Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Δάντης Αλιγκέρι - Θεία Κωμωδία, Κόλαση, «Άσμα τρίτο»


Μέρος I
ο

Dante Alighieri- Divine Comedy, Inferno, 3d part 

http://www.dantealighieri.name/images/DivineComedyFresco.jpg

«Από εμένα περνούν στην πονεμένη χώρα,
από εμένα περνούν στη θλίψη την αιώνια,
από εμένα περνούν μέσ’ στον χαμένον κόσμο.


Δικαιοσύνη έχει τον Άφθαστο κινήσει
που μ’ εποίησε· η Δύναμη έστησέ με η θεία,        5
η ασύγκριτη Σοφία και η Αγάπη η πρώτη.


Πλάσμα πριν απ’ εμέ κανένα δεν εστάθη,
παρά μόνον αιώνια, κι εγώ αιώνια μένω.
Αφήστε κάθ’ ελπίδα σεις που μέσα πάτε!

Τα λόγια ταύτα σκοτεινά χρωματισμένα        10
είδα εγώ χαραγμένα στην κορφή μιας πύλης,
και «Δάσκαλ’», είπα ευθύς, «το νόημα με βαραίνει».



Κι αυτός με λογισμούς ανθρώπου βαθυγνώμου·
«Να παραιτήσεις εδώ πρέπει κάθε φόβο,
κάθε δείλιασμα πρέπει εδώ να ‘ναι σβησμένο.        15


Στον τόπο εφθάσαμε που εγώ σου ‘χω προείπει,
όπου τα πλήθη θέλει ιδείς τα πονεμένα,
που το καλό του Λογισμού έχουν χαμένο».

Κι ως έβαλε το χέρι στο δικό μου χέρι,
μ’ όψη χαροποιά που εχάρισέ μου θάρρος        20
μ’ έμπασε στων νεκρών τους μυστικούς κρυψώνες.


Στεναγμοί μέσα εκεί και κλάματα και θρήνοι
ηχολογούσαν στον αέρα δίχως άστρα,
ώστ’ ευθύς στην αρχή μ’ εκάμαν να δακρύσω.

Πολυδιάφορες γλώσσες, φοβερές βλαστήμιες,        25
λόγια του πόνου, οργής κραυγές, αποσβησμένες
και μεγάλες φωνές, και χεριών χτύποι αντάμα,

μια χλαλοή σηκώναν π’ άκοπα γυρίζει
σ’ εκείνον τον αιώνια σκοτεινόν αέρα,
ωσάν τον άμμο ανεμοστρόφιλο αν φυσάει.        30

Κι εγώ που το κεφάλι μού ‘ζωνεν η φρίκη,
έκραξα˙ «Δάσκαλέ μου, τι ‘ναι αυτό που ακούω;
και τι κόσμος, που λες τον έσβησεν ο πόνος;»

Κι αυτός· «Στην άθλια αυτή κατάσταση διαμένουν
των αχρείων εκείνων οι ψυχές, που δίχως        35
ατιμία και δίχως έπαινον εζήσαν.

Σμιχτές στέκουν μ’ εκείνη την κακή χορεία
των αγγέλων που μήτε εχθροί του Υψίστου εβγήκαν
μήτε πιστοί, αλλά μόνον του εαυτού τους μείναν.

Τους διώχνουν οι Ουρανοί να μη τους ασχημίσουν,        40
ουδ’ ο τρίσβαθος Άδης στέργει να τους έχει
γιατί δόξα απ’ αυτούς οι ένοχοι δε θα ‘χαν».

Κι εγώ˙ «Ω Δάσκαλε, τι τόσο τους βαραίνει,
οπού τόσο τους κάνει δυνατά να κλαίγουν;»
«Θα στο εξηγήσω πολύ σύντομα», αποκρίθη.        45

Ελπίδα μέσα τους δεν σώζεται θανάτου,
και τόσο ποταπή είναι η σκοτεινή ζωή τους,
που κάθε άλλη τύχη όποια κι αν είν’ ζηλεύουν.

Φήμη ο κόσμος γι’ αυτούς δεν στέργει ν’ απομένει·
Έλεος, Δικαιοσύνη μ’ όμοια οργή τους διώχνουν.        50
Μη μιλούμε γι’ αυτούς, μόν’ κοίταξε και πέρνα».
 Κι εγώ κοιτάζοντάς τους είδα μια σημαία
που γυρίζοντας τόσο ορμητικά κινούσε
που ‘λεγα στάση πως δεν έστεργε καμία.

Κι οπίσω της ερχόνταν ένα τέτοιο πλήθος        55
σε μάκρος που ποτέ δεν ήθελε πιστέψω
πώς να ‘χε τόσον κόσμο θάνατος ξεκάμει.

