Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Lenin Reloaded. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Lenin Reloaded. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Alain Badiou-Δυο σεμινάρια για την παραβολή των κρατουμένων στον Λακάν



Aπό Lenin Reloaded by Αντώνης  
Αρχική δημοσίευση: Radical Desire




Alain Badiou
Δύο Σεμινάρια για την παραβολή των κρατουμένων στον Λακάν [1]

Υποκειμενοποιητική προεικόνιση, αναδρομικότητα της υποκειμενικής διαδικασίας

Σεμινάριο 3 Απρίλη, 1978

Η παραβολή των κρατουμένων. — Η μετρική της υποκειμενικής διαδικασίας. — Η υποκειμενοποιητική λειτουργία της βιασύνης. — Μια λογική διάψευση. — Το μη λεχθέν.
1. 
Για χάρη της αυτάρκειας του κειμένου θα πρέπει να ανακαλέσω στη μνήμη το ανέκδοτο του οποίου η ερμηνεία θα παγιώσει το ανεξάλειπτο της απόστασής μας από τον επινοητή του, τον Λακάν.
Όσα ακολουθούν θα πρέπει να ληφθούν ως επαγωγές εκ του απειροελάχιστου σημείου [point infime] δια του οποίου το ίδιο περνάει στο άλλο.

Τηρουμένων των αναλογιών, ας μου επιτραπεί να σημειώσω ότι η λειτουργία της ανάγνωσης που θέτω σε κίνηση εδώ είναι συγκρίσιμη με αυτή που ο Μαρξ, προκειμένου να αναγνωρίσει το μέλλον του, εφάρμοσε το 1843 στη φιλοσοφία του δικαίου του Χέγκελ.
Αναφέρομαι στο κείμενο “Ο λογικός χρόνος και η κατάφαση της προεικονιζόμενης βεβαιότητας”, το οποίο θα βρείτε στα Écrits του Λακάν μεταξύ των σελίδων 161 και 175.

Έχουμε εδώ τρεις κρατούμενους στους οποίους ένας δεσμοφύλακας, του σαδιστικού τύπου που εκτρέφεται από τους “πεφωτισμένους” δεσποτισμούς, υπόσχεται ότι θα απελευθερώσει μόνο τον έναν, υπό τον όρο ότι θα καταφέρει να αναδειχτεί νικητής μιας νοητικής δοκιμασίας στην οποία δεν διακυβεύεται τίποτε περισσότερο πέραν των ίδιων των καθαρών δυνατοτήτων του υποκειμένου.

Ως υλικό σ' αυτή τη διαδικασία χρησιμεύουν τρεις λευκοί και δύο μαύροι δίσκοι. Ένας δίσκος κρεμιέται στην πλάτη κάθε κρατούμενου με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να δει το σημάδι που έχουν οι άλλοι δύο κρατούμενοι, αλλά να αγνοεί το δικό του. Το ζητούμενο είναι ακριβώς να συμπεράνει ποιο είναι το δικό του κρίνοντας από τα άλλα δύο, με κάθε διαγωνιζόμενο να έχει πληροφορηθεί ότι υπάρχουν στο σύνολο πέντε δίσκοι, τρεις λευκοί και δύο μαύροι. Ο κρατούμενος θα δώσει σινιάλο ότι έχει βρει την απάντηση με το να βαδίσει προς την έξοδο. Φυσικά, θα ερωτηθεί αργότερα σε ό,τι αφορά την αυστηρά λογική φύση του συμπεράσματός του.

Μπορούμε να δούμε ότι αυτή η δοκιμασία απαιτεί από το άτομο να ταυτοποιήσει το διακριτικό σημείο [trait différentiel] (μαύρο ή λευκό) που το σημαδεύει και έτσι να κατακτήσει, μέσω της συμβολικής πράξης εξόδου του, το στάτους του ελεύθερου υποκειμένου.

Είναι σημαντικό το γεγονός ότι η λύση αυτή εμφανίζεται από το σημείο του Άλλου (των δύο άλλων), ο οποίος είναι ο αποκλειστικός κάτοχος κάθε συλλογιστικής υπόθεσης.

Το παιδαριώδες αυτό παιχνίδι είναι συναρπαστικό. Δεν είναι ουσιώδες, αν η εργατική τάξη είναι να γίνει το υποκείμενο μιας κομμουνιστικής πολιτικής, να μάθει πώς να αντλεί από την εμπειρία της και μόνο το διακριτικό της οικουμενικότητας που σημαδεύει την αθλιότητά της; Και δεν πρέπει, σε κάθε αποφασιστικό βήμα της ζωής μας, να αναλαμβάνουμε να στοιχηματίσουμε πάνω σε ένα όνομα, σε μια πράξη, σε ένα κλέος [gloire], το τεκμήριο της ύπαρξης των οποίων μπορούμε να αποκτήσουμε μόνο από τους άλλους; Τότε έρχεται ο καιρός που πρέπει να τους ξεπεράσουμε αρχίζοντας από την πεποίθηση ότι είναι ίδιοι και αντλώντας το συμπέρασμά μας για το τι μας σημαδεύει βασιζόμενοι στον τρόπο με τον οποίο αυτοί οι ίδιοι θα βάλουν σε εφαρμογή ένα πανομοιότυπο συμπέρασμα.

Σαν για να υπογραμμίσει το γεγονός ότι είναι από το Ίδιο που πρέπει να εκπορεύεται η πιθανή ανωτερότητα του ενός-ανάμεσα-στους-άλλους, ο δεσμοφύλακας κρεμάει έναν λευκό δίσκο ανάμεσα στους ώμους του καθένα από τους τρεις κρατούμενους.

Καθένας τους λοιπόν βλέπει δύο λευκούς δίσκους.

Η κεντρική λογική διαδικασία είναι λοιπόν η ακόλουθη: “Βλέπω δύο λευκούς δίσκους. Αν είχα ένα μαύρο δίσκο, οι άλλοι αναπόφευκτα θα έβλεπαν έναν λευκό και έναν μαύρο δίσκο. Θα έλεγαν τότε στον εαυτό τους: ‘Βλέπω έναν μαύρο και έναν λευκό δίσκο. Αν είχα μαύρο δίσκο, τότε αυτός που έχει λευκό θα έπρεπε να βλέπει δύο μαύρους. Εφόσον γνωρίζει ότι υπάρχουν στο σύνολο δύο μαύροι δίσκοι, θα συμπέραινε αμέσως ότι αυτός έχει τον λευκό. Έτσι, θα είχε ήδη αρχίσει να βαδίζει προς την έξοδο. Όμως κανείς δεν κουνιέται, άρα έχω λευκό δίσκο’. Και έτσι, θα άρχιζαν να βαδίζουν προς την έξοδο. Αλλά δεν κινήθηκαν. Άρα, εγώ έχω λευκό δίσκο.”

Παραβλέψτε προς στιγμή την αρχική σύγχυση που ίσως σας προκαλεί αυτή η κατάσταση. Θα ξεκαθαριστούν όλα βήμα-βήμα.

Ας κρατήσουμε το γεγονός ότι αυτή η λογική διαδικασία, που βασίζεται στην ιδέα “βλέπω δύο λευκούς δίσκους” είναι η ίδια και για τους τρεις κρατούμενους, αφού όλοι βλέπουν δύο λευκούς. Έτσι, αρχίζουν όλοι να βαδίζουν προς την έξοδο την ίδια στιγμή.

Τι μας λέει μετά ο Λακάν; Ότι αυτό το αρχικό βάδισμα ακυρώνει το συμπέρασμά τους. Γιατί; Αν ο Α, τη στιγμή που αρχίζει να βαδίζει, βλέπει ότι ο Β και ο Γ κάνουν το ίδιο, τότε δεν μπορεί πλέον να συμπεράνει κάτι, εφόσον η λογική του διαδικασία περιελάμβανε την υπόθεση της ακινησίας των άλλων δύο ως αποφασιστικό επιχείρημα.

Έτσι, και οι τρεις θα παγώσουν, με την ίδια ανησυχία για το ότι βιάστηκαν να φτάσουν στο συμπέρασμα.

Αλλά ο καθένας τους, βλέποντας ότι σταματούν και οι άλλοι δύο, θα ανακαλέσει άμεσα την υποτιθέμενη ανάκληση της υπόθεσής του. Γιατί αν είχαν δει έναν μαύρο και έναν λευκό δίσκο, οι άλλοι δύο δεν θα είχαν λόγο να σταματήσουν. Αν σταματούν, είναι για τον ίδιο λόγο που σταματώ και εγώ: έχουν δει δύο λευκούς και είναι ανήσυχοι εξαιτίας του πιθανού προεικονισμού της βεβαιότητάς τους.

Και έτσι και οι τρεις θα ξανάρχιζαν να βαδίζουν. 

Εδώ τελικά αποκτούμε —σύμφωνα με τον Λακάν— πέντε καταστατικούς χρόνους σε ό,τι αφορά την παραγωγή της βεβαιότητας, οι οποίοι περιοδοποιούν αυτό το οποίο αξίζει πλήρως το όνομα υποκειμενική διαδικασία — που είναι, ως αναμενόμενο, διυποκειμενική:

1. Την ακίνητη αναμονή κατά τη διάρκεια του περάσματος του χρόνου που είναι απαραίτητος για το συμπέρασμα, και τον οποίο υποθέτω ότι και ο άλλος χρειάζεται για να διαμορφώσει την εξαγωγή των συμπερασμάτων εκείνων στο τέλος των οποίων, αν εγώ είχα ένα μαύρο δίσκο, θα πήγαινε κατευθείαν στην έξοδο. Αυτός είναι ο χρόνος της κατανόησης. 

2. Το βήμα μπροστά με το οποίο αποφασίζω για το σημάδι που φέρω εγώ. Αυτός είναι ο χρόνος του συμπεράσματος.

3. Την αναπαράσταση μιας πιθανής βιασύνης, με δεδομένο ότι οι άλλοι άρχισαν επίσης να κινούνται. Την αναδρομική ανακάλυψη μιας δυνατότητας προεικόνισης της βεβαιότητας.

4. Τη μετρική παύση: τη μετέωρη στιγμή κατά την οποία όλοι ξανασταματούν. Η στάση της παύσης στους άλλους αντικειμενικοποιεί τις υποθέσεις στις οποίες βασίζεται η λογική τους.

5. Την επανέναρξη του βαδίσματος, η οποία χαρακτηρίζεται από μια βεβαιότητα που αυτή τη φορά είναι πλήρως θεμελιωμένη και βάσιμη.


Μπορείτε να δείτε ξεκάθαρα ότι η υποκειμενοποίηση που εμπλέκεται σ' αυτή τη διαδικασία παραμένει κρυμμένη μέχρι τη στιγμή του συμπεράσματος, — στιγμή η οποία, όπως επιβεβαιώνεται αναδρομικά, έχει στιγματιστεί από μια πιθανή βιασύνη. Εκεί είναι που η πράξη έρχεται στην επιφάνεια ως πλεόνασμα σε σχέση με την άλγεβρα. Μπορώ να στοιχηματίσω μόνο πάνω στον χρόνο του άλλου (στον χρόνο που παίρνει για να καταλάβει), πιεζόμενος από το πραγματικό της κατάστασης — από το γεγονός δηλαδή ότι θα απελευθερωθεί εκείνος μόνο που θα φτάσει πρώτος στην έξοδο: “Το ‘Εγώ’ για το οποίο πρόκειται καθορίζεται μέσα από την υποκειμενοποίηση του συναγωνισμού με τον άλλο, μέσα στη λειτουργία του λογικού χρόνου. Έτσι, μου φαίνεται ότι είναι αυτό που παρέχει την ουσιώδη λογική μορφή (και όχι την ούτως καλούμενη υπαρξιακή μορφή) του ψυχολογικού ‘Εγώ’” (Écrits, σ. 170).

Σύμφωνα με τα λογικά όρια, τα οποία καθορίζουν τον χώρο-θέσης [esplace] υπό τον έλεγχο του δεσμοφύλακα, το έκτοπο [2]  εδώ είναι επίσης έκχρονο, ένα πιθανό προβάδισμα, μέσω του οποίου η πράξη, το βήμα μπροστά, προεικονίζει —ίσως!— την καλά εδραιωμένη βεβαιότητα. Είναι ακριβώς αυτή η “λειτουργία της βιασύνης” που διαχωρίζει την υποκειμενοποίηση [3]  από την υποκειμενική διαδικασία [4], ενώ την ίδια ώρα την προσδένει στη δεύτερη κάτω από την αιγίδα του νόμου του Άλλου.

Αναλογιστείτε το γεγονός ότι χωρίς εξαίρεση, μια λαϊκή εξέγερση, ακόμα και μία εξέγερση που αποδεικνύεται τελικά νικηφόρα, είναι πάντοτε πρόωρη σε σχέση με την πολιτική διαδικασία που την προετοιμάζει.

Δεν υπάρχει υποκειμενοποίηση χωρίς προεικόνιση, η οποία με τη σειρά της μπορεί να μετρηθεί από την υποκειμενική διαδικασία. Είναι απόλυτα σωστό ότι “αυτό που κάνει την πράξη του συμπεραίνειν να ξεχωρίζει αναφορικά με την υποκειμενική κατάφαση που αναδεικνύει το σόφισμα είναι ότι προεικονίζει την ίδια της τη βεβαιότητα εξαιτίας της χρονικής έντασης με την οποία είναι υποκειμενικά φορτισμένη” (Écrits, σ. 171).

Αναλογιστείτε επίσης ότι η υποκειμενική διαδικασία ανάγεται στην αναδρομική θεμελίωση της υποκειμενοποίησης στα πλαίσια μιας βεβαιότητας που μόνο η υποκειμενοποίηση έχει καταστήσει εφικτή. Διότι τη στιγμή της παύσης, όταν και οι τρεις σταματούν, είναι η βιασύνη των άλλων που επερωτώ και που μου επιστρέφει την ταυτότητά τους.

