Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Ο Ζίζεκ στα χριστιανικά ίχνη







 

Όπως γράφει ο Ζίζεκ στο βιβλίο του«Η μαριονέτα κι ο νάνος» :
[...]
«Υπάρχουν δύο θεμελιωδώς διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους μπορούμε να σχετιστούμε με το Κενό του Πραγματικού και οι οποίοι αποτυπώνονται με τον καλύτερο τρόπο στο παράδοξο του Αχιλλέα και της χελώνας : ενώ ο Αχιλλέας μπορεί πολύ εύκολα να ξεπεράσει τη χελώνα, δεν μπορεί ποτέ να τη φτάσει. Είτε θέτουμε το Κενό ως το αδύνατο-πραγματικό Όριο της ανθρώπινης εμπειρίας που μπορούμε πάντα μόνο να το πλησιάζουμε (χωρίς δηλαδή ποτέ να το φτάνουμε Σ.τ.μ), το απόλυτο Πράγμα σε σχέση με το οποίο πρέπει να διατηρούμε μια σφαλή απόσταση - αν πλησιάσουμε πολύ κοντά, θα μας κάψει ο ήλιος... Η συμπεριφορά μας απέναντι στο Κενό, είναι λοιπόν τελείως αμφίθυμη, χαρακτηριζόμενη από ταυτόχρονη έλξη και αποστροφή. Είτε το θέτουμε ως αυτό από το οποίο οφείλουμε να περάσουμε (και, κατά κάποιο τρόπο,έχουμε πάντα ήδη περάσει) - αυτό είναι το νόημα της εγελιανής έννοιας του "ενδιατρίβειν με το αρνητικό" [tarrying with the negative], την οποία ο Λακάν ανέπτυξε αναφορικά με τη στενή σχέση ανάμεσα στην ορμή του θανάτου και τη δημιουργική μετουσίωση: για να μπορέσει να υπάρξει (συμβολική) δημιουργία, η ορμή του θανάτου (η εγελιανή αυτοσχετιζόμενη απόλυτη αρνητικότητα) πρέπει να μπορέσει να φέρει σε πέρας το έργο της που συνίσταται, ακριβώς, στην εκκαθάριση του πεδίου, καθιστώντας το έτσι έτοιμο για δημιουργία. Αντί για το παλιό ζήτημα των επίπλαστων αντικειμένων που εξαφανίζονται/διαλύονται στη δίνη του Πράγματος, έχουμε να κάνουμε με αντικείμενα που δεν είναι τίποτε άλλο από την ενσάρκωση του Κενού του Πράγματος, ή , για να το πούμε στα εγελιανά, με αντικείμενα στα οποία η αρνητικότητα αποκτά θετική υπόσταση.

Με θρησκευτικούς όρους, αυτό το πέρασμα από το Αδύνατο - Πραγματικό Ένα (Πράγμα), που διαθλάται/αντανακλάται στην πολλαπλότητα των φαινομένων, στα Δύο, είναι ακριβώς το πέρασμα από τον Ιουδαϊσμό στο Χριστιανισμό: ο εβραϊκός Θεός είναι το Πραγματικό Πράγμα του Επέκεινα,ενώ η θεϊκή διάσταση του Χριστού είναι απλώς μια μικροσκοπική γκριμάτσα, μια αδιόρατη σκιά, που τον διαφοροποιεί από τους άλλους (συνηθισμένους) ανθρώπους. Ο Χριστός δεν είναι κάτι το "υψηλό" [sublime] με την έννοια ενός "αντικειμένου εξυψωμένου στην αξιοπρέπεια [dignity] του Πραγματος", δεν είναι ένα υποκατάστατο του αδύνατου Πράγματος-Θεού' είναι μάλλον "το ίδιο το Πράγμα" ή, για να είμαστε πιο ακριβείς,"το ίδιο το Πράγμα" δεν είναι τίποτε άλλο από αυτή τη ρήξη/χάσμα που κάνει τον Χριστό όχι τελείως ανθρώπινο. Ο Χριστός είναι επιμένως ο απόλυτος Mann ohne Eigenschaften, ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, όπως θα έλεγε ο Ρόμπερτ Μούζιλ [Robert Musil ] : είναι "περισσότερο από άνθρωπος" - και γιατί να μην αναλάβουμε το ρίσκο της αναφοράς στον Νίτσε: είναι υπεράνθρωπο, -ακριβώς στο βαθμό που μπορεί κάποιος να πει γι' αυτόν : "Ecce homo"ακριβώς στο βαθμό που είναι άνθρωπος κατ' εξοχήν (kat' exochen στο πρωτότυπο-Σ.τ.μ),"ως τέτοιος", ένας άνθρωπος δίχως διακριτικά γνωρίσματα,δίχως συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός είναι μια ατομική καθολικότητα - όπως ακριβώς, για τον Ρανσιέρ,αυτοί που δεν έχουν την πρέπουσα θέση στην κοινωνική τάξη πραγμάτων καταλαμβάνουν τη θέση της ανθρωπότητας ως τέτοιας,στην καθολική της διάσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Χριστός είναι με κάποιο τρόπο διαιρεμένος ανάμεσα στα "ανθρώπινα" και τα "θεία" τμήματα της φύσης του: η ελάχιστη διαφορά που συναντάμε στη λογική της αφίρεσης δεν είναι η διαφορά ανάμεσα σε δύο μέρη, αλλά η διαφορά ανάμεσα σε δύο εκφάνσεις -ή, για να το διατυπώσουμε πάλι στην ορολογία του Νίτσε,ανάμεσα σε δύο προοπτικές - μια και της αυτής οντότητας' είναι η διαφορά μιας οντότητας από τον εαυτό της. Ο Χριστός δεν είναι άνθρωπος και υπεράνθρωπος: είναι υπεράνθρωπος στο βαθμό που είναι άνθρωπος " sans phrase,(δίχως άλλα σχόλια,δηλαδή χωρίς να μπορούμε να πούμε ότι ο Χριστός είναι "άνθρωπος",να τον ορίσουμε έτσι-Σ.τ.μ.) δηλαδή αυτό που χωρίζει τα δύο είναι απλώς μια αλλαγή προοπτικής.
» [...]

