Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσικά Όργανα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσικά Όργανα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

Αρχαία Ελληνική Μουσική - Απολλώνιος




__


 Αρχαία ελληνική μουσική
Αncient Hellenic Lyra
  
Θεραπευτική Μουσική των Ασκληπιείων - "Απολλώνιος"

Ο Μιχάλης Καραβασίλης είναι ιδρυτής του Ερευνητικού κέντρου Ελληνικής Μουσικής και Μουσικών Οργάνων "Απολλώνιος".  

Η "Φόρμιγγα"  φόρμιγξ (Αρχαία Ελληνική Λύρα), είναι το αρχαιότερο έγχορδο μουσικό όργανο των Ελλήνων και μοιάζει με άρπα.Έχει κατασκευαστεί στο ερευνητικό κέντρο αρχαίας ελληνικής μουσικής και μουσικών οργάνων- το οποίο  δημιούργησε το 1983, μόλις επέστρεψε από τις σπουδές του στην Αμερική- από τον ίδιο, με ειδικά υλικά, ακολουθώντας πιστά, τα αρχαία ελληνικά πρώτυπα. 

Απομαγντοφωνημένο απόσπασμα από εμφάνισή του σε διάλεξη ( από CaRiNa )
"Είναι μηκυναϊκή λύρα του 1400 π.Χ.
Έχουνε βρεθεί δύο εικαστικές μαρτυρίες,η μία στα φυκια στην Αργολίδα δηλαδή κάτω από τις Μυκήνες και η άλλη στα ανάκτορα της Πύλου.Είναι ασυνήθιστο όργανο. Δεν το συναντάμε σε άλλες εικαστικές μαρτυρίες. Για ποιον λόγο. Γιατί ήταν όργανο που το χρησιμοποιούσαν στα Ασκληπεία και ήτω μυστικό όργανο. Γιατί έχει δυνατότητες συντονισμού της 523. Δηλαδή,τι κάνει;Τι σημαίνει 523 αρχικά: Η 523 συχνότητα είναι η συχνότητα που συντονίζεται το σύμπαν. Λοιπόν, αυτή η συχνότητα, είναι η πυραμίδα των ήχων της δημιουργίας του σύμπαντος. Αυτή τη συχνότητα την εκπέμπει το όργανο αυτό, η οποία μέσω των χιλιοσφαίρων (του νόμου των σφαιρών του Πυθαγόρα), μπαίνουν στο ακουστικό νεύρο, και από κει διαχαίονται σ΄ όλο το σώμα και στον εγκέφαλο. Με την δονητικότητά τους, ξυπνούν νευρώνες οι οποίοι κοιμούνται και είναι υπευθυνοι για την ίαση όλου του οργανισμού μας.

Το σημείο Φ σε σχέση με τη Λύρα
Η λύρα έχει 17 χορδές. Η κάθε χορδή, αντιπροσωπεύει έναν κίονα των πλευρών του Παρθενώνα. Είναι οι ίδιες οι συχνότητες, οι οποίες εκπέμπουν οι κίονες του Παρθενώνα. Η κωνικότητά τους φθάνει στο κέντρο του βράχου και εδώ τελειώνει η αρχή της δεύτερης κιονοστοιχίας του Παρθενώνα.Δηλαδή, η δεύτερη κιονοστοιχία είναι αυτή που βλέπουμε εμείς. Κάτω είναι όλο αυτό το σύστημα, το οποίο δονείται... "



Η "θεραπευτική μουσική των Ασκληπιείων", χρησιμοποιείτω κατά την Αρχαιότητα στα Ασκλήπιεία της Ελλάδας ως θεραπεία ή μέρος της θεραπείας των ασθενών.

" Η μουσική που ακούγεται είναι ηχογράφηση από την εμφάνιση και συμμετοχή του "Απολλώνιου" (Μιχάλης Καραβασίλης),στο Φεστιβάλ Εναλλακτικών Θεραπειών και Ελληνικού Οικουμενικού Πνεύματος και 7ο Πανελλήνιο Φεστιβάλ Ρέικι, στις 21-22 και 23 Δεκεμβρίου 2012, με το ωριαίο βιωματικό σεμινάριο με τίτλο "Θεραπευτική Μουσική των Ασκληπιείων". "


Σημείωση

Μετά από επισήμανη που μου έγινε, ωφείλω να συμπεριλάβω στις παραπάνω πληροφορίες και την αναφορά στην πηγή (κάτι που παρέλειψα χωρίς πρόθεση). Συγκεκριμένα: 
Ως πηγή του ηχητικού μέρους του βίντεο καθώς και ενός αποσπάσματος κειμένου το οποίο περιέλαβα στο πεδίο των σημειώσεων/πληροφοριών (και το έχω βάλει σε εισαγωγικά), χρησιμοποιήθηκε το βίντεο Θεραπευτική Μουσική των Ασκληπιείων -"Απολλώνιος "
από τον χρήστη
ΥπερΝόησις Τηλεόραση "
το link :  http://youtu.be/Hon7crP6mpc.

_____


  " Το Απόκρυφο Μυστικό  της  Ανθρωπότητας " Ν2
Η ψυχή μας έρχεται στον ένσαρκο βίο χωρίς να την ακολουθεί το σύνολο της μνήμης της, αυτό συμβαίνει γιατί αναπτύσσει τον πέμπτο ((5)) κόμβο των αρμονικών διαστάσεων του σύμπαντος, το όλον της μνήμης μας βρίσκεται προστατευμένο στο σύνολο του πνεύματος, που και αυτό βρίσκεται σε εξέλιξη, όπως επίσης ο ένσαρκος βίος σηματοδοτείται από τον αριθμό πέντε ((5)) και επί του σώματος του Ανθρώπου μέσω των άκρων και τον δακτύλων αλλά και επί της ψυχής μέσω των αισθήσεων. Αυτό που πρέπει να βιώσει ο κάθε άνθρωπος είναι τον δικό του αστρικό χρόνο & ρυθμό, παραβλέποντας άμεσα και ταχύτατα την παγίδα του κοινωνικού ψευδοχρόνου. Ο δικός μας ο χρόνος ο πραγματικός είναι ο εσωτερικός, ο χρόνος & ο ρυθμός της ψυχής, που εκπροσωπεύει τον Συμπαντικό χρόνο, ο οποίος υπόκειται στους νόμους της Αρμονίας του Σύμπαντος. Βιώνοντας ο κάθε ένας από εμάς τον εσωτερικό του χρόνο, αρχίζει πια ενεργά να ασχολείται με τον εαυτό του και ποιο συγκεκριμένα με την ίδια τη ψυχή του, όπως λέει ο λαός παίρνει το τιμόνι στα χέρια του, για τη ψυχή θα μιλήσουμε αναλυτικά σε άλλο άρθρο. Αυτό είναι το πρώτο και το μεγαλύτερο βήμα αυτογνωσίας, δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται, με την βοήθεια συγκεκριμένης μουσικής και με ειδικευμένους ανθρώπους απλοποιείται, αυτή η μουσική διέπεται από της συμπαντικές αρμονικές δομές της πρωταρχικής δημιουργίας του σύμπαντος, μπροστά σε αυτή την δονητική και αρμονική καθαρότητα του συγκεκριμένου ήχου δεν μπορεί να αντισταθεί ο σκοταδισμός, η δυσαρμονία, η αρνητική ενέργεια κ.τ.λ. Η ψυχή μας, δηλαδή εμείς οι ίδιοι είμαστε δομημένοι με όλα τα χαρακτηριστικά του D.N.A. του Σύμπαντος, που με την σειρά του και αυτό διέπεται από τους νόμους της Αρμονίας.
Μιχάλης Καραβασίλης

__


Χρήστης Νικόλαος Μαγαλιός 

__








επιμέλεια CaRiNa

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Λύρα

   
Λύρα (μελωδία πάνω στον πρώτο πυθιόνικο του Πινδάρου)