Τώρα, όλα αυτά είναι απόλυτα αληθή. Όταν ο Μαρξ, ο οποίος κρίνει ότι η Κομμούνα ήταν βιαστική —υποκειμενοποιητική σε ό,τι αφορά την πολιτική της βιασύνη— την κατηγορεί για το ότι δεν προέλασε στις Βερσαλίες, το κάνει για να δείξει αναδρομικά τη φύση της βεβαιότητας (της νίκης) της οποίας η ίδια η βιασύνη θα ήταν φορέας, εφόσον αυτό μπορεί να αποκωδικοποιηθεί από τον άλλο: δηλαδή από την αρχική αταξία και την έκπληξη των κατοικούντων στις Βερσαλίες, και από την δυνατότητα μετατροπής του σφάλματος [défaut] σε λογική [raison] μέσω μιας δεύτερης εκδήλωσης βιασύνης, αυτής της στρατιωτικής επίθεσης κατά των Βερσαλιών. Έτσι η τελευταία θα μπορούσε να εμπλακεί τελικά στην υποκειμενική διαδικασία, δηλαδή, σε μια συνακόλουθη πολιτική κατεύθυνση που αποτελεί και τη μόνη επικύρωση, ως συνεκτικού υποκειμένου, της υπό έκλειψη άλγεβρας [algèbre évanouissante] των μαζών του Παρισιού.

Στην υποκειμενοποίηση, η βεβαιότητα είναι κάτι που προεικονίζεται.

Στην υποκειμενική διαδικασία, η συνεκτικότητα είναι αναδρομική.

Το να κάνεις τη βιασύνη του αγώνα να αποκτήσει συνεκτικότητα: εκεί βρίσκεται όλο το αίνιγμα του υποκειμένου.

2. 


Όμως η λακανική ερμηνεία δεν μπορεί να μας εξυπηρετήσει. Το σφάλμα της συνίσταται στο γεγονός ότι προϋποθέτει αυτό που την καθιστά αδύνατη: μια απόλυτη αμοιβαιότητα, μια αυστηρή λογική ταυτότητα ανάμεσα στους τρεις κρατούμενους.

Υποστηρίζω ότι ακόμα και αν οι τρεις είναι πανομοιότυπες λογικές μηχανές, τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν με τον τρόπο που λέει ο Λακάν. Παρακάνοντάς το έτσι με την άλγεβρα, καταργούμε την τοπολογία [5]. Δεν μπορεί τότε να υπάρξει ούτε βιασύνη ούτε αναδρομικότητα ούτε μετέωρος χρόνος.

Ο τίτλος “Λογικός χρόνος” είναι άξιος απορίας διότι αποπειράται να διασχίσει τις ασύμπτωτες συνέπειες του χρόνου, της προεικόνισης, της αιώρησης, της αναδρομικότητας, και των ανακλαστικών αποτελεσμάτων της καθαρής λογικής.

Για να νομιμοποιηθεί αυτός ο τίτλος σε συνάρτηση με ένα σύνολο θέσεων για το υποκείμενο, θα χρειαζόταν κάτι άλλο από τα αξιώματα με τα οποία ρυθμίζει ο Λακάν το παιχνίδι του.

Θα το αποδείξω.


Ας διακρίνουμε μεταξύ τριών συλλογισμών, R1, R2, R3, σε συνάρτηση με τις τρεις υποθέσεις οι οποίες είναι δυνητικά πιθανές στα πλαίσια των κανόνων του παιχνιδιού (βλέπω δύο μαύρους δίσκους, βλέπω έναν μαύρο και έναν λευκό δίσκο, βλέπω δύο λευκούς δίσκους).

R1: Βλέπω δύο μαύρους δίσκους. Αλλά, όπως γνωρίζω, υπάρχουν μόνο δύο μαύροι. Άρα έχω λευκό. Είναι συλλογισμός που θα αποκαλούσαμε άμεσο. Ο χρόνος της ματιάς.

R2: Βλέπω έναν μαύρο και έναν λευκό. Αν έχω μαύρο, τότε αυτός με τον λευκό βλέπει δύο μαύρους. Άρα, συμπεραίνει από την αρχή βάσει του R1. Στον χρόνο που παίρνει μια ματιά, θα έπρεπε ήδη να έχει ξεκινήσει. Αν δεν ξεκίνησε, δεν έχω μαύρο, έχω λευκό.

Προσέξτε ότι σε αυτό το στάδιο ο R1 εμπεριέχεται εξ ολοκλήρου μέσα στον R2. Μόνο βάσει της υπόθεσης ότι ο άλλος εκτέλεσε τον συλλογισμό R1, την αστραπιαία, διαισθητική σύλληψη του οποίου μπορώ να επικαλεστώ, μπορώ να συμπεράνω ότι αυτός θα έπρεπε να έχει ήδη φύγει απ’ το δωμάτιο.

R3: Βλέπω δύο λευκούς δίσκους. Αν έχω μαύρο, τότε οι δύο άλλοι βλέπουν έναν λευκό και έναν μαύρο. Άρα, χρησιμοποιούν εξ αρχής τον συλλογισμό R2. Θα έπρεπε να έχουν ήδη καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα. Αν δεν έχουν ήδη φύγει, τότε έχω τον λευκό δίσκο.

Και πάλι, ο R2 εμπεριέχεται στον R3, ο οποίος αρθρώνεται γύρω από το γεγονός ότι αν ο R2 ξεκινούσε την ίδια στιγμή, θα ολοκληρωνόταν πριν προλάβει ο R3 να ολοκληρωθεί, πράγμα το οποίο θα αποτελούσε ένδειξη λόγω ακριβώς της παρουσίας του άλλου (των ανταγωνιστών που αρχίζουν να κινούνται).

Όπως βλέπετε, οι τρεις συλλογισμοί δεν είναι κατά κανένα τρόπο ταυτόσημοι όσον αφορά το αποδεικτικό τους “εύρος”. Στην πραγματικότητα, συνιστούν μια αλυσίδα συμπερίληψης:

R1 ⊂ R2 ⊂ R3

Αν, όπως στην περίπτωση του ανεκδότου μας, όλοι σκέφτονται σύμφωνα με τον R3, είναι τότε προφανές ότι, κατά τη στιγμή της ολοκλήρωσης του R3, η “διάρκεια” του R2 έχει ήδη εξαντληθεί, εφόσον ο R2 είναι εσωτερικό τμήμα του R3.

Τουλάχιστον εφόσον η “ταχύτητα” συλλογισμού είναι η ίδια και για τους τρεις κρατουμένους. Αλλά ο Λακάν προϋποθέτει ρητά αυτή τη λογική ταυτότητα: “ο καθένας τους [...] ταυτίζεται με τον Α από πλευράς πραγματικού, στο μέτρο δηλαδή που καθένας τους καταλήγει ή όχι να αποφασίσει για τον εαυτό του, στο μέτρο που καθένας τους έρχεται την ίδια στιγμή αντιμέτωπος με την ίδια αμφιβολία όπως και εκείνος [ο Α]” (Écrits, σ. 164).

Υπό την προϋπόθεση αυτή, ο συλλογισμός R3 θα είχε όμως καλύψει όλα τα επιμέρους στάδια, δεδομένου του ότι αν ο άλλος συλλογιζόταν σύμφωνα με τον R2 θα είχε ξεκινήσει να κινείται πριν μπορέσω εγώ να ολοκληρώσω τον R3, ο οποίος περιέχει ως τμήμα του τον R2, και έτσι θα μου είχε ήδη παράσχει άφθονες ενδείξεις —αν και πολύ αργά!— ότι έχω πράγματι μαύρο δίσκο.

Αντίθετα, το γεγονός ότι ο άλλος δεν κινείται, εκτός αν κινηθώ εγώ, δεν μπορεί να με οδηγήσει στην αμφιβολία. Ισχύει, μάλιστα, το ακριβώς αντίθετο. Κι αυτό γιατί αποτελεί απλώς ένδειξη ότι ο άλλος συλλογίζεται, όπως κι εγώ, σύμφωνα με τον R3. Κατά συνέπεια, το συμπέρασμά μου, το οποίο ήταν ήδη βέβαιο, απλά και καθαρά επιβεβαιώνεται: πλεοναστική βεβαιότητα, και όχι αιωρούμενη αμφιβολία.

Κάτω από την υπόθεση ότι οι υποκειμενικοί υπολογισμοί είναι ισομορφικοί και ότι έχουμε να κάνουμε με υποκείμενα που είναι από αλγοριθμική σκοπιά ταυτόσημα, μπορεί να υπάρξει μόνο μία και μόνη ταυτόχρονη κίνηση προς τα εμπρός και των τριών προς την έξοδο, η οποία επικαθορίζει τη βεβαιότητα που αντλεί ο καθένας τους από την ολοκλήρωση, και δίχως μάλιστα να απαιτείται προς τούτο κάποια άλλη ένδειξη, του συλλογισμού R3.

Από εκεί και πέρα, θα έχεις ένα και μόνο χρόνο, αυτόν της εκδίπλωσης του R3, μεταβατικό ως προς την καταληκτική πράξη του συμπεράσματος.

Τόσο η περιοδοποίηση της υποκειμενικής διαδικασίας όσο και η υποκειμενοποίηση λοιπόν διαλύονται ταυτόχρονα.

Επειδή δεν υπάρχει βιασύνη.

Φυσικά η περιοδοποίηση είναι ακριβής και η υποκειμενοποίηση υπαρκτή.

Συνεπώς, θα πρέπει να υπάρχει κάτι που δεν λέει ο Λακάν. Αυτό το αποσιωπημένο παραπλήρωμα εντοπίζεται εκεί ακριβώς όπου είναι πλέον αναγκαίο να υποθέσουμε ότι για να διασχίσουμε την χρονική τοπολογία και την υπολογιστική άλγεβρα, για να εξηγήσουμε τη βιασύνη, είναι απαραίτητο να υποστηρίξουμε ότι η ετερογένεια της δύναμης [6]  υπερβαίνει την σύνδεση των τόπων [7].

Κάνοντας υπερβολικές παραχωρήσεις στην άλγεβρα, καταλήγουμε στον εκτοπισμό του έκτοπου και στη βεβιασμένη παραμέληση του έκχρονου.
“Με βιάση! Με βιάση!
Ν’ ακουστεί ο λόγος του ζωντανού!”
Σεμινάριο 10 Απρίλη 1978

Ποιοτική λειτουργία του καθ’ υπόθεση ηλίθιου. — Η επάνοδος στη σκηνή της δύναμης. — Γειτνιάσεις και υποκειμενοποιητική αναστολή. — Τέσσερις έννοιες, δύο χρόνοι, δύο τροπικότητες.

1.
Γνωρίζουμε τώρα το εξής: είτε ο υποκειμενικός υπολογισμός θα ακολουθεί τον αλγεβρικό κανόνα από την αρχή ως το τέλος, στην οποία περίπτωση δεν θα υπάρχει ούτε προεικόνιση ούτε αναδρομικότητα, είτε θα υφίσταται τόσο μια βιαστική υποκειμενοποίηση όσο και μια υποκειμενική διαδικασία [procès subjectif] της βεβαιότητας· αλλά τότε θα πρέπει να τεθεί εξ αρχής ως υπόθεση το δεδομένο της μη ταυτότητας. Ποιο από τα δύο ισχύει;

Αν όταν ο άλλος αρχίζει να κινείται εγώ σταματήσω, με τη συναίσθηση ότι ίσως βιάστηκα, αυτό συμβαίνει επειδή υποθέτω ότι ενώ εγώ συλλογιζόμουν σύμφωνα με τον R3 ο άλλος ίσως να μην κατάφερε να ολοκληρώσει παρά μόνο τον R2, παρ’ όλο που ο R2 είναι τμήμα του R3.

Στο πεδίο της εμπειρίας περιλαμβάνεται συνεπώς το δεδομένο ότι κάθε υποκείμενο αναγνωρίζει το ενδεχόμενο της μη ταύτισής του με τον οποιοδήποτε άλλο — εν προκειμένω, το γεγονός της ύπαρξης διαφορετικών συλλογιστικών «ταχυτήτων».

Η συναίσθησή μου της βιασύνης προκύπτει εδώ από τη διαπίστωση ότι ο άλλος ενδέχεται να είναι ηλίθιος.

Βλέπετε ότι το ζητούμενο, παρά το ότι μπορεί να υπολογισθεί βάσει του αλγορίθμου (βάσει δηλ. της ταχύτητας εκτέλεσής του), δεν μπορεί τελικά να αναχθεί σ’ αυτόν.

Η αμφιταλάντευσή [halte] μου και, συνεπώς, η όλη περιοδοποίηση της διαδικασίας πηγάζουν από την συνοδεύουσα την πράξη αντίληψη ότι σε κάθε υποκειμενικό καθορισμό υπεισέρχεται πάντα ένα ποιοτικό στοιχείο.

Η βιασύνη μου, η αμφιταλάντευσή μου. Αν εξαλειφθεί το στοιχείο της αμφιβολίας σε ό,τι αφορά την διαφορική ετερογένεια του άλλου, θα είναι τότε αδιανόητη οποιαδήποτε βιασύνη.

Στο σημείο αυτό, βεβαίως, παρουσιάζεται ένα επιπλέον στοιχείο το οποίο, αν και αναπόσπαστο τμήμα του αλγορίθμου, υπακούει σε αρχές που δεν εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο του τελευταίου: πρόκειται για το ζήτημα της εγγύτητάς μου στον άλλο, που εδώ αντιστοιχεί στην διαφορά R3-R2, όπου το ενδεχόμενο της νοητικής καθυστέρησης του συναδέλφου μου ως προς την συλλογιστική του ταχύτητα μού επισημαίνει την ανάγκη να τηρήσω στάση επιφύλαξης, εάν τυχόν αυτός αρχίσει πρώτος να βαδίζει.

Ενώ, βεβαίως, το γεγονός ότι αυτός αρχίζει να βαδίζει πρέπει να ιδωθεί μέσα από το πρίσμα της άλγεβρας, μέσω της οποίας συναρτάται προς την δική μου συλλογιστική πορεία, οφείλει ωστόσο να εξεταστεί και από την οπτική της τοπολογίας, η οποία, γύρω από το πεδίο εκδίπλωσης του εν λόγω συλλογισμού, ορίζει ένα σύνολο υποκειμενικών γειτνιάσεων (ταχύτητας, βιασύνης, ηλιθιότητας…), μέσω των οποίων προχωρώ στην αξιολόγηση του άλλου.

Θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, πέρα από τη δοκιμασία του αλγορίθμου, ο “συναγωνισμός”, στον οποίο αναφέρεται ο Λακάν, επιβάλλει στο υποκείμενο και την υποχρέωση μιας ποιοτικής προσοχής στο παίγνιο της διαφορικής δύναμης, η οποία συρράπτεται στον συλλογισμό από τη στιγμή που εκείνο που διακυβεύεται είναι η ίδια η πράξη.

Για να το θέσω ακόμα καλύτερα, θα πρέπει να αντιλαμβάνομαι το υποκείμενο — πράγμα που άλλωστε είχα επισημάνει εξ αρχής — ως συνέπεια ενός εξαγνισμού [9]  της δύναμης στα πλαίσια της εντατικής προσπάθειας επίλυσης του αλγορίθμου.

Η υποκειμενοποίηση λειτουργεί στα πλαίσια της δύναμης μέσω της οποίας ο τόπος (δηλ. το συμπέρασμα που αντλώ από τον R3) μεταβάλλεται.

Το αφήγημα εκτυλίσσεται με τον τρόπο που υποδεικνύει ο Λακάν, μόνον εφόσον γίνει η παραδοχή ότι υφίσταται ένα πεδίο πιθανών γειτνιάσεων που μεταδίδοντας μια ποιοτική αβεβαιότητα σε όλα τα στάδια του αλγορίθμου παράγει αναγκαστικά την περιοδοποίηση της υποκειμενικής διαδικασίας — τον μετέωρο χρόνο.

Από πού προκύπτει η εμμενής αυτή τοπολογία που έρχεται και διακόπτει έναν αλγόριθμο ο οποίος, χωρίς την παρεμβολή της, θα οδηγούσε απαρέγκλιτα στο αυτόματο και αληθές του συμπέρασμα;

Από το γεγονός ότι ο χώρος θέσης [10] είναι πάντοτε ήδη ο χώρος του υποκειμενικού.

Κάνοντας την υπόθεση ότι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο άλλος ενδέχεται να παραπέμπει σε μια διαφορά δύναμης, υπάγω την εμπειρία μου στην έννοια ότι κάθε κατάληψη θέσης αποκαθιστά τον νόμο στη βάση του έκτοπου.

Η ένδειξη της ύπαρξης αυτής της διαφοράς διανοητικής δύναμης θα ήταν η σωτηρία μου, εφόσον, βεβαίως, ο δεσμοφύλακας θα με απελευθέρωνε στο τέλος της νικηφόρου και έλλογης εξόδου μου. Αλλά η διαφορά αυτή θα πρέπει να δομεί εξ αρχής το σύνολο του πεδίου, ως απαραίτητη έννοια του υποκειμένου, ούτως ώστε να δύνανται τα βήματα των ανταγωνιστών μου να σημασιοδοτηθούν ως προειδοποιητική ένδειξη.

Στο πλαίσιο της διαφορικότητας των δυνάμεων το υποκειμενικό προηγείται πάντοτε του εαυτού του.

Η προεικόνιση του υποκειμένου το οποίο τελικά θα με υποκαταστήσει στην κατάσταση βεβαιότητας είναι μόνο δυνατή μέσω της αποτίμησης του άλλου και, πιο συγκεκριμένα, βάσει της παραδοχής ότι το εν λόγω υποκείμενο βρίσκεται ήδη εκεί, ενώ η αναδρομική του θεμελίωση είναι εφικτή μόνο στο μέτρο που αυτό, μέσω των συνεπειών της βιασύνης, θα έχει αποκτήσει, εκ της θέσεώς του, τον έλεγχο της αντίφασης των δυνάμεων.

2.
Τέλος, στο στοιχείο της βιασύνης διακρίνω την εμφιλοχώρηση μιας τοπολογίας στη λειτουργία μιας άλγεβρας. Η συνεκτικότητα του υποκειμένου απορρέει από το γεγονός ότι το υποκείμενο έχει εδραιώσει την αιτία του στο στοιχείο τόσο της αταξίας όσο και της τάξης.

Κι αυτό γιατί ο ηλίθιος ενσαρκώνει μια συλλογιστική αταξία, έτσι δεν είναι;

Όπως λέει ο Μάο: “Είναι έξοχο πράγμα οι ταραχές.” [11]  Θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι εκεί βρίσκεται το μυστικό της συνεκτικότητας.

Παρ’ όλα αυτά, αν η βιασύνη δεν μπορεί να εξαχθεί ως συνέπεια του αλγόριθμου, αν —όπως υποστηρίζει ο Λακάν— δεν υπάρχει καθαρά λογική λειτουργία της βιασύνης, λόγω του ότι η λειτουργία της είναι τοπολογική, τότε με ποιο τρόπο πρέπει να προσδιοριστεί η δυνατότητά της;

Αν το βήμα του άλλου είναι εκείνο που με παρωθεί στη δυσπιστία, υπενθυμίζοντάς μου το γεγονός ότι ίσως κατέχει μια διαφορετική δύναμη από ό,τι εγώ, αυτό οφείλεται στο ότι δεν το σκέφτηκα νωρίτερα, στο ότι μου ήταν αδύνατο να το σκεφτώ.

Πώς θα μπορούσα, άλλωστε, να το κάνω, αφού η έκταση της διαφοράς μου από τον άλλο, καθοριζόμενη τοπολογικά, δεν υπάγεται σε κανένα σταθερό χρονικό μέτρο, αφήνοντάς με πάντοτε σε απορία, όσον αφορά το αν και κατά πόσο ο καθ’ υπόθεση ηλίθιος κινδυνεύει να χαθεί ακόμα και στις πιο απλές συλλογιστικές υποθέσεις;

Κατά την πρώτη στιγμή της συλλογιστικής μου παύσης, η πεποίθηση για τις διαφορετικές δυνάμεις που εμπλέκονται δεν μου χρησιμεύει σε τίποτα, λόγω του ότι είναι αδύνατο να υπαχθεί σε οποιαδήποτε έλλογη αποτίμηση της εν χρόνω εγγραφής της.

Συνεπώς, είναι σωστό να ξεκινήσω μόλις έχω ολοκληρώσει τον R3, έτσι ώστε η λογική των γειτνιάσεων να λειτουργεί μόνο σε συνάφεια με τα βήματα του άλλου.

Λαμβάνουμε ως δεδομένο ότι η λογική των γειτνιάσεων είναι αναπόσπαστη από το πραγματικό. Η βιασύνη, η οποία δεν συνάγεται λογικά από το συμβολικό, συνιστά την τροπικότητα με την οποία το υποκείμενο υπερβαίνει το συμβολικό, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο του πραγματικού.

Κατ’ αρχάς, το πραγματικό της κίνησης του άλλου, αντί να με κάνει να επιταχύνω, με κάνει να σταματώ.

Αλλά, ουσιαστικότερα, το πραγματικό ορίζει το διακύβευμα, δηλαδή, το ίδιο το υποκείμενο ως ελεύθερο υποκείμενο.

Βιάζομαι για τον απλό λόγο ότι το να είμαι ο πρώτος που θα εξέλθει είναι το μόνο πραγματικό που έχει σημασία. Η πράξη έχει το προβάδισμα έναντι του συλλογισμού. 

Βλέπετε, σ’ αυτό το προβάδισμα έγκειται το όλο μυστικό της υποκειμενοποίησης. Όταν ξεσπά η λαϊκή εξέγερση, αυτό δεν οφείλεται ποτέ στο ότι έφτασε η υπολογίσιμη στιγμή της εξέγερσης, αλλά στο ότι δεν αξίζει πλέον να κάνεις οτιδήποτε άλλο απ’ το να εξεγερθείς. Είναι αυτό που έλεγε ο Λένιν: υπάρχει επανάσταση όταν ‘οι από κάτω’ δεν θέλουν να συνεχίσουν όπως πριν και είναι πλέον πασιφανές ότι αξίζει περισσότερο να πεθάνεις όρθιος παρά να ζεις με το κεφάλι σκυμμένο. [12]

Το ανέκδοτο μάς αποκαλύπτει ότι αυτό το οποίο υποκειμενοποιεί είναι η αναστολή ενός αλγόριθμου και όχι η ενεργοποίηση του.

Όσο για την υποκειμενική διαδικασία, ο ρόλος της εξαντλείται στην ανασύσταση της αλληλουχίας από τη σκοπιά της αναστολής. Δεν συνίσταται ποτέ στη διαιώνιση του αλγόριθμου, διότι η είσοδος της δύναμης στη σκηνή καταλύει τον νόμο στον οποίο η δύναμη οφείλει το ότι παραμένει στη θέση που της έχει αντιστοιχηθεί.

Το ίδιο συμβαίνει και με το κόμμα, η πολιτική συνεκτικότητα του οποίου αλλάζει αμετάκλητα μέσω της δοκιμασίας της μαζικής εξέγερσης.

3.
Η βιασύνη είναι διαιρέσιμη.


Μπορώ να εξέλθω, χωρίς καν να χρειαστεί να λάβω υπόψη την ποιοτική διαφορά του άλλου, αφενός μεν επειδή το πραγματικό μου ασκεί αφόρητη πίεση, αφετέρου δε επειδή ο χώρος της τοπολογικής αυθεντίας είναι ανύπαρκτος. Λόγω του πάθους μου για την ελευθερία μπορώ να εμπιστευτώ την τύχη μου στον συντομότερο αλγόριθμο και να μην ανεχτώ καμία αναστολή.

Συμβαίνει κάπως έτσι: κατακυριευμένος από το πραγματικό, που αποκτά τη ζωτική σημασία του διακυβεύματος, επικαλούμαι αποκλειστικά τον νόμο, που όμως αποτυγχάνει να με στηρίξει μέχρι τέλους.

Αν παρακάμψω το αμφίσημο μήνυμα της αναχώρησης του άλλου, τρέχοντας ασθμαίνοντας προς την έξοδο, χωρίς όμως να αξιολογήσω την διαιρέσιμη σημασία αυτού του μηνύματος, τότε χωρίς αμφιβολία υποκειμενοποιώ, αλλά αποκλειστικά και μόνο βάσει των επαγωγών μιας άκαμπτης και άψυχης άλγεβρας. Προσκολλώμαι επίμονα στον R3, παραβλέποντας τη λογική των γειτνιάσεων.

Από μια άλλη άποψη, αναγνωρίζουμε εδώ την αγωνία, την σημαντική αυτή έννοια την οποία έχουμε ήδη παρουσιάσει. 

Υπό το πρίσμα της συναφούς υποκειμενικής διαδικασίας ο δεσμοφύλακας θα εμφανιστεί ως εκείνος που κρατάει το κλειδί της ίδιας μου της ύπαρξης. Προς το μέρος του τρέχω ασυλλόγιστα επαιτώντας την απελευθέρωσή μου. Αν, όντως, ο κρετίνος συλλογιζόταν με βάση τον R2, το γεγονός ότι εξαιτίας του θα κατέληγα πάλι πίσω από τα κάγκελα θα έκρυβε μια θλιβερή αλήθεια. 

Η αγωνία (ως υποκειμενοποίηση) επικαλείται το υπερεγώ (πράγμα που αντιστοιχεί εδώ στην υποκειμενική διαδικασία).

Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή της βιασύνης, η οποία βρίσκει στήριγμα σε μια στρατηγική προεικόνιση, χωρίς όμως να καταλήγει στη θεμελίωση βεβαιότητας. Στη δεδομένη περίπτωση, αποκτώ στιγμιαίο προβάδισμα στοιχηματίζοντας πάνω στο πραγματικό.

Αν για παράδειγμα, σκεφτώ, ως τοπολόγος, ότι οι ανταγωνιστές μου είναι λίγο πολύ ισάξιοί μου, τότε ο μόνος τρόπος να ξεφύγω είναι να μην περιμένω μέχρι το τέλος της συλλογιστικής διαδικασίας, την οποία, διαφορετικά, θα ολοκλήρωναν την ίδια στιγμή με μένα. Τότε λογαριάζω ότι το πιθανό αναποφάνσιμο της έκβασης είναι εκείνο από το οποίο πρέπει να λυτρωθώ δυνάμει μιας θεμελιώδους υποκειμενικής πίστης στο ότι ο συλλογισμός μου θα ολοκληρωθεί ενώπιον του διευθυντή της φυλακής.

Στο κάτω-κάτω, αυτό και μόνο έχει σημασία.

Η νίκη ανήκει σ’ εκείνον που καταφέρνει να πάρει το πάνω χέρι κάνοντας λογαριασμούς στο γόνατο.

Έχουμε ήδη συναντήσει αυτή την ξαφνική ταλάντευση μέσω της οποίας αναλαμβάνω τον κίνδυνο του πραγματικού, χωρίς όμως να καταφεύγω στην αμετακίνητη χρονικότητα του νόμου: το όνομά της είναι θάρρος.

Οι δύο γενολογικές μορφές της υποκειμενοποίησης είναι η αγωνία και το θάρρος.
 

Προσέξτε ότι η πράξη παραμένει η ίδια. Η βιασύνη είναι η μορφή του Ενός που αντιστοιχεί στη σχάση αγωνίας/θάρρους. Αλλά οι δύο αυτές υποκειμενικές τροπικότητες αντιδιαστέλλονται μεταξύ τους, στο μέτρο που η αγωνία παρακωλύει τη λειτουργία ενός άκαμπτου νόμου υπό τη δράση ενός πλεονάσματος του πραγματικού, ενώ το θάρρος στοιχηματίζει στο πραγματικό υπό τη δράση ενός προεικονισμένου υπολογισμού. 

Στην περίπτωση δε μιας θαρραλέας υποκειμενοποίησης, ο διευθυντής της φυλακής δεν είναι εκείνος από τον οποίο προσδοκώ τη σωτηρία μου. Θα πρότεινα μάλλον ότι η πλεονασματική μου σχέση έναντι κάθε υπολογισμού, ό,τι δηλ. διακινδυνεύω στοιχηματίζοντας πάνω στο πραγματικό, κατισχύει του ίδιου του νόμου. Η πίστη είναι εκείνη που με επαναφέρει στον εαυτό μου, εφόσον θα έχω πλέον αποκτήσει την πεποίθηση ότι στο απώτερο μέλλον η υποκειμενική διαδικασία θα ανασυνθέσει ένα κόσμο στον οποίο ο νόμος οφείλει να μαραζώσει. 

Το θάρρος επικαλείται τη δικαιοσύνη. 

Είναι κατ’ αυτόν τον τρόπο που οι δύο υποκειμενοποιητικές εκδοχές λαμβάνουν τα ονόματά τους, σε συνάρτηση δηλαδή προς τη διττή υπόσταση της υποκειμενικής διαδικασίας. 

Υπάρχουν τέσσερις θεμελιώδεις έννοιες (αγωνία, θάρρος, δικαιοσύνη, υπερεγώ), δύο χρονικότητες (υποκειμενοποίηση, υποκειμενική διαδικασία), και δύο τροπικότητες: η τροπικότητα ψ, η οποία συνδέει την αγωνία με το υπερεγώ, και η τροπικότητα α, η οποία συνδέει το θάρρος με την δικαιοσύνη. 

Κατά το μέτρο που συνιστά τοπολογική διασάλευση μιας άλγεβρας, το υποκείμενο υλοποιείται στην πράξη ως σχάση των τροπικοτήτων ψ και α.

Μετάφραση: Αντώνης Μπαλασόπουλος

___________________________


 

Σημειώσεις

[1] Σ.τ.Μ: Για την παρούσα μετάφραση χρησιμοποιήθηκε τόσο το γαλλικό πρωτότυπο στο Théorie du sujet, Παρίσι, Seuil, 1982, όσο και, κατ’ αντιπαράθεση, η αγγλική μετάφραση του Bruno Bosteels στο Theory of the Subject, Λονδίνο, Continuum, 2009. Οι ακόλουθες υποσημειώσεις συνιστούν μεταφράσεις αποσπασμάτων από τις εισαγωγικές ορολογικές επεξηγήσεις και υποσημειώσεις του Bosteels από την αγγλική έκδοση. Ευχαριστώ θερμά τον Δήμο Κ. για την πολύτιμη συνδρομή του στην μετάφραση ορισμένων σημαντικών σημείων από τα γαλλικά και για την γενικότερη συμβολή του στην μεταφραστική επιμέλεια του κειμένου.
[2] Έκτοπο (γαλ. horlieu, αγγ. outplace): Πρόκειται για νεολογισμό ή σύνθετη λέξη που βασίζεται στην σύντμηση του hors-lieu, “εκτός τόπου”, ή “εκτός θέσης”, όπως όταν κάποιος είναι hors-jeu, οφσάιντ, στο ποδόσφαιρο. [...] Γενικότερα, το horlieu στον Μπαντιού αντανακλά τη λογική του “μη χώρου” ή non lieu και την διάδρασή του με τα lieux ή τόπους μιας δεδομένης δομής, κάτι που είναι βασικό για τη μετάβαση από τον δομισμό στον μεταδομισμό για γάλλους στοχαστές τόσο διαφορετικούς όσο είναι οι Ρολάν Μπαρτ, Μισέλ Φουκώ, Ζακ Ντεριντά, Ζακ Ρανσιέρ και Μισέλ ντε Σερτώ, πριν αποπολιτικοποιηθεί στην ανθρωπολογική εργασία του Μαρκ Οζέ.
[3] Υποκειμενοποίηση (γαλ., αγγ., subjectivation): Όρος που συνιστά άμεσο και ρητό δάνειο από τον Λακάν για να δηλώσει μια από τις δύο όψεις ή χρονικότητες του υποκειμένου, δηλαδή τον βιαστικό, ελαφρώς υστερικό και συχνότερα βραχύβιο χρόνο της αναστολής και της καταστροφής, ο οποίος σύμφωνα με την Θεωρία του υποκειμένου παίρνει τη μορφή είτε της αγωνίας είτε του θάρρους.
[4] Υποκειμενική διαδικασία (γαλ. processus subjectif ή procès subjectif, αγγ. subjective process): Όρος που συνιστά άμεσο και ρητό δάνειο από τα Écrits του Λακάν για να δηλώσει μία από τις δύο όψεις ή χρονικότητες του υποκειμένου, δηλαδή, τον ανθεκτικό, διαρκή, και συχνότερα επίμοχθο χρόνο της ανασύνθεσης ο οποίος δίνει συνεκτικότητα σε ένα υποκείμενο, είτε με τη μορφή μιας νέας μορφής δικαιοσύνης, είτε με την μορφή του τρομακτικού καλέσματος στην τάξη εκ μέρους του υπερεγώ. Η άλλη στιγμή ή ο άλλος χρόνος του υποκειμένου είναι η υποκειμενοποίηση.
[5] Τοπολογία (γαλ. topique, αγγ. topology): Όρος που χρησιμοποιείται στο Θεωρία του υποκειμένου πρώτον, για να δηλώσει τις αντίστοιχες “τοπολογίες” ή “τοπογραφίες” του Μαρξ και του Φρόυντ για το ταξικό υποκείμενο και για το ασυνείδητο και, έπειτα, για να χαρτογραφήσει τις διαφορετικές λογοθετικές πρακτικές της ‘ηθικής’ στο τελευταίο τμήμα του βιβλίου, που έχει τίτλο Topiques de l' éthique. [...] Ο Μπαντιού έχει επίσης κατά νου και συζητά ανοιχτά τις τοπολογικές έρευνες του Λακάν κατά τα τελευταία του σεμινάρια. Ίσως να υπάρχει ακόμη μια μακρινή ηχώ της μεγάλης εργασίας στη δομική ανθρωπολογία του Κλωντ Λεβί-Στρως, του Θλιμμένοι τροπικοί.
[6] Δύναμη (γαλ., αγγ., force): Το συμπλήρωμα της ιστορίας στη δομή των επιμερισμένων τόπων, η δύναμη είναι ένας όρος που έρχεται πρώτα από την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ, ο οποίος, στη διάρκεια του επιχειρήματος που αναπτύσσεται στη Θεωρία του υποκειμένου θα φτάσει να σηματοδοτεί αυτό που ο Μπαντιού θα συζητήσει αργότερα συστηματικά με όρους “συμβάντος.” Ήδη στη Θεωρία της αντίφασης, η δύναμη βρίσκεται σε αντίθεση με τον τόπο.
[7] Τόπος (γαλ. lieu, αγγ. place): Το δομικό στοιχείο το οποίο καθορίζει την φύση και ταυτότητα οποιουδήποτε πράγματος, όπως ορίζεται από τον γενικό χώρο των επιμερισμένων τόπων.
[8] Φράση του Σεν-Ζον Περς [Saint-John Perse], από το ποίημα Vents [Άνεμοι], Flammarion, 1968, άσμα δεύτερο. Γαλλικό πρωτότυπο: “Se hâter! Se hâter! Parole de vivant!”
[9] Εξαγνισμός [γαλ. épuration, αγγ. purification, purging]: Όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την διαδικασία μέσω της οποίας η δύναμη —και γενικότερα, το υποκείμενο— επανεπεξεργάζεται το σύστημα τόπων που αλλιώς θα καθόριζει την ταυτότητά της ως αυτή ή την άλλη δύναμη: αυτό ή εκείνο το υποκείμενο. Ο όρος προφανώς θα μπορούσε να μεταφραστεί ως “εκκαθάριση”, αλλά οι σταλινικές αντηχήσεις του όρου, αν και δεν απουσιάζουν ποτέ εντελώς, δεν θα πρέπει να αφεθούν να κυριαρχήσουν στην ερμηνεία του όρου στη Θεωρία του υποκειμένου. Στον Αιώνα, ο Μπαντιού θα συζητήσει τον δρόμο της καταστροφής και του εξαγνισμού, περιλαμβανομένων των σταλινικών του ακροτήτων, σε αντίθεση με τον δρόμο της υφαίρεσης και της ελάχιστης διαφοράς. Ακόμα και εδώ, πάντως, επιμένει ότι ο εξαγνισμός και οι εκκαθαρίσεις, περιλαμβανομένης της αποκήρυξης των προδοτών και της σεχταριστικής άμυνας κόντρα σε παρεκκλίσεις και αιρέσεις κάθε είδους, είναι κοινές πρακτικές σε όλον τον εικοστό αιώνα σε πολλές ομάδες της πρωτοπορίας, από τον σουρεαλισμό υπό την ηγεσία του Αντρέ Μπρετόν στους σιτουασιονιστές υπό την ηγεσία του Γκυ Ντεμπόρ, καθώς και σε ψυχαναλυτικές ομάδες, από τον Φρόυντ στον Λακάν.
[10] Χώρος θέσης (γαλ. esplace, αγγ. splace): Πρόκειται για νεολογισμό ή σύνθετη λέξη που βασίζεται στην σύντμηση του espace de placement, του “χώρου της θέσης”. Μπορεί να εννοηθεί ως σχεδόν συνώνυμο της “δομής” ή ακόμα και της “συμβολικής τάξης”, αν και δεν υπάρχει αυστηρός παραλληλισμός ούτε με τον Αλτουσέρ ούτε με τον Λακάν. Αυτό το οποίο ο Μπαντιού καλεί “κατάσταση της περίστασης” [state of the situation] στο Το Είναι και το Συμβάν και “κόσμο” στο Λογικές των Κόσμων ανταποκρίνονται επίσης χονδρικά στον “χώρο θέσης” στη Θεωρία του υποκειμένου.
[11] Πρόκειται για αναφορά στη διάσημη ρήση με την οποία ο γέρο-Μάο συνήθιζε να αναφέρεται στην διεθνή κατάσταση κατά τη διάρκεια της Πολιτισμικής Επανάστασης. Δημοσιεύτηκε στην Renmin Ribao (Λαϊκή Καθημερινή) στις 9 Νοέμβρη 1967: “Υπάρχει μεγάλη αναταραχή κάτω απ’ τον ουρανό και η κατάσταση είναι έξοχη” [Tianxia da luan, xinghsi da hao]. Η κινεζική έννοια της “αταξίας”, luan, που μπορεί επίσης να αποδοθεί ως “οχλήσεις”, “αναταραχές”, ή “χάος”, συνήθως αποδίδεται ως “ταραχές” [troubles] στα γαλλικά.
[12] Πρόκειται, πιθανότατα, για αναφορά στο φυλλάδιο του 1920 του Λένιν, Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, στον τόμο 31 των Απάντων του: “Ο βασικός νόμος της επανάστασης, ο οποίος και έχει επικυρωθεί από όλες τις επαναστάσεις και κυρίως από τις τρεις ρωσικές επαναστάσεις του 20ου αιώνα, είναι ο εξής: για να λάβει χώρα μια επανάσταση δεν είναι αρκετό για τις εκμεταλλευόμενες και καταπιεζόμενες μάζες να συνειδητοποιήσουν το ανέφικτο του να συνεχίσουν να ζουν με τον παλιό τρόπο και να ζητήσουν αλλαγές· για να λάβει χώρα μια επανάσταση είναι βασικό να μην μπορούν οι εκμεταλλευτές να ζήσουν και να διοικήσουν με τον παλιό τρόπο. Μόνο όταν οι ‘κατώτερες τάξεις’ δεν θέλουν να ζήσουν με τον παλιό τρόπο και οι ‘ανώτερες τάξεις’ δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν
__________________________


Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012

Bertolt Brecht-Η τρύπα στα παπούτσια του Λένιν










Bertolt Brecht
Η τρύπα στα παπούτσια του Λένιν



Εσύ, που σμιλεύεις ένα άγαλμα του Λένιν
είκοσι μέτρα ψηλό, στο Μέγαρο των Συνδικάτων
Να μην ξεχνάς πως στο παπούτσι του
είχε μια τρύπα, σημάδι φτώχειας -- πολλοί το μαρτυρούν.
Ακούω βέβαια πως κοιτάζει
προς Δυσμάς, όπου ζουν πολλοί, που στην τρύπα απ' το παπούτσι του
θα αναγνωρίσουν τον Ίλιτς
ως έναν απ' αυτούς.