[...]
«Ο Χριστός δεν είναι κάτι το "υψηλό"[sublime] με την έννοια ενός "αντικειμένου εξυψωμένου στην αξιοπρέπεια [dignity] του Πράγματος", δεν είναι ένα υποκατάστατο του αδύνατου Πράγματος-Θεού' είναι μάλλον "το ίδιο το Πράγμα" ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, "το ίδιο το "Πράγμα" δεν είναι τίποτε άλλο από αυτή τη ρήξη/χάσμα που κάνει τον Χριστό όχι τελείως ανθρώπινο.Ο Χριστός είναι επομένως ο απόλυτος Mann ohne Eigenschaften, ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες,όπως θα έλεγε ο Ρόμπερτ Μούζιλ [Robert Musil]: "είναι περισσότερο από άνθρωπος" - και γιατί να μην αναλάβουμε το ρίσκο της αναφοράς στον Νίτσε: είναι υπεράνθρωπος; - ακριβώς στο βαθμό που μπορεί κάποιος να πει γι' αυτόν: " Ecce homo",ακριβώς στο βαθμό που είναι άνθρωπος κατ' εξοχήν, (kat' exochen στο πρωτότυπο(Σ.τ.μ),"ως τέτοιος ", ένας άνθρωπος χωρίς διακριτικά γνωρίσματα, δίχως συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός είναι μια ατομική καθολικότητα - όπως ακριβώς,για τον Ρανσιέρ, αυτοί που δεν έχουν την πρέπουσα θέση στην κοινωνική τάξη πραγμάτων καταλαμβάνουν τη θέση της ανθρωπότητας ως τέτοιας στην καθολική της διάσταση.22.Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Χριστός είναι με κάποιον τρόπο διαιρεμένος ανάμεσα στα "ανθρώπινα" και τα "θεία" τμήματα της φύσης του: η ελάχιστη διαφορά που συναντάμε στη λογική της αφαίρεσης δεν είναι η διαφορά ανάμεσα σε δύο μέρη, αλλά η διαφορά ανάμεσα σε δύο εκφάνσεις - ή, για να το διατυπώσουμε πάλι στην ορολογία του Νίτσε,ανάμεσα σε δυο προοπτικές - μιας και της αυτής οντότητας' είναι η διαφορά μιας οντότητας από τον εαυτό της. Ο Χριστός δεν είναι άνθρωπος και υπεράνθρωπος: είναι υπεράνθρωπος στο βαθμό που είναι άνθρωπος sans phrase*, δηλαδή, αυτό που χωρίζει τα δύο είναι απλώς μια αλλαγή προοπτικής.