Μεταφορτώθηκε από το χρήστη την 14 Ιούν 2010
μουσική διεύθυνση: Πέτρος Ταμπούρης


Ο Πίνδαρος, κατά τους περισσότερους ο μεγαλύτερος λυρικός ποιητής της αρχαιότητας, γεννήθηκε το 516 στις Κυνός Κεφαλές, μια κωμόπολη έξω από τη Θήβα, και πέθανε περί το 438. Οι ημερομηνίες αυτές προκύπτουν χωρίς απόλυτη βεβαιότητα από διάφορους συσχετισμούς που βρίσκουμε στα ποιήματά του και σε αρχαίες βιογραφίες του. Το πρώτο σωζόμενο έργο του χρονολογείται στα 498 και το τελευταίο στα 446, επομένως το κεντρικό γεγονός της πενηντάχρονης σταδιοδρομίας του ήταν αναμφίβολα οι Περσικοί πόλεμοι. Ο Πίνδαρος, αν πιστέψουμε μια πληροφορία που δίνει ο ίδιος σε μια ωδή του, κρατούσε από το παλιό γένος των Αιγεϊδών, ένας κλάδος του οποίου εγκαταστάθηκε στη Σπάρτη και από εκεί αποίκισαν τη Θήρα και μετά την Κυρήνη.

Ο Πίνδαρος καλλιέργησε πολλά είδη της λυρικής ποίησης· οι αρχαίοι τα χώριζαν σε 17 βιβλία ανάλογα με το είδος. Αν και σώζονται πολλά αποσπάσματα από τα άλλα βιβλία (κυρίως παιάνες) το μόνο τμήμα του έργου του που σώθηκε σχεδόν ακέραιο είναι οι επινίκιες ωδές, τέσσερα βιβλία που περιλαμβάνουν συνολικά 45 ωδές.

Το είδος της επινίκιας ωδής γνώρισε εντυπωσιακή αλλά βραχύχρονη ακμή στην αρχαία Ελλάδα και ουσιαστικά ταυτίζεται με τρεις ποιητές: τον Σιμωνίδη, που πρώτος άρχισε να συνθέτει περίτεχνες ωδές προς τιμή νικητών σε αθλητικούς αγώνες, τον ανεψιό του τον Βακχυλίδη και τον Πίνδαρο. Οι τρεις τους κινήθηκαν στους ίδιους κύκλους και ύμνησαν τους ίδιους ανθρώπους. Το 440 το είδος της επινίκιας ωδής ήταν ήδη σχεδόν νεκρό.
                                             
_____________________________ 
__________________
_________

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Άρπα






Αρχαία Μουσική

Περιγραφή

Η άρπα συμπεριλαμβάνεται στα αρχαιότερα έγχορδα όργανα. Ο παλαιότερος τύπος ήταν το τοξοειδές τρίγωνο, που διατηρούσε μέρος του βασικού σχήματος του τόξου: το ηχείο προεκτεινόταν σε έναν λαιμό ο οποίος σχημάτιζε με αυτό ένα τόξο, ενώ οι χορδές ήταν περασμένες κατά μήκος αυτού του τόξου.
Τα τοξοειδή τρίγωνα χρησιμοποιούνταν από τους Σουμέριους από το 3400 π.Χ. αλλά και από τους Αιγύπτιους ήδη από τον 26ο αιώνα. Στον ελλαδικό χώρο στην Εποχή του Χαλκού και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου το παρόν όργανο είχε ιδιαίτερα σπάνια παρουσία, μέχρι το 600 π.Χ. Στην ελληνική τέχνη, οι άρπες εμφανίζονται στο β΄ μισό του 5ου αιώνα, αν και υπάρχουν και κάποιες πρωιμότερες σχετικές αναφορές.
Στην αττική αγγειογραφία παρουσιάζονται τρεις τύποι άρπας:
  • α) η μία με αμβυγώνιες πλευρές, χωρίς μετωπιαία ράβδο, με το ηχείο να σχηματίζει ολόγυρα τόξο και να γίνεται πλατύτερο προς τα άκρα απέναντι από το λαιμό, με τις μακριές χορδές να μεταδίδουν τις ταλαντεύσεις στην περιοχή με τη μεγαλύτερη αντήχηση
  • β) ο δεύτερος τύπος ήταν ίδιος με τον προηγούμενο, διέθετε όμως μετωπιαία ράβδο
  • γ) ο τρίτος τύπος ήταν επίσης τριγωνικός με το λαιμό στο κάτω μέρος και με κάθετης φοράς χορδές, με ίσιο το ηχείο σε σχήμα αδραχτιού.
Οι αγγειογράφοι, σε συμφωνία με τις σχετικές πηγές, μας παραδίδουν άρπες με ποικίλους αριθμούς χορδών, από εννέα έως είκοσι περίπου. Στις άρπες το χόρδισμα γινόταν όπως σχεδόν και στις λύρες, με το τεζάρισμα των χορδών να ρυθμίζεται στο λαιμό του οργάνου μέσω ταινιών, κρίκων ή δακτυλίων. Τις χορδές τις τραβούσαν με τα δύο χέρια και μόνο κατ' εξαίρεση χρησιμοποιούνταν πλήκτρο.

Βιβλιογραφία

  1. West M. L., Αρχαία Ελληνική Μουσική, εκδ. Παπαδήμα, 1999 (μτφρ. Σ. Κομνηνός).

____________________




La Ghirlandata - Oil on canvas - Dante Gabriel Rossetti - c. 1873




~~*~~

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Λύρα





Το "κατεξοχήν" εθνικό όργανο της αρχαίας Ελλάδας, η λύρα ήταν επίσης το πιο σημαντικό και ευρύτερα γνωστό όργανο. Συνδεόταν στενά με τη λατρεία του Απόλλωνα, και για το λόγο αυτό περιβαλλόταν με μεγάλο σεβασμό. Χάρη στον απλό μηχανισμό και στην ιδιαίτερη και χαρακτηριστική ποιότητα του τόνου της, που ήταν ευγενής, διαυγής, γαλήνιος και αρρενωπός, η λύρα χρησιμοποιήθηκε ως το κύριο όργανο για την εκπαίδευση των νέων. Επειδή δεν ήταν πολύπλοκο ή ιδιαίτερα ηχηρό όργανο, δε χρησιμοποιούνταν σε υπαίθριες εκδηλώσεις ή διαγωνισμούς· συνδέθηκε όμως στενά με τις κοινωνικές εκδηλώσεις σε κλειστό χώρο.

Προέλευση.
Σύμφωνα μ' έναν πλατιά διαδεδομένο μύθο (πρβ. Ομηρικός Ύμνος στον Ερμή 24 κε., Απολλόδ. Βιβλιοθήκη Γ, 10, 2, σσ. 139-140 κτλ.), ο Ερμής, αμέσως μετά τη γέννησή του σ' ένα σπήλαιο της Κυλλήνης, έκλεψε κρυφά μια νύχτα τα βόδια που φύλαγε ο Απόλλωνας. Βλέποντας έξω από το σπήλαιο μια χελώνα, αφαίρεσε το όστρακό της και στερέωσε πάνω του χορδές από έντερο βοδιού· έτσι, κατασκεύασε τη λύρα (βλ. λ. χέλυς). Όταν ο Απόλλων ανακάλυψε την κλοπή και παραπονέθηκε στον Δία, ο Ερμής πρόσφερε τη λύρα στον Απόλλωνα, που μαγεύτηκε από τον ήχο της.


Η λύρα ήταν γνωστή στην Ελλάδα από την απώτερη αρχαιότητα. Μυθικοί μουσικοί και επικοί τραγουδιστές (αοιδοί), όπως ο Ορφέας, ο Θάμυρις, ο Δημόδοκος και άλλοι, συνόδευαν τα τραγούδια τους με τη λύρα, τη φόρμιγγα ή την κίθαρι.

Ο Νικόμαχος (Excerpta ex Nicomacho 1, C. v. J. 266 και Mb 29) διηγείται πως ο Ερμής, αφού κατασκεύασε την επτάχορδη λύρα, δίδαξε τον Ορφέα πώς να την παίζει· ο Ορφέας, με τη σειρά του, δίδαξε τον Θάμυρι και τον Λίνο, και ο τελευταίος τον Αμφίωνα από τη Θήβα, ο οποίος με την επτάχορδη λύρα του έχτισε τα τείχη της "επτάπυλης" Θήβας. Όταν ο Ορφέας φονεύθηκε στη Θράκη από τις Μαινάδες, η λύρα του έπεσε στη θάλασσα και παρασύρθηκε από τα κύματα ως τη Λέσβο· εκεί τη βρήκαν μερικοί ψαράδες και την έδωσαν στον Τέρπανδρο. Ο κύκλος αυτών των μύθων τείνει να καθιερώσει τη θρακική καταγωγή της λύρας.

Κατασκευή.
Η λύρα, στην αρχική της μορφή, στηριζόταν πάνω στο όστρακο μιας χελώνας, που χρησίμευε για ηχείο της· στο υλικό αυτό οφείλεται το ποιητικό όνομα χέλυς, που είχε η παλαιά λύρα. Σε κατοπινά χρόνια το ηχείο κατασκευαζόταν και από ξύλο, πάλι όμως σε σχήμα οστράκου χελώνας. Πάνω από το κοίλο μέρος, απλωνόταν τεντωμένη, για να πάλλεται, μια μεμβράνη από δέρμα βοδιού. Σε κάθε πλευρά του οστράκου δύο βραχίονες από κέρατο αγριοκάτσικου ήταν στερεωμένοι παράλληλα στο ηχείο· ήταν ελαφροί και λίγο καμπυλωτοί και λέγονταν πήχεις ή κέρατα. Οι βραχίονες αυτοί ενώνονταν ελαφρά στο επάνω τους άκρο, πάνω σε μια εγκάρσια κυλινδρική ράβδο κατασκευασμένη από πυξάρι, που λεγόταν ζυγόν ή ζυγός. Οι χορδές (χορδαί, νευραί, βλ. λ.), καμωμένες από έντερο ή νεύρα [τένοντες] (σε παλαιότερα χρόνια κατασκευάζονταν από λινάρι ή κάναβι), στερεώνονταν με κόμπο πάνω σε μια μικρή πλάκα [σανίδα], που λεγόταν χορδοτόνιον ή χορδοτόνος, στο κάτω μέρος του ηχείου· περνούσαν κατόπι πάνω από μια μικρή γέφυρα (καβαλάρης, η μαγάς), που απομόνωνε το παλλόμενο τμήμα των χορδών, και προχωρούσαν κατά μήκος του οργάνου ως το ζυγόν, όπου και δένονταν. Σε παλαιότερα χρόνια, οι χορδές δένονταν με δερμάτινο λουρί, στους κλασικούς όμως χρόνους χρησιμοποιούσαν στριφτάρια ("κλειδιά"), καμωμένα από ξύλο, μέταλλο ή ελεφαντόδοντο· τα στριφτάρια αυτά, στερεωμένα μ' ένα μηχανισμό πάνω στο ζυγόν, τέντωναν τις χορδές με περιστροφική κίνηση, και λέγονταν κόλλαβοι ή κόλλοπες. Όλες οι χορδές είχαν το ίδιο μήκος αλλά διαφορετικό πάχος και όγκο, και καθεμιά έδινε έναν ήχο·


Ο αριθμός των χορδών ποίκιλλε κατά τους ιστορικούς χρόνους· για μια μακρά όμως περίοδο οι χορδές ήταν επτά. Σύμφωνα με μερικούς συγγραφείς, η αρχαϊκή λύρα είχε τέσσερις ή κατ' άλλους και τρεις χορδές. Ο Διόδωρος Σικελιώτης (Βιβλιοθήκη Ιστορική Α', 10) γράφει ότι "ο Ερμής επινόησε τη λύρα και την έκανε τρίχορδη κατ' απομίμηση των τριών εποχών του χρόνου. Έτσι, καθόρισε τρεις ήχους, έναν ψηλό, ενα χαμηλό και ένα μεσαίο". Ο Νικόμαχος, από την άλλη πλευρά, λέει (ό.π.) πως ο Ερμής από την αρχή έκανε τη λύρα επτάχορδη. Ο Λουκιανός (Διάλογος του Απόλλωνα και τον Ήφαιστου) και άλλοι επίσης συγγραφείς επαναλαμβάνουν αυτό το μύθο, όπως παρουσιάζεται στον Ομηρικό Ύμνο στον Ερμή (στ. 51). Είναι όμως αναμφίβολο πως από την εποχή του Τέρπανδρου (8ος/7ος αι. π.Χ.), στον οποίο αποδίδεται από πολλούς συγγραφείς η εξέλιξη αυτή, η λύρα ήταν επτάχορδη. Μια παράδοση, που διατηρήθηκε ζωντανή ως τον 4ο αι. π.Χ., συνέδεε στενά τον Τέρπανδρο με την επτάχορδη λύρα. Στον ίδιο αποδίδουν μερικοί ιστορικοί και την προσθήκη της όγδοης (οκτάβας)· ο Τέρπανδρος αφαίρεσε την τρίτη (νότα τρίτη από πάνω προς τα κάτω στην επτάφθογγη αρμονία) και πρόσθεσε τη νήτη, δηλ. την όγδοη της υπάτης (mi). Ο Αριστοτέλης (Μουσ. Προβλ. XIX, 32) αναφέρεται καθαρά στην εξέλιξη αυτή: "Γιατί η όγδοη ονομάστηκε δια πασών αντί δι' οκτώ, σύμφωνα με τον αριθμό των χορδών (φθόγγων), με τον ίδιο τρόπο που λέμε δια τεσσάρων [για την τετάρτη] και δια πέντε [για την πέμπτη]; δεν είναι γιατί στους αρχαίους χρόνους οι χορδές ήταν επτά; και τότε ο Τέρπανδρος αφαιρώντας την τρίτη πρόσθεσε τη νήτη, και γι' αυτό ονομάστηκε δια πασών [ογδόη] και όχι δι' οκτώ, γιατί [οι νότες] ήταν συνολικά επτά". Μια ογδόη χορδή προστέθηκε τον 6ο αι. π.Χ.· την προσθήκη αυτή απέδωσαν μερικοί συγγραφείς στον Πυθαγόρα. Ο Νικόμαχος (Εγχειρ. 5) λέει ότι ο Πυθαγόρας πρώτος από όλους ("πάμπρωτος") πρόσθεσε την όγδοη χορδή ανάμεσα στη μέση και την παραμέση, σχηματίζοντας έτσι μια πλήρη (οκτάφωνη) αρμονία με δύο διαζευγμένα τετράχορδα: mi-re-do-si και la-sol-fa-mi. Ο Βοήθιος (Boethius, 480-524 μ.Χ.) αποδίδει την προσθήκη της όγδοης χορδής στον Λυκάονα τον Σάμιο, ενώ η Σούδα στον Σιμωνίδη. Η επτάχορδη λύρα παρέμεινε σε χρήση για μια μακρά περίοδο στους κλασικούς χρόνους.

Στην αγγειογραφία η λύρα συχνά παριστάνεται με επτά χορδές. Αν λάβουμε υπόψη ότι η λύρα ήταν στενά συνδεδεμένη με τη λατρεία του Απόλλωνα και ότι ήταν το κατεξοχήν εθνικό όργανο για την εκπαίδευση των νέων, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί ο ελληνικός λαός, όπως και ορισμένοι από τους πιο μεγάλους ποιητές και συγγραφείς -Πίνδαρος, Πλάτων, Αριστοτέλης- δεν μπορούσε να δεχτεί εύκολα καινοτομίες σχετικά μ' ένα τέτοιο ιερό όργανο. Ωστόσο, παράλληλα με τη χρήση της επτάχορδης (και της οκτάχορδης) λύρας, γινόταν χρήση και οργάνων με περισσότερες χορδές. Από τον 5ο αι. π.Χ. κιόλας εμφανίζονται λύρες (και κιθάρες) με εννιά ως δώδεκα χορδές. Η προσθήκη της ένατης χορδής αποδόθηκε στον Πρόφραστο (ή Θεόφραστο) από την Πιερία, της δέκατης στον Ιστιαίο τον Κολοφώνιο, της ενδέκατης στον Τιμόθεο (πρβ. Νικόμ. Excerpta 4). Άλλες πηγές αποδίδουν στον Μελανιππίδη και στον Τιμόθεο την προσθήκη της δωδέκατης χορδής (πρβ. Φερεκράτης, Χείρων, στον Πλούταρχο Περί μουσ. 1141D-1142A, 20).

Για τον τρόπο που παιζόταν η λύρα και τα παρόμοια όργανα έγιναν διάφορες υποθέσεις, βασισμένες κυρίως σε μαρτυρίες της αγγειογραφίας και μερικών σπάνιων φιλολογικών πηγών. Γενικά, πιστεύεται ότι οι χορδές παίζονταν με το δεξί χέρι, συχνά με πλήκτρο, μολονότι γινόταν εκτέλεση και με γυμνά δάχτυλα. Το αριστερό χέρι πιθανόν να χρησιμοποιούνταν για να σταματά τη δόνηση των χορδών· κρίνοντας όμως από τη θέση των δαχτύλων του αριστερού χεριού σε πολλές παραστάσεις αγγείων, είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε πως, χωρίς αμφιβολία, και το αριστερό χέρι έπαιζε με γυμνά δάχτυλα. Αυτό υποστηρίζεται από μερικές φιλολογικές πηγές· ο Φιλόστρατος ο νεότερος (3ος αι. μ.Χ.) στον Ορφέα (Εικόνες, αρ. 6, 1902, Τ.) λέει πως, ενώ το δεξί χέρι παίζει κρατώντας σφιχτά (απρίξ) το πλήκτρο, "η λαιά δε ορθοίς πλήττει τοις δακτύλοις τους μίτους" (το αριστερό χέρι χτυπά τις χορδές με όρθια δάχτυλα [κατευθείαν]).

Βλ. επίσης, Αμφίων στις Εικόνες του πρεσβύτερου Φιλόστρατου (Philostrati Majoris Imagines, αρ. 10)· επίσης, Otto Gombosi, Die Tonarten und Stimmungen der antiken Musik, Κοπεγχάγη 1939, 116-122· Κ. Sachs Hist. 132-133.

Η χαμηλότερη χορδή (υπάτη) ήταν τοποθετημένη στο πιο μακρινό από τον εκτελεστή άκρο και η ψηλότερη (νήτη) στο πλησιέστερο (βλ. τα λ. ονομασία, υπάτη, νήτη).

Το κούρδισμα της λύρας (και της κιθάρας) είναι ενα θέμα που δεν έχει οριστικά ξεκαθαριστεί, γιατί δεν υπάρχουν ικανοποιητικές αρχαίες πληροφορίες. Ο Κ. Sachs πρόσφερε μια λύση στο πρόβλημα ("Die griechische Instrumentalnotenschrift", Zeitschrift fur Musikwissenschaft VI, 1924, 289-301, και Hist. 131-132)· σύμφωνα με τη θεωρία του αυτή, "το συνηθισμένο κούρδισμα ήταν πεντατονικό, χωρίς ημιτόνια, mi - sol - la - si - re (άλλα όχι αναγκαστικά με αυτή τη σειρά). Πρόσθετες χορδές διπλασίαζαν αυτές τις νότες προς την επάνω ή την κάτω οκτάβα, αντί να συμπληρώνουν τις νότες fa και do που έλειπαν". Το αρχικό τρίχορδο ήταν mi - la - mi (νήτη, μέση, υπάτη):

Σε αυτές τις νότες ήρθαν να προστεθούν αργότερα η παραμέση (si), και κατόπιν η παρανήτη (re) και η λιχανός (sol):

Επειδή οι δύο διατονικές νότες, fa και do, έλειπαν, όταν χρειάζονταν ημιτόνια και τέταρτα του τόνου, τα σχημάτιζαν, κατά τον Sachs, "πιέζοντας και έτσι τεντώνοντας την επόμενη χαμηλή νότα μ' ένα από τα δάχτυλα". Η θεωρία αυτή έγινε ευνοϊκά δεκτή από πολλούς μελετητές, όπως οι Η. Abert, W. Vetter, I. During, O. Gombosi και G. Reese, ενώ από άλλους έγινε δεκτή με επιφύλαξη· ο R. P. Winnington-Ingram π.χ. (στη μελέτη του, "The Pentatonic Tuning of the Greek Lyre: a Theory Examined" Cl. Quart. νέα σειρά, τ. 6, αρ. 3-4, Οξφόρδη 1956, 169-186) την εξετάζει με κριτική επιφυλακτικότητα.1

Για την εκτέλεση στη λύρα χρησιμοποιούσαν το ρήμα κιθαρίζω (βλ. λ. κίθαρις)· το ρήμα λυρίζω απαντά επίσης, αλλά πολύ σπάνια. Η λύρα κρατιόταν συνήθως λοξά, με ελαφρή κλίση προς τα εμπρός· ο εκτελεστής καθόταν συνήθως με το όργανο πάνω στα γόνατά του ή ανάμεσα στους βραχίονες του στερεώνοντας το μ' ένα δερμάτινο λουρί που λεγόταν τελαμών. Γενικά, μπορεί να λεχθεί πως η λύρα χρησιμοποιούνταν συχνότερα από τους ερασιτέχνες, ενώ η κιθάρα από τους επαγγελματίες. Σύμφωνα με πολλούς συγγραφείς, η ομηρική φόρμιγξ και η κίθαρις ήταν είδη λύρας· αυτό όμως απορρίπτεται από άλλους (πρβ. Κ. Sachs Hist. 130). Ο κατασκευαστής της λύρας λεγόταν λυροποιός και ο εκτελεστής λυριστής.

_____________________________

1. Βλ. σχετικά με τη θεωρία αυτή:
Otto S. Gombosi, στο προαναφερόμενο βιβλίο του, 166 κε.
Gustave Reese, Music in the Middle Ages, Λονδίνο 1941, 25.
Ingemar During, "Studies in Musical Terminology in the 5th Century Literature", Eranos 43 (1945) 192.
H. Abert, Pauly RE XIII, ii (XXVI) 1927, στ. 2479-2489 (ιδιαίτερα 2485), άρθρο "Lyra".
W. Vetter, Pauly RE XVI, i (XXXI) 1933, στ. 823-876 (ιδιαίτερα 851), άρθρο "Musik".
Επίσης, Samuel Baud-Bovy, "L' accord de la lyre antique et la musique populaire de la Grece moderne", Revue de Musicologie 53, 1, σσ. 3-20, Παρίσι 1967.

Βιβλιογραφία (εκτός από την αναφερόμενη στο λήμμα):
Th. Reinach, "Lyra", DAGR VI, Παρίσι 1904, 1437-1451.
Th. Reinach, La musique grecque,Παρίσι 1926, 117-121.
A. Baines, "Lyre", Grove's Dictionary of Music and Musicians V, Λονδίνο 1954, 453 κε.
F. Zaminer, "Lyra", Riemann Musik Lexikon, Sachteil, Mainz 1967, 526.
K. Sachs, Real-Lex., Hildesheim - Ν. Υόρκη 1972 (α' εκδ. 1913), 247α-248α.

Για άλλη βιβλιογραφία βλ. λ. έγχορδα.

Πηγές
Σόλωνας Μιχαηλίδης, Εγκυκλοπαίδεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής, Εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 1999, ISBN: 960-250-174-Χ


από musipedia

___________________