(1935)
____________


from Lenin Reloaded


Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

Alain Badiou-Για Σήμερα: Πλάτωνας! (19/11/2008)

  

from Lenin Reloaded

Ανοικτό σεμινάριο τού Αλαίν Μπαντιού (2008-2009)
[Σημειώσεις τού Ντανιέλ Φισέρ]
19 Νοεμβρίου 2008

 
 Υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα στην ιστορική αλληλουχία στο πλαίσιο τής οποίας έγραφε ο Πλάτωνας και στην τωρινή συγκυρία; Καθώς ζούμε σε μια κρίσιμη περίοδο — ομολογουμένως, μια περίοδο κρίσης τού καπιταλισμού, αλλά και ορισμένων άλλων παράλληλα εξελισσομένων κρίσεων, οι οποίες, κατά κάποιον τρόπο, διαμορφώνουν μια «γενική ατμόσφαιρα κρίσης» —, πρέπει να θυμηθούμε ότι ο ίδιος ο Πλάτωνας έγραφε σε μια κρίσιμη περίοδο, στις απαρχές τής μακεδονικής κατάκτησης, όταν το τέλος τής ελληνικής πόλης-κράτους ήταν ήδη ορατό. Ο Πλάτωνας πρόβαλλε ένα πρότυπο για την δίκαιη πόλη, ένα πολιτειακό υπόδειγμα κατ’ εναρμόνιση προς την ιδέα, τη στιγμή ακριβώς που το πραγματικό στο οποίο το πρότυπο αυτό θα ’πρεπε να «εφαρμοστεί» τελούσε υπό κατάρρευση· κατά κάποιο τρόπο, συνέταξε έτσι τον επικήδειο λόγο για όλα όσα θα έμελλε να χάσει, έτσι ώστε δεν θα δίσταζα να πω ότι το πρότυπο του είναι τυλιγμένο στο πένθος.

Η εικόνα που συνειδητά προβάλλει προς τα έξω ο κόσμος στον οποίο σήμερα ζούμε εμφανίζεται με τη μορφή τής διαπλοκής δύο στοιχειών: τού κύρους των συναλλαγών και τής κανονιστικής μορφής τής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Το εγχείρημα τής αναμόρφωσής του — όπως προτάθηκε τον δέκατο ένατο αιώνα υπό διάφορες ονομασίες (κομουνισμός, σοσιαλισμός … λίγη σημασία έχει εδώ) — έγινε αιτία για την διαμόρφωση πολιτειακών προτύπων που, όπως γνωρίζουμε, κατέρρευσαν με την εξαφάνιση των σοσιαλιστικών Κρατών. Και είναι άξιο προσοχής το ότι η κατάρρευσή τους συνέβη πριν την υλοποίηση τού αντίστοιχου προτύπου (δηλ. πριν την ανατροπή και αντικατάσταση τού προηγούμενου συστήματος). Συνεπώς, είμαστε μάρτυρες μιας εξαιρετικής μεταπλατωνικής συγκυρίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την ταυτόχρονη κατάρρευση τού προς αναμόρφωση πραγματικού (καπιταλιστική κρίση) και των πολιτειακών προτύπων που υποτίθεται θα έπαιρναν τη θέση του (εξαφάνιση των σοσιαλιστικών Κρατών). Πρόκειται για μια χρονική σύμπτωση που επιβεβαιώνει την πρωταρχική διαλεκτική ενότητα που συνδέει την κατάρρευση τής ΕΣΣΔ και τής κρίσης των ΗΠΑ.

Το ενδιαφέρον μιας επιστροφής στον Πλάτωνα (στο μέτρο που δικαιολογείται) θα ήταν λοιπόν ότι αυτό μάς επιτρέπει να προσεγγίσουμε την κρίση μέσω ενός χρονικού διανύσματος μεγαλύτερου εύρους από ό,τι συνηθίζεται. Θα έπρεπε έτσι να έχουμε τη δυνατότητα να θέσουμε ερωτήματα όπως τα εξής: Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στο «παράδειγμα» και στο πραγματικό; Τι είναι η πολιτική σκέψη (ειδικότ. σε ένα πλαίσιο, όπου μπορεί να διαφανεί το πιθανό τέλος τής καθυπόταξης τής πολιτικής στο σχήμα τού Κράτους);
*

Τόσο στις θεωρητικές του παρεμβάσεις όσο και στις παρεμβάσεις του σε επίπεδο πράξης (πβ. τη διαμονή του στη Σικελία), η στάση τού Πλάτωνα είναι αμφίθυμη. Ενώ δείχνει να προτιμά την εις βάθος πραγμάτευση των προβλημάτων (σήμερα θα τον χαρακτηρίζαμε ως «ριζοσπάστη»), διακρίνουμε ένα τόνο μελαγχολίας να μετριάζει τη ριζοσπαστικότητα αυτή: όταν επιχειρεί να προσεγγίσει τα προβλήματα στη ρίζα τους, εκφράζει συγχρόνως αβεβαιότητα για το αν θα μπορέσει να τα καταφέρει. Εκείνο που τον διακρίνει είναι, επομένως, ένας συγκαλυμμένος οπτιμισμός. Όταν στο τέλος τού βιβλίου Θ΄ τής Πολιτείας, ένας από τους νεαρούς συνομιλητές επιχειρεί μια συνοπτική αναδρομή στα κεντρικά σημεία τής διδασκαλίας τού διαλόγου, όπως έχει αναπτυχθεί έως το σημείο αυτό, δηλώνοντας ότι δεν θα ’πρεπε βέβαια κανείς να θέλει να αναμιχθεί με την πολιτική, ο Σωκράτης τού ανταπαντά με έντονο ύφος «Άι στην οργή ! (κατά λέξη: «μα τον κύνα») [που δεν θα θελήσει]!». Και διευκρινίζει «σε μια πόλη σαν αυτή που το σχέδιο της χαράξαμε και που μόνο στα λόγια μας υπάρχει», ώστε να αναρωτιόμαστε μήπως «δεν βρίσκεται σε κανένα μέρος τής γης», ο σοφός άνθρωπος βεβαίως και θα αναμιχθεί με τα πολιτικά της, όχι όμως στη δική του πατρίδα, εκτός κι αν, από μια θεία τύχη, του δοθεί η δυνατότητα γι’ αυτό». Με άλλα λόγια, όποιος σκοπεύει «να αναμιχθεί με την πολιτική», θα δρα σύμφωνα με την ιδέα που σχηματίζει γι’ αυτήν και σ’ έναν τόπο που δεν υπάρχει κανένας λόγος να ταυτισθεί με την πατρίδα του — εκτός κι αν συμβεί κάτι το απίθανο (πράγμα που, σύμφωνα με την ορολογία που χρησιμοποιώ, θα χαρακτηριζόταν ως «συμβάν»). Σύμφωνα με την κρατούσα ερμηνεία τού αποσπάσματος αυτού, ο Πλάτωνας θεωρεί ότι η πολιτική αποτελεί ουτοπία που προορίζεται για προσωπική χρήση και τής οποίας η υλοποίηση στην ιδιαίτερη πατρίδα τού ατόμου είναι κάτι το απόλυτα τυχαίο. Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για εντελώς λανθασμένη ερμηνεία και, επιπλέον, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι για τον Πλάτωνα η χωροθέτηση τού χώρου εντός τού οποίου θα ασκηθεί η πολιτική δράση δεν είναι εμπειρικά δεδομένη: ο πολιτικός χώρος δεν προϋπάρχει, ούτε και καθορίζεται από κάποιο εξωπολιτικό σημείο. Η πολιτική, ως σκέψη ενεργός στο συλλογικό, κατασκευάζει τον χώρο που της προσιδιάζει.

Αντιστρόφως, «Κράτος» είναι το όνομα εκείνου που οργανώνει τη δεδομένη εκ των προτέρων οροθέτηση τής πολιτικής δράσης· είναι επομένως ο οργανωτής των προκαθορισμένων για την πολιτική τόπων, όταν αυτή δεν αναπτύσσεται «σύμφωνα με την ιδέα». Πρόκειται τόσο για οροθέτηση χωρική — οπότε θα έχουμε οντότητες όπως χώρες, έθνη, κ.λπ. — όσο και για οροθέτηση στο εσωτερικό των πληθυσμών (φύλα, τάξεις, οικογένειες, προελεύσεις …), ή και για οροθέτηση τής ιστορίας των τόπων, έτσι ώστε αυτοί να μετατραπούν σε κατανεμημένους και νόμιμους χώρους, κ.λπ. Εν συντομία, το Κράτος αποτελεί το υπερβατολογικό τής πολιτικής. Η θέση την οποία αρνείται ο Πλάτωνας συνίσταται στο ότι το Κράτος, τού οποίου η ύπαρξη μαρτυρείται παντού και πάντα, αποτελεί το αποκλειστικό υπερβατολογικό τής πολιτικής δράσης. Αυτή είναι και η άποψη τού Μαρξ, όταν διακηρύσσει ότι οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα. Είτε εγείρεται, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, το θέμα τού διεθνισμού, είτε πρόκειται για τη θέση σύμφωνα με την οποία το υποκείμενο τής πολιτικής συνιστά ταξικό υποκείμενο, είτε ακόμα για τη θέση που υποστηρίζει ότι η Ιστορία ταυτίζεται με την ιστορία τής ταξικής πάλης, εκείνο που, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, μας απασχολεί είναι μια πολιτική αποτοπικοποίηση, δηλαδή το αξίωμα ότι υπάρχουν πολιτικοί χώροι εκτός εκείνων που καθορίζονται από το Κράτος.

Τι ισχύει σήμερα για τις επιβαλλόμενες στην κρατική σφαίρα οροθετήσεις;

Η γεωγραφική οροθέτηση οργανώνει δύο τύπους χώρων: τον ανοιχτό χώρο τού παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, που χαρακτηρίζεται από έντονη διακίνηση κεφαλαίων, εμπορευμάτων και — αν γίνει λόγος για πρόσωπα — μελών των διευθυνουσών ελίτ· και κλειστούς χώρους που οριοθετούνται μέσω τής ανέγερσης τειχών, τής πρακτικής των απελάσεων, κ.λπ. (για παράδειγμα, η Ευρώπη). Στην χωροθέτηση αυτή, οφείλουμε να αντιτάξουμε, όπως το έχουμε ήδη κάνει σ’ αυτό το σεμινάριο, το εξής αξίωμα: υπάρχει ένας μόνο κόσμος, δεν υπάρχει παρά ένας μόνο κόσμος ζώντων υποκειμένων. Σύμφωνα με τη φόρμουλα αυτή, διακηρύσσουμε ότι οι αλλοδαποί που ζουν ανάμεσά μας ανήκουν στον ίδιο κόσμο με μας — πράγμα από το οποίο όμως δεν προκύπτει ότι το ζήτημα των αλλοδαπών αναδεικνύεται σε υπόθεση εξαιρετικής πολιτικής σημασίας. Το συγκεκριμένο αξίωμα πρέπει απλώς κατανοηθεί ως επιταγή δηλωτική τής αποτοπικοποίησης.

Όσο για την κοινωνιολογική οροθέτηση, αυτή έχει ως πυρήνα της την κανονιστικότητα των περιφράξεων [clôtures] και ως επιτακτική αξίωση την ενσωμάτωση. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι έχει σε μεγάλο βαθμό συναινετικό χαρακτήρα (όσον αφορά στη θέση κατά την οποία η ενσωμάτωση όλων εκείνων που «μοιράζονται τις ίδιες αξίες με εμάς» είναι έντονα επιθυμητή). Μια τέτοια οροθέτηση είναι εντελώς ακατάλληλη για την άσκηση μιας «πολιτικής σύμφωνα με την ιδέα».

Τέλος, η ιστορική οροθέτηση συνίσταται στη διαβεβαίωση ότι η ιστορία των πολιτικών χειραφέτησης (όπως κι αν τις χαρακτηρίσουμε: «κομουνισμό», «πολιτική ισότητας» κ.ο.κ.) έχει πλέον ολοκληρωθεί. Στη θέση αυτή θα αντιτάξουμε την ιδέα ότι η ιστορία αυτή παραμένει πάντοτε ανοικτή.

Σύντομη παρέμβαση αναφορικά με την περίφημη και τόσο διακωμωδημένη θέση τού Μαρξ για το μαρασμό τού Κράτους. Στο φως των όσων έχουν προαναφερθεί για τον Πλάτωνα, η θέση αυτή πρέπει κατανοηθεί ως πρόταση που αφορά την απο-κρατικοποίηση [dés-étatisation]. Όπως και ο Πλάτωνας, ο Μαρξ θεωρεί ότι η πολιτική είναι μια αυτάρκης διαδικασία, διαδικασία η οποία τηρεί αποστάσεις απ’ ό,τι τυχόν επιβάλλει το Κράτος, και μάλιστα σε τέτοιο σημείο, ώστε το κράτος-πόλη που πραγματεύεται η Πολιτεία να στερείται τελείως νόμων (στο μέτρο που οι νόμοι είναι άνευ αντικειμένου σε μια πολιτεία τής οποίας η λειτουργία είναι εμμενής στην πολιτική διαδικασία). Το να βασιστούμε στην πρόταση τού μαρασμού τού Κράτους ισοδυναμεί με τη διαφοροποίησή μας από αντιλήψεις που καθιστούν το Κράτος αναγκαίο παράγοντα κάθε πολιτικής — αντιλήψεις σύμφωνα με τις οποίες το Κράτος λειτουργεί είτε ως θεματοφύλακας τού συλλογικού καλού είτε, αντιθέτως, ως καταπιεστικός θεσμός (ως «ασφάλεια» [police], σύμφωνα με την έκφραση τού Ρανσιέρ) [σε τελική ανάλυση, όλες οι αντιλήψεις για το Κράτος παλινδρομούν μεταξύ των δύο αυτών πόλων]. Τόσο ο Πλάτωνας όσο και ο Μαρξ θεωρούν ότι κάθε πολιτική συνιστά κατ’ αρχήν μια έξοδο, ένα βήμα στο πλάι … αλλά για να πάμε πού; Για να φτάσουμε εκεί όπου — από πλευράς κράτους — δεν υπάρχει χώρος. Η τροχιά που διαγράφει η πολιτική είναι ανυπολόγιστη (και άνευ εγγύησης).

*

Αξίζει τον κόπο εδώ να επικαλεστούμε εκ νέου τον εγελιανό ορισμό τού Κράτους. «Το Κράτος είναι η πραγματικότητα σε δράση τής αντικειμενικής ηθικής Ιδέας» (Φιλοσοφία τού Δικαίου, §257, σελ.239).[1] Η έννοια πραγματώνεται στο πλαίσιο τού Κράτους, το οποίο συνιστά την πραγματική πεμπτουσία τής «συνταύτισης τής εμπειρικής πραγματικότητας και τής έννοιας».