Μόλις εκεί κάποιον εγνώρισα, τον ίσκιο
είδα και απείκασα εκείνου που για δειλία
από τ’ αξίωμα το μέγα επαραιτήθη.        60

Ένιωσα ευθύς κι εβεβαιώθηκα πως τούτο
το μέγα πλήθος ήταν των αχρείων, που ‘ναι
στο Θεό μισητοί και στους εχθρούς του ακόμη.

Οι άθλιοι τούτοι που ποτέ τους δεν εζήσαν,
ολόγυμνοι ήταν και πολύ βασανισμένοι        65
από χοντρές μύγες που εκεί ήταν κι από σφήκες.

Χαρακώναν αυτές το πρόσωπό τους μ’ αίμα
που μέσ’ στα πόδια τους με δάκρυα συσμιγμένο
από σιχαμερά σκουλήκια εσυναζόνταν.

Κι ως άρχιζα να ρίχνω παρεμπρός το βλέμμα,        70

είδα σ’ ενός μεγάλου ποταμιού την άκρη
πλήθος πολύ και είπα˙ «Δάσκαλε, συ στέρξε

ποιοι είν’ αυτοί να μάθω, και ποιος νόμος κάνει
πρόθυμοι τόσο για το πέρασμα να δείχνουν,
ως με το φως εδώ τ’ αδύνατο ξανοίγω».        75

Κι αυτός, «θα το γνωρίσεις, όταν», μ’ αποκρίθη,
«θα ‘χουμε σταματήσει τα πατήματά μας
στου Αχέροντα μπροστά το θλιβερό ποτάμι».

Τότε μ’ εντροπαλά και χαμηλά τα μάτια
από φόβο μην ίσως τον βαρύνει ο λόγος,        80
έμεινα σιωπηλός ώσπου ‘ρθα στο ποτάμι.

Και ιδού βλέπω σ’ εμάς να ‘ρχεται με καράβι

ένας γέροντας μ άσπρες τις παμπάλαιες τρίχες,
φωνάζοντας «Αλιά σ εσάς, ψυχές αχρείες!

Μην ελπίσετε ποτέ τον ουρανό να ιδείτε.        85
Έρχομαι εγώ στην άλλην όχθη να σας πάρω
στα σκοτάδια τα αιώνια, σε φωτιά και πάγο.

Κι εσύ που ζωντανή ψυχή δω μέσα εφάνης,
ξεμάκρυνε από τούτους που ‘ναι πεθαμένοι».
Αλλ’ ως είδε που εγώ δεν έφευγα από κείθε,        90

είπεν «Απ’ άλλο δρόμο, από λιμένες άλλους
σε γιαλό θα ‘ρθεις, όχι εδώ, για να περάσεις·
αλαφρύτερο ξύλο πρέπει να σε πάρει».

Κι ο αρχηγός μου σ’ αυτόν˙ «Μην αγριεύεις, Χάρε˙

αποφασίσαν έτσι εκεί, που αυτό που θέλουν        95
ημπορούν, και παρέκει μη γυρεύεις άλλο».

Τότε ησυχάσαν τα πολύμαλλα σαγόνια

του πλωρίτη της μαύρης μολυβένιας λίμνης
που ‘χε γύρω στα μάτια κύκλους από φλόγες.

Οι ψυχές όμως, που γυμνές και κουρασμένες        100

ήταν, άλλαξαν χρώμα και τα δόντια ετρίξαν
ευθύς μόλις ακούσαν τα σκληρά του λόγια.

Εβλασφημούσαν το Θεό και τους γονείς τους,
των ανθρώπων το γένος, τον καιρό, τον τόπο,
του σπέρματός τους και της γέννας τους το σπόρο.        105

Έπειτα ετραβηχτήκαν όλες όλες άμα,
δυνατά κλαίοντας, στην όχθη την αχρεία,
που περιμένει όποιον Θεού δεν έχει φόβο.

Ο Χάρος δαίμονας με μάτια σαν αθράκια
με νόημα κράζοντάς τες όλες τες συνάζει,        110
πλήττει με το κουπί κάθε ψυχή που οκνάει.

Όπως ξεπέφτουν το φθινόπωρο τα φύλλα
ένα κατόπι στ’ άλλο, ώσπου το κλωνάρι
βλέπει στη γη στρωτό όλο του τ’ αποφόρι,

με όμοιον τρόπο και του Αδάμ ο κακός σπόρος        115
ρίχνονταν απ τ ακρογιάλι εκείνο μία μία
στο νόημα του Χάρου, σαν πουλί στον κράχτη.

Έτσι στο μαύρο κύμα πλέοντας ξεμακραίνουν,

και πριν στην όχθην την αντίπερα κατέβουν
συμμαζώνεται εδώθε νέο πλήθος πάλι.        120

«Παιδί μου», είπε κατόπι ο δάσκαλος με χάρη,
«εκείνοι που πεθαίνουν στην οργή του Υψίστου,
κατασταλάζουν όλοι εδώ από κάθε τόπο,

και πρόθυμοι είναι να περάσουν το ποτάμι,
γιατί η δικαιοσύνη η θεία τούς κεντρίζει        125
τόσο που ο φόβος κατανταίνει επιθυμία.

Καλή ψυχή ποτέ δεν πέρασε από δώθε,
και λοιπόν αν για σε παραπονιέται ο Χάρος,
τι ο λόγος του νοεί μπορεί να ξέρεις τώρα».

Μόλις έσωσε τούτο, η σκοτεινή πεδιάδα        130

εσείσθη τόσο δυνατά, που από το φόβο
η ενθύμησή μου ακόμα μ’ ίδρωτα με βρέχει.

Η δακρυσμένη γης ανέδωσεν αέρα,
που εξάστραψε ένα φως με τέτοια κοκκινάδα,
ώστε κάθε αίσθησή μου μέσα μου ενικήθη,        135

κι έπεσα σαν αυτόν που βαρύς ύπνος πιάνει.

[Μετάφραση: Γεώργιος Καλοσγούρος]


Statue of Dante in the Piazza di Santa Croce in Florence,
Enrico Pazzi, 1865





http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/1/1d/Eug%C3%A8ne_Ferdinand_Victor_Delacroix_006.jpg/800px-Eug%C3%A8ne_Ferdinand_Victor_Delacroix_006.jpg
The Barque of Dante by Eugène Delacroix





http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/9/92/Stradano_Inferno_Canto_06.jpg
Stradano Inferno Canto 06








Σημειώσεις
1. Ως «δάσκαλο» ο ποιητής Δάντης αποκαλεί τον μεγάλο επικό ποιητή Βιργίλιο.
2. «Ο ποιητής, μάλιστα, αναγνωρίζει μέσα στο πλήθος κι έναν άνθρωπο της δικής του εποχής, ο οποίος από δειλία είχε αρνηθεί το πολύ σημαντικό αξίωμα που του προσφέρθηκε. Πρόκειται πιθανότατα για αναφορά στον Πάπα Κελεστίνο Ε΄ που το 1294 αρνήθηκε να αποδεχτεί την εκλογή του στην παπική έδρα, γεγονός που είχε ως συνέπεια να λάβει τη θέση του ο Βονιφάτιος Η΄, ο οποίος κατά την εννιάχρονη παραμονή του στο ανώτατο αυτό αξίωμα έπληξε το κύρος της εκκλησίας με λανθασμένους χειρισμούς. Ως Πάπας επιχείρησε να παρέμβει στα εσωτερικά πολιτικά ζητήματα της Γαλλίας, κάτι που του κόστισε μια επώδυνη αιχμαλωσία απ’ τον τότε Γάλλο βασιλιά, ενώ έφτασε στο σημείο να ισχυριστεί μ’ επίσημη ανακοίνωση της παπικής έδρας πως ο Πάπας είναι ο ένας και μόνος εκπρόσωπος του Χριστού στη γη.
Για το Δάντη μεγάλο μέρος ευθύνης για τα επιζήμια λάθη του Βονιφάτιου φέρει ο Κελεστίνος που δεν είχε το θάρρος και τη δύναμη να αναλάβει τη θέση του Πάπα, όπως κανονικά έπρεπε να κάνει.»
3. Στον 78ο στίχος ο ποιητής Βιργίλιος κάνει λόγο για τον ποταμό Αχέροντα. «Ο Αχέροντας είναι ο ποταμός που σύμφωνα με τη μυθολογία διέσχιζε ο Ερμής με τις ψυχές των νεκρών, ώστε να τους φέρει στο βασίλειο του Άδη. Αντιστοίχως κι εδώ είναι ο ποταμός απ’ όπου ο Χάρος συλλέγει τις ψυχές εκείνων που έχουν καταδικαστεί να εισέλθουν στην κόλαση.»
4. Στους στίχους 94- 100, ο Βιργίλιος εξηγεί στο Χάρο ότι ο ποιητής Δάντης « βρίσκεται εκεί καθώς αυτό αποφασίστηκε από εκείνους που μπορούν κι έχουν τη δύναμη να προσφέρουν ένα τέτοιο προνόμιο. Εκείνοι, λοιπόν, που στην ιεραρχία των αιώνιων οντοτήτων στέκουν ψηλότερα απ’ όλους, έδωσαν τη δυνατότητα στο Δάντη να περιηγηθεί την κόλαση, και κατόπιν το καθαρτήριο και τον παράδεισο, προκειμένου να γνωρίσει και να ενημερώσει τους συνανθρώπους του σχετικά με το ποια θα είναι η κατάληξή τους, ανάλογα με το πώς επιλέγουν να ζήσουν την επίγεια ζωή τους.»
5.Όλο το έργο του Δάντη Αλιγκέρι «Θεία Κωμωδία» scribd


ο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου