ)


2.Αυτό που είναι πέραν του ορίου αποκλεισμού ανάγεται σε καθαρή αρνητικότητα. Αυτή η καθαρή απειλή είναι που συγκροτεί το σύστημα. Αν η διάσταση αποκλεισμού εξαλειφτεί  ή αδυνατίσει τότε ο διαφορικός χαρακτήρας του «πέρα» θα επιβάλλει τον εαυτό του και ως αποτέλεσμα τα όρια αυτά θα θολώσουν. Μόνο εάν το πέρα γίνει το σημαίνον της καθαρής απειλής, της καθαρής αρνητικότητας , του αποκλεισμένου μπορούν να υπάρξουν όρια και  σύστημα.  Έτσι βλέπουμε την δυνατότητα ενός κενού σημαίνοντος που θεμελιώνεται σε μια λογική όπου οι διαφορές καταρρέουν σε αλυσίδες ισοδυναμίας.

3. Γιατί αυτό το καθαρό είναι ή η συστημικότητα του συστήματος  ή – το αντίστροφό του , η καθαρή αρνητικότητα του αποκλεισμένου απαιτούν την παραγωγή κενών σημαινόντων ώστε να σημάνει τον εαυτό του; Η απάντηση είναι  ότι προσπαθούμε να σημάνουμε τα όρια της σήμανσης – το πραγματικό αν θέλετε με λακανικούς όρους- και δεν υπάρχει ευθύς τρόπος να το κάνουμε παρά μέσα από την ανατροπής  της διαδικασίας της σήμανσης. Όπως ξέρουμε από την ψυχανάλυση αυτό που δεν αναπαριστάται ευθέως – το ασυνείδητο-μπορεί να βρει ως μέσο αναπαράστασης την ανατροπή της σήμανσης. Κάθε σημαίνον συγκροτεί ένα σημείο συνδεόμενο με ένα συγκεκριμένο σημαινόμενο, εγγράφοντας  τον εαυτό του ως διαφορά μέσα στη διαδικασία σήμανσης.  Όμως αν αυτό που προσπαθούμε να σημάνουμε δεν είναι διαφορά αλλά αντιθέτως είναι ένας ριζικός αποκλεισμός  που είναι το θεμέλιο και η συνθήκη όλων των διαφορών , τότε καμιά παραγωγή μιας ακόμη διαφοράς δεν μπορεί να κάνει το τρικ.  Έτσι η σήμανση είναι δυνατή μόνο εάν κάποια σημαίνοντα αποσυνδεθούν από τα σημαινόμενα και καταλάβουν το ρόλο της παρουσίασης του καθαρού είναι του συστήματος.
Δύο σημεία πρέπει να σημειωθούν. Πρώτον το Είναι ή η συστηματικότητα ενός συστήματος  αντιπροσωπεύεται από τα κενά σημαίνοντα δεν είναι ένα Είναι  που δεν έχει αναγνωρισθεί αλλά δεν μπορεί να προσεγγιστεί  και οι όποιες  συστημικές συνέπειες είναι το αποτέλεσμα του ασταθούς συμβιβασμού  μεταξύ της ισοδυναμίας και  της διαφοράς. Έτσι ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα συγκροτητικό κενό, με ένα αδύνατο αντικείμενο που όπως στον Καντ παρουσιάζει τον εαυτό του μέσα από την αδυνατότητα της παρουσίασής του. Εδώ μπορούμε να δώσουμε μια πλήρη απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα: μπορούν κενά σημαίνοντα να υπάρχουν στο πεδίο της σήμανσης επειδή κάθε σύστημα σήμανσης  δομείται γύρω από την αδυνατότητα παραγωγής ενός αντικειμένου  που απαιτείται από τη συστηματικότητα του συστήματος. Έτσι έχουμε μια αδυνατότητα χωρίς τόπο  όπως στην περίπτωση της λογικής αντίφασης  αλλά με μια θετική αδυνατότητα , με ένα πραγματικό που το χ του κενού σημαίνοντος  δείχνει.

Ηγεμονία

Ας πάμε πίσω σε ένα παράδειγμα που συζητήσαμε λεπτομερώς στο Ηγεμονία και σοσιαλιστική στρατηγική : την συγκρότηση της ενότητας της εργατικής τάξης  σύμφωνα με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ  μέσα από έναν υπερκαθορισμό μερικών αγώνων για μια μακρά διάρκεια χρόνου. Το βασικό της επιχείρημα είναι ότι η ενότητα της τάξης δεν καθορίζεται από μια a priori θεώρηση της προτεραιότητας της  πολιτικής ή οικονομικής πάλης αλλά από τη συσσώρευση επιρροών του εσωτερικού διχασμού των μερικών κινητοποιήσεων. Σε κλίμα ακραίας καταπίεσης κάθε κινητοποίηση για έναν μερικό στόχο δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως ένα συμπαγές αίτημα ενός αγώνα αλλά επίσης ως μια πράξη εναντίον του συστήματος. Αυτό το γεγονός είναι που συνδέει τους επιμέρους αγώνες- όλοι προσεγγίζονται ως αλληλοσχετιζόμενοι, όχι επειδή οι στόχοι τους σχετίζονται εσωτερικά αλλά επειδή θεωρούνται ισοδύναμοι στην αντιπαράθεση με το καταπιεστικό καθεστώς. Δεν είναι λοιπόν ότι μοιράζονται κάτι θετικό μεταξύ τους που θεμελιώνει την ενότητά τους, αλλά κάτι αρνητικό :  η αντίθεσή τους σε έναν κοινό εχθρό. Ο ισχυρισμός της Λούξεμπουργκ ότι η ταυτότητα της επαναστατικής μάζας θεμελιώνεται μέσω του υπερκαθορισμού για μια ιστορική περίοδο, μιας ποικιλίας ξεχωριστών αγώνων. Αυτές οι παραδόσεις συγχωνεύονται σε μια επαναστατική στιγμή, σε ένα σημείο τομής.

Ας προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε τις προηγούμενες κατηγορίες σε μια τέτοια κατάσταση.  Το νόημα (σημαινόμενο) όλων των συμπαγών αγώνων εμφανίζεται από την αρχή εσωτερικά διχασμένο.  Ο στόχος κάθε αγώνα δεν αφορά μόνο ένα συγκεκριμένο αίτημα αλλά σημαίνει επίσης και την αντίθεση στο σύστημα. Το πρώτο σημαίνον θεμελιώνει το διαφορικό χαρακτήρα κάθε αιτήματος έναντι των  άλλων αιτημάτων . το δεύτερο σημαινόμενο θεμελιώνει την ισοδυναμία όλων των αιτημάτων που βασίζεται στην κοινή αντίθεσή τους στο σύστημα. Όπως μπορεί να γίνει κατανοητό κάθε ξεχωριστός αγώνας κυριαρχείται από μια αντίφαση, που ταυτόχρονα θεμελιώνει και εξαλείφει την ενικότητά του. Η λειτουργία της παρουσίασης του συστήματος ως ολότητας εξαρτάται από τη δυνατότητα υπερίσχυσης της ισοδυναμίας έναντι της διαφοράς. Αυτή η δυνατότητα είναι το αποτέλεσμα κάθε ενικού αγώνα που πάντα ήδη διαπερνάται από αυτή την αμφισημία.

 αναδημοσίευση από το blog  Στο ντιβάνι με το Λακάν

 _____________________________

 Το κείμενο στην αρχική του δημοσίεση είχε άλλη φωτογραφία.

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Γλώσσα και Πολιτική (2)


Η πολιτική αλλοτρίωση της γλώσσας


 1 

Πώς ορίζεται η πολιτική αλλοτρίωση της γλώσσας; Ορίζεται ως αποξένωση, την οποία υφίσταται η γλώσσα, ως λέγειν και σκέψη, στο πεδίο της πολιτικής και με πρωτεργάτες τους πολιτικούς. Πρόκειται για αποξένωση από την ίδια της την ουσία και ως εκ τούτου για αλλοτρίωσή της, ήτοι για έκπτωσή της σε μια συνθηματική, προπαγανδιστική μηχανή εκμαυλισμού της λαϊκής συνείδησης· μια λεκτική μηχανή ή εργαλείο που είναι εντελώς ξένο, απολύτως αλλότριο προς το γλωσσικό Είναι του ανθρώπου, αλλά άκρως οικείο στην χαμηλή ποιότητα του πολιτικού προσωπικού και στην αντίστοιχη γλωσσική του πενία. Τούτο υποδηλώνει πως ο εκμαυλισμός, δηλ. η διαφθορά, της κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης του λαού δεν είναι πρωτίστως ενδογενές στοιχείο της ατομικής ή κοινωνικής ύπαρξης και συμπεριφοράς του τελευταίου, αλλά φυσική απόρροια μιας απάνθρωπης, αμοραλιστικής πολιτικής πρακτικής που λερώνει τόσο πολύ και τόσο βαθιά τη γλώσσα, ώστε ο λελογισμένος άνθρωπος –ως ατομική ή συλλογική συμπεριφορά– να απεχθάνεται όλο το προπαγανδιστικό θέατρο της πολιτικής φαυλοκρατίας, αλλά συγχρόνως να καταβάλλεται και από μια αίσθηση ανημποριάς ή παραίτησης: να αντιτάξει στον βιασμό της γλώσσας από τους πολιτικούς ένα υπέρτερο διανοηματικά, δυναμικό, εμπνευσιακό σύνθεμα Λόγου με ανάλογη πολιτική διορατικότητα.
 


2


 Γιατί η πολιτική αλλοτρίωση της γλώσσας, κοινώς η βάναυση κακοποίησή της από τους πολιτικούς, συνεπιφέρει και καταβαράθρωση του γενικού πολιτικού τοπίου; Επειδή η γλώσσα –αυτός ο οίκος του Είναι μας με τον πλούτο της πολυσημίας του– είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας τού τι και τού πώς σκέπτεται το εκάστοτε πολιτικό προσωπικό, άρα και τού πώς σε κάθε περίπτωση ενεργεί· επί πλέον αυτή και μόνο αυτή είναι σε θέση να βυθομετρά την ικανότητα και καταλληλότητα αυτού του προσωπικού.  Όπως τονίζει με έμφαση ο Χοσέ Ορτέγα υ Γκασσέτ, ο άνθρωπος γεννιέται και ξαναγεννιέται μέσα από τον και στον μυστικό αγώνα της γλώσσας του για τη διάνοιξη της οδού που βγάζει στο φως. Ένας ευτελής επαγγελματίας της πολιτικής ποιον μυστικό αγώνα της γλώσσας μπορεί να γνωρίσει ή να διεξάγει και ποια αντίστοιχη ώθηση να πετύχει; Τίποτε απ’ αυτά. Το μόνο που «δύναται», λόγω ακριβώς της γνωσιο-οντο-λογικής του ευτέλειας, είναι να αλλοιώνει τη σημασία των λέξεων, να διαστρεβλώνει νοήματα και να παρουσιάζει, εντελώς ανεστραμμένα και συναφώς διεστραμμένα, την κόλαση για παράδεισο. Το χιτλερικό, ας πούμε, παράδειγμα σε επίπεδο αλλοτρίωσης της γλώσσας και δηλητηριώδους προπαγάνδας δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο μιας ιστορικής περιόδου και ενός κράτους, αλλά η υπόρρητη αρχή, εντός και δυνάμει της οποίας κινείται, μέσα στην ιστορία, κάθε κυβερνητική ή διακυβερνητική καθίδρυση της συνειδητής πολιτικής σύγχυσης και απάτης, ανεξάρτητα από το πολιτικό της προσωπείο (δημοκρατία, κοινοβουλευτισμός κ.λπ.). Ένα πολιτικό καθεστώς, που παράγει και αναπαράγει την αλλοτρίωση της γλώσσας ως σύγχρονο ιδεολογικό εξοπλισμό, έχει για ομιλούσα πηγή του την ως άνω αρχή.  Γι’ αυτό, παραφράζοντας γνωστό αρχαίο απόφθεγμα, «φοβού τους καθεστωτικούς και δώρα φέροντας».

αναδημοσίευση από το Hegel-Platon.blogspot.com Δημήτρης Τζωρτζόπουλος

___________________________________


Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

αερίων επέων άρχομαι - ΑΒΑΤΟΝ







 *αερίων επέων άρχομαι
Μτφρ. -με λόγια αιθέρια θ'αρχίσω

*Ζά<.>ελεξάμαν όναρ Κυπρογενηα
Μτφρ. -Πως συζητούσα με την Αφροδίτη ονειρεύτηκα.

*άγι δή χέλυ δια + μοι λέγε +
φωνάεσσα + δε γίνεο +
Μτφρ. -εμπρός λύρα θεϊκή, με την φωνή σου μίλησέ (μου)



ΑΒΑΤΟΝ  - "Εξ Αδοκήτω" (1996)

~.~.~.~.~.~.~


The Low of 4L.

Μυστικοί κώδικες επικοινωνίας στην αρχαιότητα

 

ΚώδικεςΓια χιλιάδες χρόνια, βασιλείς, ηγεμόνες και στρατηγοί στηρίζονταν στην αποτελεσματική μετάδοση μηνυμάτων, προκειμένου να κυβερνούν χώρες και στρατούς και ταυτόχρονα να προφυλάσσουν μυστικά υψίστης σημασίας για την προστασία των συνόρων τους. Σκοπός της κρυπτογραφίας είναι να αποκρύψει όχι την καθαυτή ύπαρξη ενός μηνύματος, αλλά τη σημασία του. Το τελευταίο επιτυγχάνεται μέσα από τη διαδικασία της κρυπτογράφησης, δηλαδή της τεχνικής συγκάλυψης ενός μηνύματος, ώστε να διαβαστεί μόνο από τον παραλήπτη του.

Η ανάγκη για μυστικότητα -επομένως και ασφάλεια- οδήγησε τα έθνη στην οργάνωση υπηρεσιών κωδικοποίησης και τα αντίπαλα μέρη στην ανάπτυξη της αποκωδικοποίησης: οι κωδικοπλάστες επινοούν τους κώδικες, ενώ οι κωδικοθραύστες είναι οι «γλωσσικοί αλχημιστές» που επιχειρούν την αποκάλυψη των κωδίκων.

Η ανάπτυξη της αποκρυπτογράφησης γίνεται εμφανής και στην πολύχρονη προσπάθεια αποκάλυψης της Γραμμικής Β και των αιγυπτιακών ιερογλυφικών. Αν και η κρυπτογραφία αφορά τις επικοινωνίες που σχεδιάζονται σκόπιμα και όχι τα κείμενα των αρχαίων πολιτισμών, που δεν είχαν σκοπό να παραμείνουν ανεξιχνίαστα, οι γνώσεις και δεξιότητες που απαιτούνται για την αποκάλυψη του νοήματος των αρχαιολογικών κειμένων, σχετίζονται στενά με την «τέχνη» του σπασίματος των κωδίκων.    

Για να καταστεί ένα μήνυμα μη κατανοητό, μετασχηματίζεται σύμφωνα με ένα ειδικό πρωτόκολλο, το οποίο έχει συμφωνηθεί μεταξύ του αποστολέα και του παραλήπτη. Ακόμα κι αν ο «εχθρός» κλέψει το κρυπτογραφημένο μήνυμα, δεν μπορεί να το διαβάσει εφόσον δεν γνωρίζει το πρωτόκολλο μετασχηματισμού.

Σχετικά με τα πρωτόκολλα μετασχηματισμού, η κρυπτογραφία χωρίζεται σε δύο κλάδους, τη μετάθεση και την υποκατάσταση:

α) στη μετάθεση τα γράμματα του μηνύματος αλλάζουν θέσεις και έτσι δημιουργείται ένας αναγραμματισμός. Όταν πρόκειται για μια μικρή λέξη, η μέθοδος αυτή δεν είναι τόσο ασφαλής επειδή η εύρεση των πιθανών συνδυασμών είναι σχετικά εύκολη. Όμως, όσο αυξάνει ο αριθμός των γραμμάτων,Κώδικες ο αριθμός των πιθανών συνδυασμών γίνεται αστρονομικός καθιστώντας αδύνατη την εύρεση του πραγματικού μηνύματος, εκτός κι αν είναι γνωστή η μέθοδος αναδιάταξης.

β) στην υποκατάσταση κάθε γράμμα στο αλφάβητο αντικαθίσταται από ένα άλλο. Μία από τις συνιστώμενες τεχνικές είναι να ζευγαρώνονται τυχαία τα γράμματα του αλφαβήτου και στη συνέχεια να αντικαθίσταται κάθε γράμμα του αρχικού μηνύματος με το ταίρι του. Π.χ. στο ελληνικό αλφάβητο: Α με Ω, Δ με Χ, Η με Β, κ.ο.κ.  Έτσι αντί για «συνάντηση τα μεσάνυχτα», ο αποστολέας μπορεί να γράψει ΕΠΡΩΡΖΕΒ ΖΩ ΨΣΕΩΡΠΔΖΩ.
Συνοπτικά, στη μετάθεση κάθε γράμμα διατηρεί την ταυτότητά του αλλά αλλάζει θέση, ενώ στην υποκατάσταση κάθε γράμμα αλλάζει ταυτότητα, αλλά διατηρεί τη θέση του.

Κάποιες από τις αρχαιότερες καταγραφές μυστικής γραφής ανάγονται στον Ηρόδοτο.  Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ήταν η τέχνη της μυστικής γραφής που έσωσε την Ελλάδα από τον Ξέρξη. 

ΚώδικεςΚατά το χτίσιμο της Περσέπολης, ο Ξέρξης λάμβανε δώρα από όλη την αυτοκρατορία του και τα γειτονικά κράτη εκτός από την Αθήνα και τη Σπάρτη. Αποφασισμένος να πάρει εκδίκηση γι’ αυτό, ξεκινά τη συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων και έτσι, πέντε χρόνια μετά, καθίσταται έτοιμος για αιφνιδιαστική επίθεση κατά των ελληνικών πόλεων. Εν τω μεταξύ, η συγκρότηση αυτής της πολεμικής δύναμης γίνεται αντιληπτή από το Δημάρατο, Έλληνα εξόριστο και κάτοικο στα Σούσα της Περσίας. Αν και εξόριστος, ο Δημάρατος αποφασίζει να στείλει μήνυμα ώστε να προειδοποιήσει τους Σπαρτιάτες για το σχέδιο επίθεσης. Το ζήτημα ήταν πώς να σταλεί το μήνυμα, ώστε να μην υποκλαπεί από τους Πέρσες. Αναφέρει σχετικά ο Ηρόδοτος: …υπήρχε ένας μόνο τρόπος: να ξύσει το κερί από δύο πτυσσόμενες πινακίδες, να γράψει στο ξύλο που υπήρχε από κάτω και μετά να επικαλύψει το μήνυμα με κερί. Έτσι οι πινακίδες, φαινομενικά κενές, δεν θα προκαλούσαν την περιέργεια των φρουρών καθ’ οδόν. Όταν το μήνυμα έφτασε στη Σπάρτη κανείς δεν κατάλαβε εκτός της Γοργούς, κόρης του Κλεομένη και συζύγου του Λεωνίδα, η οποία και είπε στους άλλους ότι αν έξυναν το κερί θα έβρισκαν κάτι γραμμένο στο ξύλο από κάτω. Οπότε, το μήνυμα αποκαλύφθηκε και στη συνέχεια μεταδόθηκε στους υπόλοιπους Έλληνες. Αυτή η μορφή μυστικής επικοινωνίας ανήκει στη μέθοδο της στεγανογραφίας.

Στην αρχαία Ελλάδα, πλέον της στεγανογραφίας, αναπτύχθηκε ιδιαίτερα η μέθοδος της κρυπτογραφίας και συγκεκριμένα της μετάθεσης (που εξηγήθηκε παραπάνω).

Μια μορφή μετάθεσης εφαρμόστηκε στην πρώτη στην Ιστορία κρυπτογραφική συσκευή, τη σπαρτιατική σκυτάλη, που ανάγεται στον 5ο αιώνα π.Χ. Η σκυτάλη είναι ένα ξύλινο ραβδί γύρω από το οποίο τυλίγεται μια λωρίδα από δέρμα ή περγαμηνή. Ο αποστολέας γράφει το μήνυμα κατά μήκος της σκυτάλης και μετά ξετυλίγει τη λωρίδα. Τώρα η λωρίδα φαίνεται να περιέχει μια σειρά γράμματα χωρίς νόημα. Το μήνυμα έχει αναδιαταχτεί. Ο αγγελιαφόρος παίρνει τη δερμάτινη λωρίδα και ενίοτε, σαν επιπρόσθετο στεγανογραφικό μέτρο, τη φοράει σαν ζώνη, με τα γράμματα κρυμμένα στη μέσα μεριά. Για να ανασύρει το μήνυμα ο παραλήπτης, απλώς τυλίγει τη δερμάτινη λωρίδα γύρω από μια σκυτάλη ίδιας διαμέτρου με αυτήν που χρησιμοποίησε ο αποστολέας. Το 404 π.Χ., ένας αγγελιαφόρος καταματωμένος -ο ένας από τους πέντε επιζήσαντες ενός εξοντωτικού ταξιδιού στην Περσία- παρουσιάζεται στο Σπαρτιάτη Λύσανδρο. Ο αγγελιαφόρος παραδίδει τη ζώνη του στο Λύσανδρο, που την τυλίγει γύρω από τη σκυτάλη του και έτσι μαθαίνει πως ο σατράπης Φαρνάβαζος σχεδιάζει να του επιτεθεί. Χάρη στη σκυτάλη, ο Λύσανδρος πρόλαβε να προετοιμαστεί για την επίθεση την οποία και εντέλει απέκρουσε.

Ο Βαλέριος Πρόβος έγραψε μια ολόκληρη πραγματεία για τα κρυπτογράμματα του Καίσαρα (δυστυχώς, η πραγματεία αυτή δεν διασώθηκε). Κρυπτόγραμμα λέγεται οποιαδήποτε μορφή κρυπτογραφικής υποκατάστασης, στην οποία κάθε γράμμα αντικαθίσταται με ένα άλλο γράμμα ή σύμβολο.

Η πρώτη τεκμηριωμένη χρήση μεθόδου υποκατάστασης, για στρατιωτικούς σκοπούς, εμφανίζεται στους γαλατικούς πολέμους του Ιουλίου Καίσαρα. Ο ΚώδικεςΚαίσαρ περιγράφει πώς έστειλε ένα μήνυμα στον Κικέρωνα, που ήταν πολιορκημένος και στα πρόθυρα παράδοσης. Με βάση τη μέθοδο της υποκατάστασης, αντικατέστησε τα λατινικά γράμματα με ελληνικά, καθιστώντας το μήνυμα ακατανόητο στον εχθρό. Πολύ χαρακτηριστικά περιγράφεται: Ο αγγελιαφόρος είχε λάβει εντολή, αν δεν μπορούσε να πλησιάσει, να ρίξει μέσα στο στρατόπεδο μια λόγχη με το γράμμα δεμένο στον ιμάντα…έτυχε όμως η λόγχη να καρφωθεί και να σφηνώσει στον πύργο και επί δύο ημέρες οι στρατιώτες μας δεν την έβλεπαν. Την τρίτη ημέρα την είδε ένας στρατιώτης, την κατέβασε και την παρέδωσε στον Κικέρωνα. Εκείνος διάβασε το μήνυμα και μετά το ανέγνωσε δυνατά σε μια παρέλαση των στρατευμάτων, προς μεγάλη χαρά όλων.

Στους Βίους των δώδεκα καισάρων του Σουητώνιου, (2ος αιώνας μ.Χ.), περιγράφεται λεπτομερώς ένας από τους τύπους κρυπτογραφικής υποκατάστασης που χρησιμοποιούσε ο Ιούλιος Καίσαρας. Σύμφωνα με τον τύπο αυτό, αντικαθιστούσε κάθε γράμμα του μηνύματος με το κατά τρεις θέσεις επόμενό του στο αλφάβητο. Αυτός ο τύπος υποκατάστασης αποκαλείται μεταθετικό κρυπτόγραμμα του Καίσαρα ή απλώς κρυπτόγραμμα του Καίσαρα. Αν και ο Σουητώνιος αναφέρει μόνο έναν τύπο μετάθεσης κατά τρεις θέσεις, αν χρησιμοποιηθεί οποιαδήποτε μετάθεση μεταξύ 1 και 23 θέσεων, μπορούν να δημιουργηθούν 23 ξεχωριστά κρυπτογράμματα.

Οι κρυπτογράφοι χρησιμοποιούν τον όρο κανονικό αλφάβητο για αυτό στο οποίο γράφεται το αρχικό μήνυμα και κρυπτογραφικό αλφάβητο για αυτό το οποίο αποτελείται από τα γράμματα τα οποία αντικαθιστούν τα κανονικά.

Η κρυπτογραφία δεν είναι διανοητικό άθλημα, αλλά μια αναγκαιότητα που διασφαλίζει -και επιδιώκεται να συνεχίζει να διασφαλίζει- την ιδιωτική ζωή του ατόμου, των κυβερνήσεων και των δραστηριοτήτων κάθε είδους. Η κρυπτογραφία έχει πλέον, χάρη στις αλματώδεις μαθηματικές και τεχνολογικές εξελίξεις, μια καθημερινή, παγκόσμια «παρουσία».

Καθώς η πληροφορία αποτελεί πλέον πολυτιμότατο αγαθό, υπηρεσία και τομέα τεχνολογίας, με αδιαμφισβήτητα υψηλότατη συμβολή στην εξέλιξη του κόσμου μας, είναι προφανές ότι η «μάχη» ανάμεσα σε κωδικοπλάστες και κωδικοθραύστες θα συνεχίζεται αέναα…


Πηγές:
Simon Singh, «Κώδικες και Μυστικά», Εκδόσεις ΤΡΑΥΛΟΣ
www.easypedia.gr
www.hellenica.de
www.sfrang.com/historia/graphics
www.wikemedia.org

____________________________
αναδημοσίευση απο τη Νέα Ακρόπολη
__________________________________

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

Μυρμήγκι





*

αναδημοσίευση από wikipedia
Τα μυρμήγκια είναι κοινωνικά έντομα της οικογένειας Formicidae ( /fɔrˈmɪsɨdiː/) και μαζί με τις σφήκες και τις μέλισσες, αποτελούν την τάξη Υμενόπτερα. Τα μυρμήγκια εξελίχθηκαν από τους σφηκοειδείς προγόνους τους στα μέσα της Κρητιδικής περιόδου 110 έως 130 χρόνια πριν και διαχωρίστηκαν από αυτούς μετά την εποχή των ανθοφόρων φυτών. Υπολογίζεται ότι υπάρχουν 22.000 είδη από τα οποία έχουν ταξινομηθεί περισσότερα από 12.500. Διακρίνονται εύκολα από τις αρθρωτές κεραίες τους και τη χαρακτηριστική δομή του σώματός τους καθώς τα τμήματά του ενώνονται με μικρές αρθρώσεις και η μέση τους είναι ιδιαίτερα λεπτή.

Τα μυρμήγκια σχηματίζουν αποικίες με μέγεθος που ποικίλει από μερικές δεκάδες θηρευτές που ζουν σε μικρές φυσικές κοιλότητες έως κοινωνίες με υψηλή οργάνωση που καλύπτουν μεγάλες περιοχές και αποτελούνται από εκατομμύρια μέλη. Οι μεγαλύτερες αποικίες αποτελούνται κυρίως από στείρα άπτερα θηλυκά που σχηματίζουν τάξεις "εργατών", "στρατιωτών", ή άλλες εξειδικευμένες ομάδες. Σχεδόν όλες οι αποικίες μυρμηγκιών έχουν κάποια γόνιμα αρσενικά που αποκαλούνται κηφήνες και ένα ή περισσότερα γόνιμα θηλυκά που αποκαλούνται βασίλισσες. Οι αποικίες περιγράφονται κάποιες φορές ως υπεροργανισμοί επειδή τα μυρμήγκια μοιάζουν να συμπεριφέρονται σαν μια ενιαία ύπαρξη, καθώς εργάζονται συλλογικά για να υποστηρίξουν την αποικία.
Τα μυρμήγκια μελιού αποθηκεύουν τροφή για να μην κινδυνέψει η αποικία από λιμό.

Τα μυρμήγκια έχουν αποικίσει σχεδόν κάθε ηπειρωτική περιοχή της Γης. Τα μόνα μέρη στα οποία δεν υπάρχουν αυτόχθονες πληθυσμοί μυρμηγκιών είναι η Ανταρκτική και κάποια απομακρυσμένα ή αφιλόξενα νησιά. Τα μυρμήγκια ευημερούν σχεδόν σε όλα τα οικοσυστήματα, και αποτελούν ίσως και το 15-25% της βιομάζας των ζώων της ξηράς.Η επιτυχία τους σε τόσα πολλά περιβάλλοντα έχει αποδοθεί στην κοινωνική τους οργάνωση και την ικανότητά τους να τροποποιούν οικοτόπους, να αξιοποιούν πόρους και να αμύνονται. Η μακροχρόνια παράλληλη εξελικτική πορεία τους με άλλα είδη δημιούργησε μιμητικές, συμβιωτικές, παρασιτικές σχέσεις και σχέσεις αμοιβαιότητας.

Όλες οι αποικίες παρουσιάζουν καταμερισμό εργασίας, επικοινωνία μεταξύ των ατόμων, και ικανότητα επίλυσης περίπλοκων προβλημάτων.Αυτοί οι παραλληλισμοί με τις ανθρώπινες κοινωνίες έχουν αποτελέσει πηγή έμπνευσης και αντικείμενο μελέτης.

Αναπαραγωγή και ανάπτυξη

Η ζωή του μυρμηγκιού ξεκινάει από ένα αυγό. Αν το αυγό είναι γονιμοποιημένο, το μυρμήγκι που θα γενννηθεί θα είναι θηλυκό ειδάλλως θα είναι αρσενικό. Τα μυρμήγκια αναπτύσσονται με πλήρη μεταμόρφωση με τις προνύμφες να περνούν από τη φάση της νύμφης πριν να αναδυθεί ως ενήλικας. Η προνύμφη παραμένει σχεδόν ακίνητη και οι εργάτριες την ταίζου και τη φροντίζουν. Το φαγητό δίνεται στην κάμπια με τροφάλλαξη. Με τον ίδιο τρόπο μοιράζονται οι ενήλικες την τροφή που είναι αποθηκευμένη στο "κοινό στομάχι". Επίσης στις κάμπιες δίνεται κάποιες φορές στέρεα τροφή όπως τροφικά αυγά (αυγά που έχουν γεννηθεί για να αποτελέσουν τροφή), τμήματα θηράματος και καρπούς που μεταφέρονται από πεπειραμένες εργάτριες. Σε κάποια είδη η κάμπιες μεταφέρονται απευθείας επάνω στη λεία για να τραφούν.



Βασίλισσα μυρμηγκιών

Βασίλισσα, σε μια αποικία μυρμηγκιών, είναι ένα ενήλικο θηλυκό μυρμήγκι, ικανό να αναπαραχθεί. Αυτή πρόκειται να είναι η μητέρα όλων των άλλων μυρμηγκιών της αποικίας. Κάποια θηλυκά μυρμήγκια δε χρειάζεται να ζευγαρώσουν για να παράξουν απογόνους, καθώς αναπαράγονται μέσω ασεξουαλικής παρθενογένεσης ή κλωνοποίησης και τα μυρμήγκια που γεννιούνται είναι όλα θηλυκα. Στα περισσότερα είδη τα νεαρά μυρμήγκια εξελίσσονται από προνύμφες με συγκεκριμένη διατροφή ώστε να γίνουν σεξουαλικά ώριμα.

Ανατομία

Ανατομικά η βασίλισσα μοιάζει πολύ με τα άλλα μυρμήγκια του είδους της, είναι ωστόσο αρκετά μεγαλύτερη από τα υπόλοιπα μυρμήγκια της αποικίας. Οι βασίλισσες, όπως και τα άλλα μυρμήγκια έχουν ένα σκληρό εξωτερικό περίβλημα που λέγεται εξωσκελετός., και τ σώματά τους χωρίζονται σε τρία κύρια μέρη: το κεφάλι, το θώρακα και και την κοιλιά. Έχουν ένα ζευγάρι αρθρωτών κεραιών που μπορούν να τις επιμηκύνουν όταν επεξεργάζονται ένα αντικείμεννο. Αντίθετα όμως με τα άλλα μυρμήγκια οι νεαρές βασίλισσες έχουν τέσσερα φτερά. Αυτά χρησιμοποιούνται μόνο για την πτήση του ζευγαρώματος, και αργότερα αποκολλούνται είτε από την ίδια τη βασίλισσα είτε από του εργάτες της που τα αφαιρούν ροκανίζοντάς τα. Επίσης οι βασίλισσες και τα αρσενικά μυρμήγκια των περισσότερων ειδών έχουν τρία μάτια που θυμίζουν χάντρες στο κέντρο του πίσω μέρους του κεφαλιού τους επιπρόσθετα των σύνθετων ματιών τους.

Μετάφραση από: http://en.wikipedia.org/wiki/Queen_ant


 

Κατασκευή φωλιάς

Πολλά μυρμήγκια φτιάχνουν μεγάλες φωλιές, ενώ άλλα είδη είναι νομαδικά και δε χτίζουν μόνιμες κατασκευές. Τα μυρμήγκια φτιάχνουν είτε υπόγειες φωλιές, είτε τις κατασκευάζουν πάνω σε δέντρα. Οι μυρμηγκοφωλιές μπορεί να βρίσκονται στο έδαφος, κάτω από πέτρες, κάτω από πεσμένα τμήματα δέντρων ή μέσα σε αυτά, μέσα σε κοιλότητες κορμών ή ακόμα και σε βελανίδια. Τα υλικά που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή συμπεριλαμβάνουν χώμα καθώς και υλικά προερχόμενα από φυτά, και τα μυρμήγκια επιλέγουν προσεκτικά την τοποθεσία της φωλιάς τους. Τα μυρμήγκια του είδους Temnothorax albipennis αποφεύγουν τοποθεσίες όπου υπάρχουν νεκρά μυρμήγκια, καθώς μπορεί να υποδεικνύουν την ύπαρξη παρασίτων ή ασθενειών. Εγκαταλείπουν γρήγορα τη φωλιά τους στην πρώτη ένδειξη κινδύνου. 


__________



Κατέγραψαν τη γλώσσα των μυρμηγκιών


Ερευνητές ανακάλυψαν τον τρόπο επικοινωνίας τους και
πώς τον εκμεταλλεύεται μια πεταλούδα για να την κάνουν βασίλισσα!

Το ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι οι ερευνητές διαπίστωσαν πως οι εργάτες ξεγελιούνται σε τέτοιον βαθμό από τις κάμπιες που δεν διστάζουν να επιτεθούν ακόμη και στις πραγματικές βασίλισσές τους. Οι ερευνητές τοποθέτησαν στον ίδιο χώρο βασίλισσες και κάμπιες. Οι βασίλισσες αναγνώριζαν αμέσως τις κάμπιες και άρχισαν να επιτίθενται σε αυτές. Προς έκπληξη των ερευνητών, οι εργάτες προστάτευσαν τις κάμπιες επιτιθέμενοι στις βασίλισσες!
 
© Τhe Τimes, 2009
__________________________________

 

Πώς επικοινωνούν τα μυρμήγκια;


Πολλές φορές, τα μυρμήγκια που κουβαλούν προμήθειες στη φωλιά τους συναντούν κάποιο εμπόδιο, και τότε σπεύδουν κι άλλα για να τα βοηθήσουν. Πώς τα άλλα μυρμήγκια αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να πάνε για να βοηθήσουν;
Τα μυρμήγκια ζουν σε έναν κόσμο γεμάτο φερομόνες, κάποιες ουσίες που αναδίνουν οσμές και εκκρίνονται από το σώμα τους. Κάθε φερομόνη σημαίνει κάτι διαφορετικό και υπάρχουν φερομόνες σχεδόν για κάθε περίπτωση. Για παράδειγμα, υπάρχουν φερομόνες κινητοποίησης, που τις εκπέμπουν τα μυρμήγκια όταν αντιμετωπίζουν προβλήματα. Μόλις τις αντιληφθούν τα άλλα μυρμήγκια, σπεύδουν αμέσως να βοηθήσουν, και έτσι εξηγείται η γρήγορη αντίδρασή τους. Υπάρχει, επίσης, μια φερομόνη «ενταφιασμού», που απελευθερώνεται όταν ένα μυρμήγκι πεθαίνει. Τότε τα άλλα μυρμήγκια μεταχειρίζονται το ψόφιο μυρμήγκι σαν σκουπίδι, και το βγάζουν έξω από τη φωλιά.
Τα μυρμήγκια αντιδρούν τυφλά στις φερομόνες. Σε πειράματα, ψέκασαν ζωντανά μυρμήγκια με φερομόνη ενταφιασμού. Τότε, τα άλλα μυρμήγκια, αδιαφορώντας που τα ψεκασμένα μυρμήγκια χτυπιόνταν και δάγκωναν, τα αντιμετώπιζαν σαν να ήταν ψόφια και τα έσερναν έξω από τη φωλιά.
http://www.scienceillustrated.gr/?p=849

 __________________________________

  Buidling a new ant home - Ant Attack - BBC



____________________________________________


* σχετικά με τη φωτογραφία της ανάρτησης

Ο ούγγρος φωτογράφος Μπενς Ματέ κέρδισε το φετινό βραβείο Veolia Εnvironnement Wildlife Ρhotographer of the Υear, το οποίο απονέµουν το Βρετανικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και το «Wildlife Μagazine» του ΒΒC, µ' αυτήν τη φωτογραφία που φέρει τον τίτλο «Ενα θαύµα µυρµηγκιών» και απεικονίζει µυρµήγκια που τρώνε φύλλα σ' ένα τροπικό δάσος της Κόστα Ρίκα. Η ποικιλία µεγέθους των κοµµατιών που κόβουν είναι εντυπωσιακή,µερικές φορές µικρά µυρµήγκια φαίνονται να µεταφέρουν τεράστια κοµµάτια, ενώ µεγαλύτερα µυρµήγκια να κουβαλάνε πολύ µικρότερα. «Λατρεύω την αντίθεση ανάµεσα στην απλότητα της ίδιας της φωτογραφίας και την πολυπλοκότητα της συµπεριφοράς», δήλωσε ο Ματέ για τη φωτογραφία του. Καθώς ξάπλωσε στο έδαφος για να τραβήξει τη φωτογραφία, ο φωτογράφος ανακάλυψε επίσης τη συµπεριφορά κάποιων τοπικών µικρών αραχνών, που τον γέµισαν τσιµπήµατα.
Τα Νέα

ΠΗΓΗ: http://www.pentapostagma.gr/2010/10/blog-post_4575.html#ixzz1hvMsBGTW


επιμέλεια :  CaRiNa

 __