Στην πολιτική κοινωνία, τα άτομα θεωρούν ότι πραγματώνουν την ελευθερία τους, ως εάν η βούληση τους ταυτιζόταν με τη λογική βούληση «καθ’ εαυτήν και δι’ εαυτήν». Ωστόσο, εκείνο που αντιπροσωπεύει «το λογικό καθ’ εαυτό και δι’ εαυτό» είναι «το Κράτος, ως πραγματικότητα εν ενεργεία τής υποστατικής βούλησης» (αυτόθι §258, σελ.239).[2] Πράγματι: «Αν συγχέουμε το Κράτος με την πολιτική κοινωνία κι αν το προορίζουμε για την ασφάλεια και για την προστασία τής προσωπικής ιδιοκτησίας και τής προσωπικής ελευθερίας, το συμφέρον των ατόμων σαν ατόμων είναι ο υπέρτατος σκοπός που εξαιτίας του αυτά συγκεντρώνονται, και απ’ αυτό το συμπέρασμα προκύπτει το ότι είναι προαιρετικό να είναι ένα άτομο μέλος ενός Κράτους. Μα η σχέση τού Κράτους με το άτομο είναι τελείως διαφορετική· αν το Κράτος είναι το αντικειμενικό πνεύμα, τότε το άτομο, αυτό το ίδιο, δεν έχει αντικειμενικότητα, αλήθεια και ηθικότητα παρά αν είναι μέλος εκείνου. Ο σύλλογος σαν σύλλογος είναι αυτός ο ίδιος το αληθινό περιεχόμενο και ο αληθινός σκοπός, κι ο προορισμός των ατόμων είναι να περνάνε μια ζωή συλλογική» (αυτόθι, σελ.240).[3] Όπως το διατυπώνει και ο Ζαν Ιπολίτ, «μόνο θέλοντας συνειδητά το Κράτος, [που τα μέλη του είναι πολίτες συνειδητοί, ώστε να θέλουν την ενότητα τού Όλου,] το άτομο ξεπερνάει το τυχαίο τής ελευθερογνωμίας* για να μπει μέσα στη φυσική γη τής ελευθερίας» (αυτόθι, σελ.21).[4] «Το Κράτος είναι η πραγματικότητα εν ενεργεία τής συγκεκριμένης ελευθερίας· έτσι, η συγκεκριμένη ελευθερία συνίσταται σε τούτο, ότι η προσωπική ατομικότητα και τα ιδιαίτερα συμφέροντά της δέχονται την πλέρια ανάπτυξή τους και την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους δι’ εαυτά (…), τον ίδιο χρόνο που αυτά τα ίδια ολοκληρώνονται στο γενικό συμφέρον ή, μάλλον, αναγνωρίζοντάς το συνειδητά και εκούσια σαν την υπόσταση τού δικού τους πνεύματος, δρουν για λογαριασμό του σαν τον τελικό σκοπό τους» (αυτόθι §260, σελ.247).[5]

Οι εγελιανές αυτές θέσεις — ότι μόνο εκείνο που είναι στο εσωτερικό τού Κράτους είναι και πραγματικό, ότι η συγκεκριμένη ελευθερία είναι αδιανόητη έξω από το υπερβατολογικό πλαίσιο τής (κρατικής) νομιμότητας— παραμένουν εξαιρετικά διαδεδομένες μέχρι τις μέρες μας. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί ότι η κοινοβουλευτική μας δημοκρατία αποτελεί την πλέον ομοιογενή ως προς την εγελιανή ουσία τού Κράτους πολιτική μορφή: πραγματώνει ένα αρκούντως ευέλικτο και ευμετάβλητο υπερβατολογικό, ώστε να εξασφαλισθεί η λειτουργία τού Κράτους με τον ύψιστο βαθμό αποτελεσματικότητας. Για τον Έγελο, οποιαδήποτε ελευθερία εκτός τού πλαισίου τού Κράτους κρίνεται είτε ασήμαντη είτε τρομοκρατική. Και η ασημαντότητα μπορεί πράγματι να είναι ιδιαίτερα επώδυνη. Αναφέρομαι συγκεκριμένα σε μέλη τού πολιτικού προσωπικού που για διάστημα πολλών ετών παραμένουν απομακρυσμένα από τον Κρατικό μηχανισμό· και ναι μεν τα άτομα αυτά μπορεί να γεμίζουν τον χρόνο τους με ποικίλες δημόσιες χειρονομίες ή την ανάπτυξη πολιτικών πλατφόρμων ή τη συμμετοχή τους σε εκπομπές στα μέσα μαζικής ενημέρωσης κ.λπ., πλην όμως ούτε οι ίδιοι ούτε και κανένας άλλος δεν είναι τόσο αφελείς ώστε να να μην αντιλαμβάνονται ότι το «πολιτικό είναι» εντοπίζεται αναγκαστικά στο Κράτος και δεν υφίσταται διαφορετικά· ως εκ τούτου, αυτές οι γυναίκες και αυτοί οι άνδρες τής πολιτικής, φανατικοί οπαδοί τού Έγελου, ταλανίζονται από την απώλεια τού είναι τους, βυθισμένοι κυριολεκτικά σε μαύρο πένθος. Επί τροχάδην, θα αναφερθώ στον πειρασμό να επιχειρεί κανείς να ξεφύγει από την ασημαντότητα μέσω τής τρομοκρατίας· αλλά κάνοντάς το αυτό δεν θα μπορέσει να ξεφύγει από τον έλεγχο τού Κράτους, διότι το Κράτος είναι εκείνο που παρέχει το πλαίσιο όπου αντιδιαστέλλεται η ασημαντότητα με την τρομοκρατία.

*

Είναι επομένως σημαντικό η πολιτική δράση να συγκροτεί από μόνη της τον ιδιάζοντα σε αυτήν κανόνα αξιολόγησης. Είναι αυτονόητο ότι αυτό συνεπάγεται κινδύνους, εφόσον θα είμαστε αναγκασμένοι να παραπαίουμε χωρίς σημείο αναφοράς εκτεθειμένοι στην αυθαιρεσία των αυτοεκτιμήσεων. Αλλά, σε επίπεδο αρχής, η πολιτική δράση δεν συνοδεύεται από καμία εγγύηση. Καθ’ όσον η πολιτική τίθεται εκτός τού κρατικού υπερβατολογικού, θα διέπεται από μια αναστοχαστική κανονιστικότητα. Θα μπορούσαμε, επομένως, να μεταφράσουμε το τέλος τού βιβλίου Θ΄ τής Πολιτείας ως εξής: «Δεν έχει καμιά σημασία αν θα επιδιώξουμε την υλοποίηση τής πολιτικής μας με τη μορφή κράτους, ή αν η πολιτική μας θα λάβει τελικά τη μορφή αυτή, για τον λόγο ακριβώς ότι η δράση οφείλει να ανάγεται στο ίδιο το πεδίο τής πολιτικής». Η πολιτική δεν βρίσκεται εδώ σε αντιπαλότητα με το κρατικό υπερβατολογικό, δεν αποτελεί επιταγή αντιτιθέμενη σε κάποια αντίστοιχη επιταγή, η πολιτική ιδέα δεν επιβάλλει μια μορφή Κράτους παρά μόνο ένα γίγνεσθαι.

Στο πλαίσιο μιας συνθετικής προσέγγισης, θα έλεγα ότι η πολιτική αποτελεί μια αλληλουχία, συναρτώμενη προς μια κρατική μορφή, η οποία οργανώνει μια έξοδο από το σχήμα αυτό μέσω τής κατασκευής νέων χώρων. Η πολιτική ιδέα αποτελεί το επισφράγισμα τής «συγκεκριμένης ελευθερίας», αλλά, σύμφωνα με τον Πλάτωνα και σε αντίθεση προς τον Έγελο, το στοιχείο που την6 αναδεικνύει σε ελευθερία συνίσταται στην ικανότητά της να βρίσκεται εκτός των ορίων τής εξουσίας, χωρίς με τον τρόπο αυτό να καθίσταται ανίκανη. Η ουσία της έγκειται στο γίγνεσθαι μέσω τού οποίου έρχονται στην ύπαρξη νέοι χώροι, των οποίων η θέση δεν βρίσκεται σε κάποια εξωτερικότητα (δηλ. δεν είναι φαλανστήρια): οι χώροι αυτοί θα εντοπίζονται στο εσωτερικό τής κατάστασης, χωρίς όμως να ανάγονται στο πεδίο που οροθετεί το Κράτος· η ύπαρξή τους ευθυγραμμίζεται προς ένα σύστημα ετερογενών σχέσεων οι οποίες δεν υπαγορεύονται από το Κράτος. Παρεμπιπτόντως, βλέπουμε εδώ σε ποιον βαθμό ο Πλάτωνας διαψεύδει τη φήμη που συνήθως τον συνοδεύει: η ιδέα δεν είναι γι’ αυτόν κάτι το εξωτερικό, αλλά έχει πάντοτε τη μορφή ενός γίγνεσθαι — δεν αποτελεί αποτέλεσμα (υλοποιηθέν ή μη). Εφόσον η πολιτική εξελίσσεται σύμφωνα με την ιδέα, μια αλληλουχία εξόδου δεν μπορεί ποτέ να ταυτιστεί με το Κράτος ως τελικό αποτέλεσμα. Η αιτία για την οποία το πρόβλημα τής υπέρβασης τού κράτους απασχόλησε τόσο τον Λένιν όσο και τον Μάο ήταν ότι και οι δύο θέλησαν να συνεχίσουν την πολιτική δράση, αντί να αρκεσθούν στα κεκτημένα και να παριστάνουν τους αργόσχολους βασιλιάδες (όπως έκανε ο Τίτο για παράδειγμα).


*

Σύμφωνα με τον Έγελο, ο πόλεμος είναι η αλήθεια τού Κράτους. «Ο πόλεμος σαν κατάσταση που μέσα σ’ αυτή παίρνουμε στα σοβαρά τη μηδαμινότητα των αγαθών και των εφήμερων πραγμάτων, τα οποία, συνήθως, δεν είναι παρά ένα θέμα ψεύτικης ρητορικής, είναι έτσι η στιγμή κατά την οποία η ιδανικότητα τού μερικού Είναι δέχεται αυτό που της οφείλεται και γίνεται μια πραγματικότητα» (Φιλοσοφία τού Δικαίου, §324, σελ.313-14).[7] Ο πόλεμος καθίσταται η πολιτική τού Κράτους στις στιγμές που το σύνηθες κρατικό υπερβατολογικό χάνει την αποτελεσματικότητά του: πρόκειται για πόλεμο τόσο εσωτερικό (εγκληματοποίηση των αντιστάσεων, οι οποίες γίνονται αντιληπτές με τη μορφή τής εξάπλωσης εν δυνάμει τρομοκρατικών δραστηριοτήτων), όσο και εξωτερικό (με διακύβευμα την εδαφική βάση τής κρατικής οροθεσίας). Αντιστρόφως, η πολιτική σύμφωνα με την ιδέα είναι κατ’ αρχήν πολιτική ειρήνης, πράγμα που δεν αποκλείει εκ των προτέρων το ενδεχόμενο τής προσφυγής στη βία· αλλά αυτή η βία είναι η απαιτούμενη για την υπεράσπιση των πολιτικών χώρων, και οι πολιτικοί αυτοί χώροι είναι κατ’ εξοχήν χώροι ειρήνης.

Η παρατήρηση αυτή μας οδηγεί στην εξέταση τού ζητήματος τού κινδύνου και τής θυσίας. Επί τού σημείου αυτού, υπάρχουν σήμερα τρεις απόψεις.

Σύμφωνα με την εγελιανή θεώρηση, η στιγμή τής πολεμικής θυσίας αποτελεί τη λυδία λίθο για την πολιτική που συμμορφώνεται προς το πρότυπο τού Κράτους. Αυτός είναι ο προσανατολισμός και η στάση των κρατών-εθνών. «Αν η θυσία για την ατομικότητα τού Κράτους είναι η υποστατική διαγωγή [σχέση] όλων και, επομένως, ένα καθολικό καθήκον, μπορούμε ταυτόχρονα να την θεωρήσουμε σαν την πλευρά τής ιδανικότητας, σε αντιδιαστολή προς την πραγματικότητα, τής μερικής ύπαρξης κι’ αυτή* φέρνει έναν ιδιαίτερο όρο και μια τάξη που της είναι αφιερωμένη, την τάξη τού θάρρους» (Φιλοσοφία τού Δικαίου, §325, σελ.315). [8] Πώς μπόρεσαν να εξωθηθούν μεγάλες μάζες ανθρώπων να πάρουν τα όπλα; Η απάντηση βρίσκεται στον Έγελο: ήταν επειδή θεωρούσαν ότι αυτό ήταν «καθολικό καθήκον». Θα μπορούσατε να μου αντιτείνετε ότι δεν πρέπει να αγνοούμε τον παράγοντα τού καταναγκασμού τού Κράτους. Ενώ αναμφίβολα ο καταναγκασμός αυτός υφίσταται, είναι, σε τελική ανάλυση, δευτερεύουσας σημασίας: ουσιαστικά, ο λόγος για τον οποίο ο αγρότης από την περιοχή τού Μπιγκόρ βρέθηκε τελικά να πολεμάει στο Βερντέν δεν ήταν ότι οι χωροφύλακες τον τράβηξαν με το ζόρι, αλλά ότι πήγε εκεί οικειοθελώς και έπραξε έτσι γιατί, ως συνεπής εγελιανός, πίστευε ότι εκπλήρωνε ένα «καθολικό καθήκον» στο όνομα τού Κράτους τού οποίου θεωρούσε τον εαυτό του πολίτη. Σήμερα το Κράτος θα είχε πολύ μεγαλύτερη δυσκολία να πείσει τους ανθρώπους να πάνε να πολεμήσουν στο Αφγανιστάν και αυτό ο Έγελος, αν κυκλοφορούσε ξανά ανάμεσα μας, θα το θεωρούσε χωρίς αμφιβολία προφανές σύμπτωμα τής επικείμενης αποσύνθεσης τού εν λόγω Κράτους.

Σύμφωνα με μια εκχυδαϊσμένη πλατωνική θεώρηση (δηλ. από τη σκοπιά ενός αφομοιωμένου από τη θεολογία πλατωνισμού), η πολεμική θυσία νομιμοποιείται στο όνομα τής υπερβατικότητας τής ίδιας τής ιδέας. Σ’ αυτές τις πράξεις θυσίας θρησκευτικής έμπνευσης, η ιδέα λειτουργεί εν είδει ενδιαθέτου Κράτους. Στην παρούσα στιγμή, μας έρχονται στο νου, πρώτ’ απ’ όλα, ενέργειες καθοδηγούμενες από το Ισλάμ, αλλά αυτή την ίδια θυσία για την ιδέα την συναντάμε ήδη σε λογοτεχνικούς χαρακτήρες, όπως ο Τσεν τής Ανθρώπινης Μοίρας τού Μαλρό ή οι αναρχικοί τής Ελπίδας τού ίδιου, ή ακόμα και σε κάποιον όπως ο Λόρενς τής Αραβίας..

Και στον αυθεντικό πλατωνισμό; Εδώ, σημείο αφετηρίας δεν είναι η θυσία, αλλά ο κίνδυνος, ο οποίος είναι εγγενής στην εξελικτική διαδικασία τού γίγνεσθαι τής ίδιας τής πολιτικής. Αποτελεί, ουσιαστικά, κίνδυνο αμυντικό. Οι Κινέζοι είχαν ήδη θεμελιώσει την πρωτοκαθεδρία τής στρατηγικής άμυνας. Στην πολιτική, τίθεται ζήτημα προστασίας τής νέας οροθέτησης των καταστάσεων (πράγμα που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει στην υποστήριξη τής αναδίπλωσης ως στρατηγικής επιλογής). Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει πολλά σχετικά παραδείγματα: το οδόφραγμα (του οποίου ναι μεν έχει αμφισβητηθεί η στρατιωτική σπουδαιότητα, πλην όμως, από συμβολική άποψη, αποτελεί μέτρο προστασίας τής «απελευθερωμένης» άκρης τού δρόμου), την απελευθερωμένη ζώνη των αντιστασιακών, τα κατειλημμένα εργοστάσια, τον ίδιο τον δρόμο (όπως διαπιστώσαμε κατά την ανατροπή τού Σάχη τού Ιράν: καμιά εξουσία δεν μπορεί εσαεί να ανθίσταται στην ακατάπαυστη παρουσία, σε καθημερινή βάση, μάζας λαού που καταλαμβάνει τους δρόμους), ή ακόμη και τις εστίες διαμονής Αφρικανών εργατών. Πρόκειται, επιπλέον, για κίνδυνο οργανωτικό (με άλλα λόγια, για κίνδυνο που αναλαμβάνεται αναφορικά μ’ έναν οργανωμένο χώρο), που αντιδιαστέλλεται τόσο προς την έννοια τής θυσίας όσο και προς αυτήν τής αιτίασης [plainte] και ο οποίος δυσπιστεί προς τη θυσιαστική τάση που μεγαλοποιεί και εξιδανικεύει τον κίνδυνο και συνάμα προς την καθαρά αμυντική στάση που εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε απλή μομφή. [Στις συμφορές που μας βρήκαν] «πρέπει να κοιτάζουμε, όπως όταν στα ζάρια μάς τύχει καμιά στραβή ριξιά, να κανονίζουμε τα πράγματα σύμφωνα με τα νούμερα που φέραμε, καθώς δηλαδή μας δείχνει το λογικό πώς θα είναι καλύτερα, και να μην κάνουμε όπως τα παιδιά που, όταν τύχει να πέσουν, κρατούν το μέρος που χτύπησαν και εξακολουθούν να ξεφωνίζουν, αλλά πάντοτε να συνηθίζουμε την ψυχή μας να καταπιάνεται όσο το δυνατόν γρηγορότερα με τη θεραπεία τού νοσήματος και την επανόρθωση τού ατυχήματος κάνοντας έτσι περιττές τις θρηνωδίες [plaintes]» (Πολιτεία, Ι΄, 604c).[9] Μη ρομαντικό σύστημα τής μη παθιασμένης απόφασης.


Σημειώσεις

[1] [Der Staat ist die Wirklichkeit der sittlichen Idee]; [L’État est la réalité en acte de l’Idée morale objective]; [The state is the actuality of the ethical Idea].
Σημ. Μετ. Τα αποσπάσματα από τη Φιλοσοφία τού Δικαίου είναι από τη μετάφραση τού Γ.Λιόνη τής γαλλικής έκδοσης (η οποία προλογίζεται από τον J. Hyppolite), εκδ. Αναγνωστίδη. Για το πρωτότυπο γερμανικό κείμενο δες εδώ, και για την αγγλική μετάφραση εδώ.
[2] [Der Staat ist als die Wirklichkeit des substantiellen Willens … das an und für sich Vernünftige.]
[l’État, comme réalité en acte de la volonté substantielle … est le rationnel en soi et pour soi.]
[The state is absolutely rational inasmuch as it is the actuality of the substantial will …]
[3] [Wenn der Staat mit der bürgerlichen Gesellschaft verwechselt und seine Bestimmung in die Sicherheit und den Schutz des Eigentums und der persönlichen Freiheit gesetzt wird, so ist das Interesse der Einzelnen als solcher der letzte Zweck, zu welchem sie vereinigt sind, und es folgt hieraus ebenso, daß es etwas Beliebiges ist, Mitglied des Staates zu sein. – Er hat aber ein ganz anderes Verhältnis zum Individuum; indem er objektiver Geist ist, so hat das Individuum selbst nur Objektivität, Wahrheit und Sittlichkeit, als es ein Glied desselben ist. Die Vereinigung als solche ist selbst der wahrhafte Inhalt und Zweck, und die Bestimmung der Individuen ist, ein allgemeines Leben zu führen;]
[Si on confond l’État avec la société civile et si on le destine à la sécurité et à la protection de la propriété et de la liberté personnelle, l’intérêt des individus, en tant que tels, est le but suprême en vue duquel ils sont rassemblés, et il en résulte qu’il est facultatif d’être membre d’un État. Mais sa relation à l’individu est tout autre; s’il est l’esprit objectif, alors l’individu lui-même n’a d’objectivité, de vérité et de moralité que s’il en est un membre. L’association en tant que telle est elle-même le vrai contenu et le vrai but, et la destination des individus est de mener une vie collective.]
[If the state is confused with civil society, and if its specific end is laid down as the security and protection of property and personal freedom, then the interest of the individuals as such becomes the ultimate end of their association, and it follows that membership of the state is something optional. But the state’s relation to the individual is quite different from this. Since the state is mind objectified, it is only as one of its members that the individual himself has objectivity, genuine individuality, and an ethical life. Unification pure and simple is the true content and aim of the individual, and the individual’s destiny is the living of a universal life.]
[4] Σημ. Μετ. Ο όρος «libre arbitre» θα ήταν ορθότερο να μεταφρασθεί ως «ελευθεροβουλία».
[c’est seulement en voulant consciemment l’État [dont les membres sont des citoyens conscients de vouloir l’unité du Tout] que l’individu dépasse la contingence du libre arbitre pour entrer dans la terre native de la liberté.]
Πρόλογος τού Ζαν Ιπολίτ στην Φιλοσοφία τού Δικαίου τού Γ.Β.Φ. Χέγκελ, εκδ. Γκαλλιμάρ, συλλ. «Tel», σελ.24.[5] Σημ. Μετ. μετάφραση ελαφρώς τροποποιημένη.
[Der Staat ist die Wirklichkeit der konkreten Freiheit; die konkrete Freiheit aber besteht darin, daß die persönliche Einzelheit und deren besondere Interessen sowohl ihre vollständige Entwicklung und die Anerkennung ihres Rechts für sich (…) haben, als sie durch sich selbst in das Interesse des Allgemeinen teils übergehen, teils mit Wissen und Willen dasselbe und zwar als ihren eigenen substantiellen Geist anerkennen und für dasselbe als ihren Endzweck tätig sind, …]
[L’État est la réalité en acte de la liberté concrète; or la liberté concrète consiste en ceci que l’individualité personnelle et ses intérêts particuliers reçoivent leur plein développement et la reconnaissance de leurs droits pour soi (…), en même temps que d’eux-mêmes ils s’intègrent à l’intérêt général, ou bien le reconnaissent consciemment et volontairement comme la substance de leur propre esprit, et agissent pour lui, comme leur but final.]
[The state is the actuality of concrete freedom. But concrete freedom consists in this, that personal individuality and its particular interests not only achieve their complete development and gain explicit recognition for their right (…) but, for one thing, they also pass over of their own accord into the interest of the universal, and, for another thing, they know and will the universal; they even recognise it as their own substantive mind; they take it as their end and aim and are active in its pursuit.]
[6] [Αντωνυμική αναφορά είτε στην «πολιτική» είτε στην «πολιτική ιδέα»].
[7] [Der Krieg als der Zustand, in welchem mit der Eitelkeit der zeitlichen Güter und Dinge, die sonst eine erbauliche Redensart zu sein pflegt, Ernst gemacht wird, ist hiermit das Moment, worin die Idealität des Besonderen ihr Recht erhält und Wirklichkeit wird;]
[La guerre comme état dans lequel on prend au sérieux la vanité des biens et des choses temporelles qui, d’habitude, n’est qu’un thème de rhétorique artificielle, est donc le moment où l’idéalité de l’être particulier reçoit ce qui lui est dû et devient une réalité.]
[War is the state of affairs which deals in earnest with the vanity of temporal goods and concerns - a vanity at other times a common theme of edifying sermonising. This is what makes it the moment in which the ideality of the particular attains its right and is actualised.]
[8] Σημ. Μετ. Η αντωνυμία αναφέρεται στην «υποστατική διαγωγή/δεσμός/σχέση» [substantielle Verhältnis/conduite substantielle/substantial tie].
[Indem die Aufopferung für die Individualität des Staates das substantielle Verhältnis aller und hiermit allgemeine Pflicht ist, so wird es zugleich, als die eine Seite der Idealität gegen die Realität des besonderen Bestehens, selbst zu einem besonderen Verhältnis und ihm ein eigener Stand, der Stand der Tapferkeit, gewidmet.]
[Si le sacrifice pour l’individualité de l’État est la conduite substantielle de tous et, par conséquent, un devoir universel, en même temps, on peut la considérer comme le côté de l’idéalité en face de la réalité de l’existence particulière et elle entraîne une condition particulière et une classe qui lui est consacrée, la classe du courage.]
[Sacrifice on behalf of the individuality of the state is the substantial tie between the state and all its members and so is a universal duty. Since this tie is a single aspect of the ideality, as contrasted with the reality, of subsistent particulars, it becomes at the same time a particular tie, and those who are in it form a class of their own with the characteristic of courage.]
[9] Σημ.Μετ.Μετάφραση (ελαφρά τροποποιημένη) Ι. Γρυπάρη. εκδ. Ζαχαρόπουλος. Στο πρωτότυπο, η μετάφραση που χρησιμοποιεί ο Μπαντιού είναι τού Ρ. Μπακού.

Πηγή: waltendegewalt
__________________

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

Marcuse και Heidegger: Περί φασισμού και ευθύνης


Marcuse και Heidegger: Περί φασισμού και ευθύνης Ι



28 Αυγούστου 1947
Ουάσινγκτον



Αγαπητέ κύριε Χάιντεγκερ,

Σκέφτηκα επί μακρόν όσα μού είπατε κατά την επίσκεψή μου στο Todtnauberg, και θα ήθελα να σάς γράψω για αυτά που σκέφτηκα αρκετά ανοιχτά.

Μού είπατε ότι διαχωρίσατε πλήρως τον εαυτό σας απ' το ναζιστικό καθεστώς το 1934, ότι στις διαλέξεις σας κάνατε εξαιρετικά κριτικές παρατηρήσεις, ότι σας παρακολουθούσε η Γκεστάπο. Δεν θα αμφισβητήσω τα λόγια σας. Παραμένει όμως γεγονός ότι το 1933 ταυτιστήκατε τόσο έντονα με το καθεστώς ώστε σήμερα, στα μάτια πολλών, να θεωρείστε ένας από τους ισχυρότερους διανοητικούς του υπερασπιστές. Οι ίδιες σας οι ομιλίες, τα γραπτά, και οι πραγματείες από αυτή την περίοδο είναι αποδείξεις τούτου. Ποτέ σας δεν τα αποσύρατε -- ούτε μετά το 1945. Ποτέ σας δεν εξηγήσατε δημόσια ότι έχετε καταλήξει σε κρίσεις διαφορετικές από αυτές που εκφράσατε το 1933-34, αν και θα μπορούσατε να είχατε βρει θέση εκτός Γερμανίας οπουδήποτε, στην πράξη. Ποτέ δεν αποκηρύξατε δημόσια καμία από τις πράξεις ή τις ιδεολογίες του καθεστώτος. Εξαιτίας αυτών των περιστάσεων εξακολουθείτε σήμερα να ταυτίζεστε με το ναζιστικό καθεστώς. Πολλοί από μας περιμέναμε για καιρό μια δήλωση από σας, μια δήλωση που θα σας απελευθέρωνε τελικά και ξεκάθαρα από μια τέτοιου είδους ταύτιση, μια δήλωση που θα εξέφραζε με ειλικρίνεια την τωρινή σας στάση για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν. Αλλά ποτέ σας δεν κάνατε μια τέτοια δήλωση, ή τουλάχιστον ποτέ μια τέτοια δήλωση δεν αναδύθηκε απ' την ιδιωτική σφαίρα. Εγώ - και πάρα πολύ άλλοι - σας θαύμαζα ως φιλόσοφο. Έχουμε μάθει ατελείωτα πράγματα από σας. Αλλά δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε τον φιλόσοφο Χάιντεγκερ και τον άνθρωπο Χάιντεγκερ, γιατί αυτό αντίκειται στην ίδια τη δική σας φιλοσοφία. Ένας φιλόσοφος μπορεί να εξαπατηθεί σε ό,τι αφορά τα πολιτικά θέματα. Στην περίπτωση αυτή, θα παραδεχτεί ανοιχτά το λάθος του. Αλλά δεν μπορεί να εξαπατάται από ένα καθεστώς που έχει δολοφονήσει εκατομμύρια Εβραίους --μόνο και μόνο επειδή ήταν Εβραίοι-- που έκανε την τρομοκρατία καθημερινό φαινόμενο, και που μετέτρεψε όλα όσα αφορούν τις ιδέες του πνεύματος, της ελευθερίας και της αλήθειας στο αιματοβαμμένο τους αντίθετο. Ένα καθεστώς που ήταν, από κάθε άποψη που μπορεί κάποιος να φανταστεί, η φονική καρικατούρα της δυτικής παράδοσης την οποία εσείς ο ίδιος εξηγήσατε και υπερασπιστήκατε με τόση δύναμη. Και αν αυτό το καθεστώς δεν ήταν η καρικατούρα αυτής της παράδοσης αλλά η πραγματική της κλιμάκωση -- και σε αυτή επίσης την περίπτωση, δεν θα υπήρχε εξαπάτηση, διότι τότε θα έπρεπε να καταδικάσετε και να απαρνηθείτε όλη αυτή την παράδοση.

...

Έτσι θέλετε να σάς θυμούνται στην ιστορία των ιδεών; Κάθε προσπάθεια να καταπολεμηθεί αυτή η κοσμικής κλίμακας παρεξήγηση προσκρούει στην γενικά αποδεκτή αντίσταση στην ιδέα τού να πάρουμε σοβαρά τους ιδεολογικούς νομιμοποιητές των Ναζί. Η κοινή λογική (και ανάμεσα στους διανοούμενους), η οποία μαρτυρά αυτή την αντίσταση, αρνείται να σάς δει ως φιλόσοφο, διότι η φιλοσοφία και ο ναζισμός είναι πράγματα ασυμφιλίωτα. Η κοινή λογική δικαιώνεται στην πεποίθησή της αυτή. Και πάλι: εσείς (κι εμείς) μπορούμε να καταπολεμήσουμε την ταύτιση του προσώπου και της εργασίας σας με τον Ναζισμό (και άρα την αποσύνθεση της φιλοσοφίας σας) μόνο αν δηλώσετε δημόσια την αλλαγή άποψής σας.

...

Χέρμπερτ Μαρκούζε

(μτφρ.: Lenin Reloaded)
 ____________________

Marcuse και Heidegger: Περί φασισμού και ευθύνης ΙI

 

20 Ιανουαρίου, 1948 Φράιμπουργκ 

...Αν μπορώ να συνάγω από την επιστολή σας ότι σάς απασχολεί σοβαρά το να καταλήξετε σε μια σωστή κρίση σχετικά με το έργο μου και εμένα, τότε η επιστολή σας μού δείχνει ακριβώς πόσο δύσκολο είναι να συζητήσεις  με ανθρώπους που δεν έχουν ζήσει στη Γερμανία από το 1933, και που κρίνουν τις απαρχές του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος από τη σκοπιά του τέλους του. Σχετικά με τα βασικά σημεία της επιστολής σας, θα ήθελα να πω τα εξής:


1. Σχετικά με το 1933: Ανέμενα από τον εθνικό σοσιαλισμό μια ολοκληρωτική πνευματική αναγέννηση, μια συμφιλίωση των κοινωνικών ανταγωνισμών, και μια σωτηρία του δυτικού Dasein από τους κινδύνους του κομμουνισμού. Τούτες οι πεποιθήσεις εκφράστηκαν στην Πρυτανική μου ομιλία (την διαβάσατε ολόκληρη;), σε μια διάλεξη περί "Της ουσίας της επιστήμης", και σε δυο ομιλίες στους φοιτητές του Φράιμπουργκ. Υπήρχε επίσης μια εκλογική έκκληση περίπου 25-30 αράδων, η οποία δημοσιεύτηκε στην φοιτητική εφημερίδα [του Φράιμπουργκ]. Σήμερα, βλέπω κάποιες από τις προτάσεις μου ως παραπλανητικές. 
2. Το 1934 αναγνώρισα το πολιτικό μου λάθος και παραιτήθηκα από την πρυτανεία, σε ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στο κράτος και το κόμμα.  Το ότι το υπαριθμόν 1 [δηλ., οι κομματικές δραστηριότητες του Χάιντεγκερ] έτυχε εκμετάλλευσης για σκοπούς προπαγάνδας τόσο εδώ όσο και στο εξωτερικό και ότι το υπαριθμόν 2 [η παραίτησή του] αποσιωπήθηκε για εξίσου προπαγανδιστικούς λόγους, δεν περιήλθε στην αντίληψή μου και δεν μπορεί να εκληφθεί εναντίον μου.
3. Έχετε απόλυτο δίκαιο για το ότι δεν έκανα κάποια δημόσια, εύκολα κατανοητή αντι-δήλωση. Θα ήταν το τέλος μου και το τέλος της οικογενείας μου. Για το σημείο αυτό, ο Γιάσπερς είπε: το ότι παραμένουμε ζωντανοί είναι η ενοχή μας.
4. Στις διαλέξεις και τα μαθήματά μου την περίοδο 1933-44, ενσωμάτωσα μια οπτική που ήταν τόσο αναμφισβήτητη που, ανάμεσα στους φοιτητές μου, κανείς δεν έπεσε θύμα της ναζιστικής ιδεολογίας. Τα έργα μου της περιόδου αυτής, αν δημοσιευτούν ποτέ, θα πιστοποιήσουν το γεγονός αυτό.
5. Μια δήλωση μετά το 1945 ήταν αδύνατη για μένα: οι υποστηρικτές των Ναζί ανακοίνωσαν την αλλαγή των συμπαθειών τους με τον πιο αποτρόπαιο τρόπο. Όμως εγώ δεν είχα τίποτε κοινό μ' αυτούς. 
6. Για τις σοβαρές, δικαιολογημένες κατηγορίες που διατυπώνετε "σχετικά μ' ένα καθεστώς που δολοφόνησε εκατομμύρια Εβραίους, που έκανε την τρομοκρατία καθημερινό φαινόμενο, και που μετέτρεψε όλα όσα αφορούν στις ιδέες του πνεύματος, της ελευθερίας και της αλήθειας στο αιματοβαμένο τους αντίθετο", μπορώ απλώς να προσθέσω ότι αν αντί για "Εβραίους" γράφατε "ανατολικογερμανούς" [δηλ., Γερμανούς των ανατολικών περιοχών] τότε το ίδιο ισχύει για έναν από τους συμμάχους, με την διαφορά ότι όλα όσα έγιναν από το 1945 έχουν γίνει δημοσίως γνωστά, ενώ η αιματηρή τρομοκρατία των Ναζί κρατήθηκε στην πραγματικότητα μυστική σε ό,τι αφορά τον γερμανικό λαό.

Συμπερασματικά, θα ήθελα να σας ζητήσω να αναλογιστείτε ότι και σήμερα υπάρχει ψευδής προπαγάνδα, για παράδειγμα ότι εξαπλώνονται φήμες για να αντικρούσουν την αλήθεια. Έχω μάθει για την ύπαρξη εντελώς παράλογων δυσφημίσεων εμού και της εργασίας μου.

Σας ευχαριστώ για την ανοιχτή έκφραση των αμφιβολιών σας για μένα. Μπορώ μόνο να ελπίσω ότι κάποια μέρα θα ξαναβρείτε στο έργο μου τον φιλόσοφο με τον οποίο μελετήσατε και εργαστήκατε.

Με τους καλύτερούς μου χαιρετισμούς,
Μ. Χάιντεγκερ

(μετάφραση, υπογραμμίσεις: Lenin Reloaded)
 ______________________________________



το link από το RadicalDesire

Marcuse και Heidegger: Περί φασισμού και ευθύνης ΙII




12 Μαίου, 1948
Ουάσινγκτον

Αγαπητέ κύριε Χάιντεγκερ,


Για πολύ καιρό, δεν ήμουν σίγουρος για το αν πρέπει να απαντήσω την επιστολή σας της 20ης Ιανουαρίου. Έχετε δίκαιο: η συζήτηση με αυτούς που δεν έζησαν στη Γερμανία μετά το 1933 είναι προφανώς πολύ δύσκολη. Πιστεύω όμως ότι ο λόγος για αυτό δεν είναι η έλλειψη οικειότητάς μας με την γερμανική κατάσταση κάτω απ' τον ναζισμό. Γνωρίζαμε πολύ καλά την κατάσταση αυτή -- ίσως ακόμη καλύτερα από αυτούς που ζούσαν στη Γερμανία. Οι άμεσες επαφές που είχα με πολλούς από αυτούς τους ανθρώπους το 1947 με έπεισαν για αυτό. Ούτε μπορεί να εξηγηθεί απ' το γεγονός ότι "κρίνουμε την αρχή του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος απ' το τέλος του." Γνωρίζαμε, και το είδα και εγώ, ότι η αρχή περιείχε ήδη το τέλος. Η δυσκολία της συζήτησης μού φαίνεται μάλλον ότι εξηγείται από το γεγονός ότι οι άνθρωποι στην Γερμανία εκτέθηκαν σε μια ολική διαστροφή κάθε έννοιας και συναισθήματος, γεγονός που πολλοί δέχτηκαν υπερβολικά πρόθυμα. Αλλιώς θα ήταν αδύνατο να εξηγήσουμε το γεγονός ότι ένας άνθρωπος όπως εσείς, ικανός να κατανοήσει τη δυτική φιλοσοφία όσο κανένας, μπόρεσε να δει στον Ναζισμό "μια πνευματική αναγέννηση της ζωής στο σύνολό της", μια "λύτρωση του δυτικού Dasein από τους κινδύνους του κομμουνισμού" (ο οποίος όμως είναι ο ίδιος ένα βασικό συστατικό αυτού του Dasein!). Εδώ δεν έχουμε πολιτικό αλλά διανοητικό πρόβλημα. Μπαίνω στον πειρασμό τού να πω: πρόβλημα κατανόησης, αλήθειας. Εσείς, ο φιλόσοφος, συγχύσατε την εξάλειψη του δυτικού Dasein με την αναγέννησή του; Δεν ήταν αυτή η εξάλειψη ήδη προφανής σε κάθε λέξη των "ηγετών" του, σε κάθε χειρονομία και πράξη των Ναζί, πολύ πριν το 1933;

Παρ' όλα αυτά, θα ήθελα να ασχοληθώ μόνο με ένα τμήμα της επιστολής σας, αλλιώς η σιωπή μου μπορεί να ερμηνευθεί ως συνενοχή.

Γράφετε πως όλα όσα λέω για την εξάλειψη των Εβραίων ισχύει το ίδιο για τους συμμάχους, αν αντί για "Εβραίου" βάζαμε "Ανατολικογερμανούς." Δεν θέτετε τον εαυτό σας με αυτή την πρόταση εκτός της διάστασης στην οποία μια συζήτηση μεταξύ ανθρώπων είναι καν εφικτή, δεν τον θέτετε εκτός Λόγου; Διότι μόνο εκτός της διάστασης του λόγου είναι εφικτό να εξηγήσεις, να σχετικοποιήσεις, να "κατανοήσεις" ένα έγκλημα λέγοντας ότι οι άλλοι έκαναν το ίδιο. Και περαιτέρω: πώς μπορείτε να εξισώνετε τα βασανιστήρια, τον ακρωτηριασμό και την εξάλειψη εκατομμυρίων ανθρώπων με την βίαιη επανεγκατάσταση πληθυσμιακών ομάδων που δεν υπέστησαν κανένα από αυτά τα αίσχη (με την εξαίρεση ίσως πολλών ιδιαζόντων περιπτώσεων); Από την σύγχρονη οπτική, μοιάζει ήδη να υπάρχει διαφορά ημέρας και νύχτας, ανθρωπιάς και απανθρωπιάς, στη διαφορά μεταξύ ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και των απελάσεων και φυλακίσεων των μεταπολεμικών ετών. Στη βάση του επιχειρήματός σας, αν οι σύμμαχοι είχαν κρατήσει το Άουσβιτς και το Μπούχενβαλντ -- και όλα όσα διαπράχθηκαν εκεί-- για τους "Ανατολικογερμανούς" και τους Ναζί, τότε ο λογαριασμός θα ήταν εν τάξει! Αν όμως η διαφορά ανάμεσα στην απανθρωπιά και την ανθρωπιά αναχθεί σε αυτή την εσφαλμένη αριθμητική, τότε τούτο είναι και η κοσμοϊστορική ευθύνη του ναζιστικού συστήματος, το οποίο έδειξε στον κόσμο τι μπορούν οι άνθρωποι να κάνουν στους συνανθρώπους τους μετά από περισσότερα από 2000 χρόνια δυτικού Dasein. Φαίνεται πως ο σπόρος έπεσε σε γόνιμο έδαφος: ίσως ακόμα να αισθανόμαστε την συνέχεια αυτού που άρχισε το 1933. Για το αν θα εξακολουθούσατε να το θεωρείτε "ανανέωση" δεν είμαι σίγουρος.

Με τους καλύτερους χαιρετισμούς μου,

Χέρμπερτ Μαρκούζε

(Μτφρ.: Lenin Reloaded)
_________________________________