Με άλλα λόγια,ο Χριστός είναι αυτή η ελάχιστη διαφορά ανάμεσα στον "άνθρωπο" και τον "υπεράνθρωπο" - αυτό που ο Νίτσε, αυτός ο ολοκληρωμένος και αυτοαποκαλούμενος Αντίχριστος, αποκαλούσε "Καταμεσήμερο" [High Noon]: η λεπτή γραμμή ανάμεσα στο Πριν και στο Μετά, στο Παλιό και το Νέο,στο Πραγματικό και το Συμβολικό, ανάμεσα στον Θεό-Πατέρα-Πράγμα και την κοινότητα του Πνεύματος. Ως τέτοιος είναι ταυτόχρονα και τα δύο: το ακραίο σημείο του Παλιού (η αποκορύφωση της λογικής της θυσίας, αναπαριστώντας ο ίδιος την ακραία θυσία, την αυτοσχετιζόμενη ανταλλαγή στην οποία δεν πληρώνουμε πλέον εμείς τον Θεό,αλλά ο ίδιος ο Θεός πληρώνει τον εαυτό του για μας κι έτσι μας εμπλέκει σε χρέη επ' αόριστον) και το ξεπέρασμά του (η αλλαγή προοπτικής) στο Καινούργιο. Είναι μια λεπτή απόχρωση μόνο, μια σχεδόν ανεπαίσθητη αλλαγή προοπτικής, που διακρίνει τη θυσία του Χριστού από την αθεϊστική επίκληση μιας ζωής που δεν χρειάζεται θυσίες. Αυτό λοιπόν είναι ίσως που συμβαίνει στο πέρασμα από τον Ιουδαϊσμό στο Χριστιανισμό: αυτή η μετατόπιση από τον εξαγνισμό στην αφαίρεση.
»

Στο τέλος του βιβλίου ο Ζίζεκ γράφει:
«Σ' αυτό που ίσως αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα της εγελιανής Aufhebung, σήμερα μπορούμε να απελευθερώσουμε αυτόν τον πυρήνα του Χριστιανισμού μόνο αν εκγαταλείψουμε το κέλυφος της θεσμικής του οργάνωσης (και ακόμη περισσότερο,της συγκεκριμένης θεσμικής του οργάνωσης (και ακόμη περισσότερο,της συγκεκριμένης θρησκευτικής εμπειρίας του). Το χάσμα εδώ είναι θεμελιακό: είτε αφήνουμε στην άκρη τη θρησκευτική μορφή είτε διατηρούμε τη μορφή, αλλά χάνουμε την ουσία. Αυτή είναι η ύστατη ηρωική χειρονομία που περιμένει το Χριστιανισμό : προκειμένου να σώσει το θησαυρό του, πρέπει να θυσιάσει τον εαυτό του - σαν τον Χριστό που έπρεπε να πεθάνει για να μπορέσει να αναδυθεί ο Χριστιανισμός.»

 από CaRiNa
_______________________________________

Το κείμενο συντάχθηκε με αφορμή σχετική ανάρτηση στο ιστολόγιο «Στο ντιβάνι με το Λακάν» 
του kraftwerk.


1 σχόλιο:

  1. Εάν θεωρήσουμε τους ανθρώπους ως υποκειμενοποιημένα θεϊκά κατάλοιπα, τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε και τον Θεό(όχι το Χριστό) ότι είναι επίσης ένα υποκειμενοποιημένο υποκείμενο το οποίο αναπαράγει με όρους ψυχαναλυτικούς το διχασμό του και αναζητεί την πλήρωσή του. Πώς, το Ένα, πέρα από τα όρια της ανθρώπινης συνείδησης, μπορεί να λειτουργήσει ως διχασμένο υποκείμενο μέσα στην ενικότητά του; Σε άλλη περίπτωση, δηλ. εάν δεν υποκειμενοποιήθηκε ο Θεός, τότε επιβεβαιώνεται η ενικότητά του, και κατ' επέκταση δεν υφίσταται και φαντασιακό άρα και ανάγκη συμβολικού πεδίου που να ορίζει το Θεϊκό λόγο.

    Στο Χριστιανισμό ο άνθρωπος συνειδητοποιεί την υποκειμενικότητά του(ως διεγραμμένος, αν-υπόστατος στον τόπο της ενότητας) και προσπαθεί μέσω της χριστιανικής αγάπης και θυσίας να επανενωθεί με το Θεό, το Ένα, από το οποίο διχάστηκε. Έτσι δια του αφανισμού του στο Κενό της σκηνής του Άλλου, θα αφομοιωθεί, θα αφεθεί στη δίνη της μαύρης οπής του συμπαντικού μη-Κενού χώρου. Ο υποκειμενοποιημένος λοιπόν άνθρωπος, ομοιάζει των πρωτόπλαστων και καλείται δια του βίου του να επανασυστήσει την πρωταρχική ιδιότητα του πρωτοτύπου.

    Εδώ είναι δυνατόν να θέσουμε το ερώτημα: το ομοίωμα στον χριστιανό, διαθέτει ιστορική συνειδήση; Υφίσταται διαφορά με το λακανικό υποκείμενο είναι ότι δεν έχει συνείδηση του διχασμού του όπου στο πεδίο της συμβολικής τάξης προσπαθεί να αποκαταστήσει αυτή τη μη πληρότητα, η οποία είναι "προϊόν " του φαντασιακού του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή