Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Πάθος κατατρεγμένο - Δ.Δημητριάδης


Πάθος κατατρεγμένο, κυνηγημένο μέσα στη λάσπη 

Auguste Rodin, Fallen Angel (detail),bronze (Legion of Honor, SF).

και στα βρεμένα δέντρα…
(Δημήτρης Δημητριάδης)

Κατάλογοι. 2 (απόσπασμα)

Πάθος κατατρεγμένο, κυνηγημένο μέσα στη λάσπη και στα βρεμένα δέντρα,
από χωριό σε χωριό,
κυκλωμένο από κοφτερή πέτρα,
με τις κάλτσες ξεσχισμένες από τ’ αγκάθια και τις άγριες ρίζες,
σάρκα μωλωπισμένη, αβάσταχτα τυραννισμένη
από τα μαστιγώματα των σκέψεων και τα γαυγίσματα της καρδιάς,
κατεβαίνοντας απόκρημνες χαράδρες, ρεματιές, ρουμάνια,
γλιστερά βράχια, ανήλιαγα φαράγγια, ράχες σαν ανθρώπινες πλάτες,
πάθος απαγορευμένο που δέχτηκε την απαγόρευση σαν μια αυτογνωσία
και στάθηκε εκεί απ’ όπου κοιτάζοντας
αναπτύσσεται το μιασμένο καβάλο των νόμων.

Πρέπει να χτυπηθεί η γέννα στη ρίζα της
για να γεννηθεί μια νέα γέννα.
Πρέπει να ανατραπεί η παρούσα πίστη
για το μέσα του κρανίου
ώστε να μετατραπεί η τρύπα των βόθρων
σε μήτρα θαυμάτων, σε ρήτρα εξαγνιστικών δραμάτων, σε κόσμο κοσμημένο αλλιώς.
Σε κόσμο κοσμημένο αλλιώς.
Αυτός ο άνθρωπος είναι ακόμα εκτός κόσμου.
Όποιος σήμερα είναι εκτός κόσμου,
αυτός ανήκει στον μέλλοντα κόσμο,
σ’ αυτόν που θα ’ρθει ανατρέποντας με κλάματα και πένθη,
φέρνοντας και την ανατροπή του.
Γιατί σε κάθε κόσμο υπάρχει πάντα
ένας άνθρωπος που είναι εκτός κόσμου.
Όποιος σήμερα είναι εκτός κόσμου,
αυτός μόνο θα μιλήσει για ν’ ακουστεί απ’ όλους,
θα μιλήσει όπως δε μίλησε ποτέ κανείς.
Όποιος σήμερα είναι εκτός κόσμου,
αυτός θα δοξαστεί και θα κερδίσει την άλλη όραση
που μόνη αυτή σώζει
από το εκτελεστικό θέαμα των ανθρώπων.
Πρέπει να χτυπηθεί στη ρίζα η ίδια η ζωή
για να γεννηθεί μια νέα ζωή.
Η ζωή είναι προς ζωήν θανάτου.
Γιατί η ζωή
κυνηγά σαν πάθος απαγορευμένο τη ζωή,
με βίτσες, λογχοφόρους και συντάγματα ιππέων,
συμμορίες εκτραχηλισμένων αλητών,
φυλάκων και αξιωματούχων
που κρατούν στα χέρια τους γερά τα ψίχουλα
της εξουσίας που ανήκει σε άλλους,
με πολύπλοκες παγίδες,
εξοντωτικές διαπομπεύσεις, εξευτελισμούς και ορκισμένο μίσος,
από χωριό σε χωριό,
δεν την αφήνει να πιει από κανένα πηγάδι,
μαντρώνει τα δέντρα, ξαμολά τα σκυλιά της
δείχνοντάς την απ’ όλες τις μεριές με το δάχτυλο,
σπέρνοντας μέσα της την τύψη
και τον αξερίζωτο τρόμο του φαντάσματος με το άσβηστο αίμα επάνω του,
εξαπολύει όλο τον ευπρεπή πληθυσμό
που δεν ξέρει από ζωή
και που την κυνηγά σα θάνατο.
Η ζωή είναι προς ζωήν του θανάτου,
αυτή όμως η ζωή, αυτή που κυνηγά τη ζωή,
αυτή που δεν αφήνει σε ησυχία τη ζωή και την απαγορεύει,
αυτήν που δέχτηκε την απαγόρευση σαν μια αυτογνωσία.
Ένα σαρωτικό τρεχαλητό πίσω απ’ το κατατρεγμένο πάθος,
από ξηρά και θάλασσα, σμήνη πολυκέφαλων αερικών να οργώνουν τα ύψη,
εκστρατευτικές επιχειρήσεις απ’ όλες τις μονιές της γης,
σκάβοντας τις ερήμους, ισοπεδώνοντας τις κορυφές,
λειαίνοντας τα δάση, ζεύοντας τους λαούς με τον εκτραχηλισμό,
Να χτυπηθεί ο εχθρός ίσια στο κέντρο της αναπαραγωγής του,
στην καρδιά της ανακύκλισης του σπέρματός του,
εκεί που είναι γλυκιά η μυρωδιά της βαθιάς μασχάλης,
εκεί που τα λόγια του έρωτα σπέρνονται σα σώματα στο σώμα,
εκεί που τρώγεται ο άνθρωπος από αγάπη,
εκεί που η επίπεδη εικόνα του μυαλού γκρεμίζεται
και βασιλεύει η θέα των πύρινων σωματώσεων,
Να διαμελιστεί, να αποτεφρωθεί, να σκορπιστεί
στις ριπές των ανέμων που αναστατώνουν τους ωκεανούς,
αλλά ποιος κοίταξε μέσα του,
οι ίδιος μέσα του, και είπε  Το δέχομαι;
Ποιος τόλμησε ν’ ακούσει την άφατη σιγαλιά,
την ανήκουστη απουσία που κάνει τόσο ελλιπείς τις παρουσίες;

Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη
πηγή


~*~

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου